Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

Ευκαιρία!

Είδα έναν πιτσιρικά να παίζει μπάλα σε μία αλάνα.

Τρομερό ταλέντο, και τσάμπα!

Λέω να εισηγηθώ στον "Τίγρη" για μεταγραφάρα!

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ηθικά πλεονεκτήματα ή ηθικά μειονεκτήματα;


Παρά την εξ ανάγκης καταφυγή σε πρόωρες εκλογές, η λεγόμενη «ανανεωτική Αριστερά» πέτυχε κάτι εντυπωσιακό. Άσκησε απρόσκοπτα την εξουσία εν μέσω μνημονιακής λαίλαπας, έχοντας στο μεταξύ διαψεύσει τόσο τις ίδιες τις αριστερές αρχές (οι οποίες πάνω απ’ όλα καθιστούν την ευτέλεια του ακραίου λαϊκισμού ασύμβατη με το γενικότερο αριστερό ήθος) όσο και τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και (ανεδαφικές, εν τέλει) υποσχέσεις με τις οποίες είχε αρχικά σαγηνεύσει την ελληνική κοινωνία.

Μία δημοφιλής ερμηνεία της ανεκτικότητας που επέδειξε η κοινωνία αυτή τα περισσότερα από τέσσερα χρόνια αριστερής διακυβέρνησης, κάνει αναφορά στο περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα» το οποίο εξ ορισμού, υποτίθεται, φέρει ως αποκλειστικό προνόμιο η ελληνική Αριστερά. Μία ιδέα που η ίδια η Αριστερά προπαγάνδισε συστηματικά και διακίνησε αποτελεσματικά ώστε να εξασφαλίσει την κατά το δυνατόν καλόπιστη αντιμετώπισή της από τους πολίτες.

Η παραπάνω ιδέα σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τα γεγονότα που συνέβησαν κατά την διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, καθώς και μετά από αυτόν. Αν, εν τούτοις, θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, θα πρέπει να αναφερόμαστε όχι τόσο στο «ηθικό πλεονέκτημα» των ηττημένων του πολέμου, όσο στο «ηθικό μειονέκτημα» των νικητών. Είναι το δεύτερο που de facto στοιχειοθετεί το πρώτο! Και, για τις ανάγκες μίας ισόρροπης ανάλυσης, θα πρέπει εξίσου να εξετάσουμε και το ηθικό μειονέκτημα των ηττημένων. Αν μη τι άλλο, σε επίπεδο προθέσεων…

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε επίσημα το 1945. Για την Ελλάδα το τέλος ήρθε λίγο νωρίτερα – οι τελευταίοι Γερμανοί έφυγαν τον Οκτώβριο του 1944. Λίγο αργότερα ήρθαν τα «Δεκεμβριανά», προανάκρουσμα του φοβερού εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε.

Ο Εμφύλιος, κατά τους ιστορικούς, τελείωσε το 1949 με νίκη των δυνάμεων του «αστικού» κοινοβουλευτικού συστήματος (της «Δεξιάς», όπως συνήθως λέγεται) και ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων (της «Αριστεράς», αν και ο όρος έχει σημαντικά διευρυνθεί εννοιολογικά και πολιτικά από τότε).

Αυτά λένε τα επίσημα ιστορικά συγγράμματα. Γιατί, η εμπειρία λέει άλλα: πως ο Εμφύλιος στην πραγματικότητα δεν τέλειωσε ποτέ! Το αναλλοίωτο πολιτικό λεξιλόγιό του, το οποίο μένει ζωντανό σε πείσμα του χρόνου, το καταδεικνύει. Όπως και το άσβεστο μίσος που άφησαν ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές οι εμφυλιοπολεμικές παρατάξεις, οι αυτόκλητοι πολιτικοί κληρονόμοι των οποίων διεκδικούν – κάθε πλευρά για τον εαυτό της – το αποκλειστικό δικαίωμα στην επίκληση της «ηθικής ανωτερότητας».

Το να αναζητά κανείς ηθικά πλεονεκτήματα σε πολιτικούς χώρους που ενεπλάκησαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (ακόμα περισσότερο, αν πρόκειται για εκείνον από τους αντιπάλους που φέρει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για το ξεκίνημα της σφαγής) φαντάζει οξύμωρο. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, το ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται είναι όχι αν η Δεξιά ή η Αριστερά δικαιούται να διεκδικεί το ηθικό πλεονέκτημα στη μετεμφυλιοπολεμική Ιστορία, αλλά σε ποια από τις δύο πλευρές θα πρέπει να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα! Γιατί, η ηθική ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα του δικού μας εμφυλίου. Ο οποίος ουσιαστικά δεν ξεκίνησε το 1946 – ούτε καν με τα «Δεκεμβριανά» – αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής…

Η τιμημένη Εθνική Αντίσταση, πάνω στην οποία αργότερα χτίστηκαν πολιτικές καριέρες – και χάριν της οποίας χορηγήθηκαν εθνικές συντάξεις – δεν ήταν πάντα μία πράξη αυθόρμητου πατριωτισμού και ανιδιοτελούς αυταπάρνησης. Ας δούμε τι γράφει (*) ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και καθηγητής νεοελληνικής Ιστορίας, Richard Clogg, στον οποίο μόνο μεροληψία ή ανθελληνικότητα δεν μπορεί να χρεωθεί:

«Στο τέλος του Ιουνίου 1941, λίγες μέρες μετά την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα – της επίθεσης του Χίτλερ εναντίον της Ρωσίας – συνήλθε η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για να καθορίσει τη γραμμή του κόμματος, τώρα που ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε μετατραπεί σε μεγάλο πατριωτικό πόλεμο για την άμυνα της μητέρας Σοβιετικής Ρωσίας. Η 6η Ολομέλεια αποφάσισε ότι το ουσιαστικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών ήταν να οργανωθούν για την άμυνα της Σοβιετικής Ένωσης και για την αποτίναξη του ξένου φασιστικού ζυγού. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός, ο ελληνικός λαός κλήθηκε να προσχωρήσει στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1941. (…) Η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας μετά τον πόλεμο ήταν ένας εξίσου σημαντικός στόχος για τους κομμουνιστές, όσο και η αντίσταση ενάντια στον κατακτητή.»

Στον Εμφύλιο διαπράχθηκαν απίστευτες θηριωδίες και από τις δύο πλευρές και καταλύθηκε κάθε έννοια δικαιοσύνης, δημοκρατικού ήθους και ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι τον πόλεμο αυτό ξεκίνησε μία παράταξη που στόχο είχε να παραδώσει τη χώρα στην πιο στυγνή μορφή ολοκληρωτισμού που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα πριν καν ακόμα γνωρίσει την εφιαλτική βαρβαρότητα του ναζισμού. Το ότι τελικά δεν το πέτυχε (πράγμα που ούτως ή άλλως είχαν προδικάσει οι προηγηθείσες μυστικές συνεννοήσεις Τσώρτσιλ – Στάλιν για τις «σφαίρες επιρροής» στα Βαλκάνια) δεν αντανακλά απλά και μόνο το ιστορικό αποτέλεσμα ενός πολέμου αλλά αποτέλεσε, συμβολικά και ουσιαστικά, την αφετηρία μίας εντυπωσιακής αναγέννησης της χώρας. Για το αν οδηγήθηκε, τελικά, σε αποτυχία η «αστική» δημοκρατία, ασφαλώς δεν ευθύνεται το ίδιο το πολίτευμα αλλά ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν οι πάντες, λαός και εξουσία…

Ας πάμε τώρα στους νικητές του Εμφυλίου. Έχουν καταρχήν κατηγορηθεί πως η στρατηγική τους έφερε την «ξενοκρατία» των Άγγλων και, στη συνέχεια, των Αμερικανών. Αν και αυτό είναι αληθές, αν το δούμε ψυχρά θα διαπιστώσουμε ότι αποτέλεσε αναγκαίο κακό. Ήταν αδύνατο να κερδίσει τον πόλεμο από μόνος του ένας αποδεκατισμένος τακτικός στρατός μιας κατεστραμμένης χώρας, ενάντια σε έναν «μπαρουτοκαπνισμένο» κι ετοιμοπόλεμο, καλά οργανωμένο και πειθαρχημένο, αλλά και σκληραγωγημένο σε αντίξοες φυσικές συνθήκες, ανταρτικό στρατό. Αν δεχθούμε ότι, για τη σωτηρία της χώρας από την ολοκληρωτική απειλή, ισχύει το δόγμα πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, το ζήτημα της ξενοκρατίας θα πρέπει, τουλάχιστον για την ιστορική εκείνη περίοδο, να αποδαιμονοποιηθεί.

Όμως, υπάρχουν κάποια μέσα που δεν θα μπορούσαν να καθαγιαστούν, όσο ιερό και αν θεωρήσει κάποιος τον σκοπό. Για να φτάσει στη νίκη και, κυρίως, για να εδραιώσει στη συνέχεια την κυριαρχία της, η «αστική» παράταξη επιστράτευσε, μεταξύ άλλων, μερικά από τα χειρότερα κοινωνικά στοιχεία της περιόδου της Κατοχής, κάποιους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή επειδή έβλεπαν τον κομμουνισμό σαν μεγαλύτερη απειλή από τον ναζισμό! Τα άτομα αυτά όχι μόνο συγχωρήθηκαν για τα εγκλήματά τους και γλίτωσαν από το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά συχνά βρέθηκαν να κατέχουν και σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Αντιγράφω και πάλι από τον Clogg:

«Μια από τις πιο απεχθείς πλευρές αυτής της νομοθεσίας ‘περί εκτάκτου ανάγκης’ ήταν η εμμονή σε ένα πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων για την απόκτηση θέσης στο δημόσιο, για δίπλωμα οδηγού, για διαβατήριο και για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Αυτά τα πιστοποιητικά τα χορηγούσε η αστυνομία, που δημιούργησε ένα μεγάλο σύστημα φακέλων όπου ήταν καταγεγραμμένα τα πραγματικά ή υποτιθέμενα πολιτικά φρονήματα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Μερικοί από τους υπεύθυνους για την εφαρμογή αυτού του καταπιεστικού συστήματος είχαν αμφίβολο παρελθόν συνεργασίας με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου.»

Όμως, πέρα και πάνω απ’ όλα, το ήθος του νικητή κρίνεται από τη στάση του απέναντι στον ηττημένο. Τα στρατοδικεία, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις, αλλά και το παρακράτος – χωροφύλακας που αφέθηκε να θεριέψει (κυρίως στην περιφέρεια), παραπέμπουν στις χειρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Και η Μακρόνησος, αυτό το μικρό «ελληνικό Άουσβιτς», θα συμβολίζει πάντα την οριστική απώλεια του δικαιώματος της Δεξιάς να επικαλείται ένα κάποιο δικό της «ηθικό πλεονέκτημα» μετά τον Εμφύλιο. Η πρόσφατη απομάκρυνση από τους κόλπους της σύγχρονης δεξιάς παράταξης, κάποιων αμετανόητων απογόνων των βασανιστών του ιστορικού εκείνου κολαστηρίου, σίγουρα καταγράφεται ως θετικό δείγμα γραφής για τον πολιτικό αυτό χώρο…

Εν κατακλείδι, το ερώτημα που θα πρέπει να τίθεται δεν είναι το ποιος έχει το ηθικό πλεονέκτημα σε έναν εμφύλιο που ως τα σήμερα (έστω με άλλους τρόπους) καλά κρατεί, αλλά το ποιος θα πρέπει, τελικά, να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα. Θα απογοητεύσω, ίσως, τον αναγνώστη μη δίνοντας απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ομολογώ όμως πως ούτε κι εγώ την έχω βρει ακόμα…

(*) Richard Clogg, “A Short History of Modern Greece” (Cambridge University Press, 1979). Ελληνική έκδοση: «Σύντομη Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας» (Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1984).

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 28 Μαΐου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Αναμνήσεις από ένα εκλογικό κιόσκι…


Ζητώ εκ προοιμίου την κατανόηση του αναγνώστη για την κατάχρηση πρώτου ενικού στο παρόν κείμενο. Όμως, με κανένα άλλο γραμματικό σχήμα (που δεν θα πρόδιδε την εξ ορισμού προσχηματική χρήση του) δεν θα μπορούσα να περιγράψω προσωπικές εμπειρίες…

Ήταν λίγες μέρες πριν την Κυριακή των εκλογών. Καθώς έβγαινα από τον σταθμό Συγγρού-Φιξ του Μετρό, είδα στημένο στη γνωστή του θέση το εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ. Μία παρέα νέων ανθρώπων συζητούσαν σε ήρεμους τόνους για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση και τις επικείμενες εκλογές. Έδιναν την εικόνα ανθρώπων που θα μπορούσαν, ίσως, ακόμα και να ακούσουν μια άλλη άποψη χωρίς να βάλουν το χέρι στη θήκη με το περίστροφο!

«Πώς άλλαξαν οι καιροί!», σκέφτηκα, καθώς το μυαλό μου πήγε κάπου τέσσερα χρόνια πίσω, στο ίδιο ακριβώς σημείο έξω από τον σταθμό Συγγρού-Φιξ. Ήταν τέλη Ιουνίου ή αρχές Ιουλίου, το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015…

Το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ζούσε τότε ένα αληθινά «χιτσκοκικό» θρίλερ. Το σαββατοκύριακο που είχε προηγηθεί είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μια χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, και οι παρανοϊκές φαντασιώσεις ενός νεο-σταλινικού υποψήφιου κουρσάρου του εθνικού νομισματοκοπείου, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Με τον καιρό γίναμε αποδέκτες απίστευτων αποκαλύψεων που άγγιζαν, αν όχι ξεπερνούσαν, τα όρια ενός εθνικού εφιάλτη! Ακούσαμε για σχέδια μεθοδευμένης χρεοκοπίας της χώρας και καθολικής φτωχοποίησης των Ελλήνων, στο πλαίσιο μίας αντίληψης για την επίτευξη «κοινωνικής δικαιοσύνης» μέσω γενικευμένης ισοπέδωσης. Μάθαμε για σκέψεις εθνικοποίησης των – ήδη κλειστών – τραπεζών, με βέβαιη την παράλληλη εξανέμιση των καταθέσεων των πολιτών, αφού, στη λογική του μαρξιστικού πουριτανισμού, οι έχοντες τραπεζικές καταθέσεις (ακόμα και οι μικρο-καταθέτες!) ανήκαν στην επαίσχυντη κατηγορία των «βολεμένων αστών» και έπρεπε να υποστούν την ανάλογη τιμωρία προς όφελος αυτών που δεν είχαν ένα ευρώ στην άκρη. Ακούσαμε για σχέδια διανομής τροφίμων και βασικών ειδών διαβίωσης με το δελτίο, ακόμα και για συσσίτια που παρέπεμπαν σε φοβερές μνήμες Κατοχής.

Το τραγικότερο και πολιτικά κυνικότερο όλων: Γίναμε μάρτυρες της απάνθρωπης μεταχείρισης των ηλικιωμένων, που στήνονταν – συχνά μάταια – έξω από κλειστές τράπεζες μες στο αφόρητο λιοπύρι του καλοκαιριού, για να εξασφαλίσουν λίγα ευρώ, ίσα να επιβιώσουν. Πράγμα που δεν μπορεί αλλιώς να ερμηνευτεί παρά με την υπόθεση ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν θεωρήθηκε ότι ανήκαν στον συμπαγή πυρήνα της εκλογικής «πελατείας» του κυβερνώντος κόμματος.

(Θυμάμαι τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μία τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε – πλην θαυμαστών – να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία»! Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες…)

Αντίθετα, είδαμε ένα συστηματικό προπαγανδιστικό «χαϊδολόγημα» της νέας γενιάς, ιδιαίτερα εκείνου του κομματιού της που δεν είχε κατορθώσει να βρει μία θέση στην αγορά εργασίας. Όσο κι αν ακούγεται ανατριχιαστικό, υπήρχαν νέα παιδιά που περίμεναν ανυπόμονα τη στιγμή που το μαρξιστικό (υποτίθεται) καθεστώς «θα τα πάρει» από τους «βολεμένους» για να τα μοιράσει «δίκαια» σ’ αυτούς που ζητούν μία ευκαιρία για δουλειά και αξιοπρεπή επιβίωση. Μια ματιά στα απίστευτης αγριότητας σχόλια που μαζικά αναρτήθηκαν προ του δημοψηφίσματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα αρκούσε για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος των προσδοκιών που έντεχνα καλλιεργήθηκαν…

Ήταν, λοιπόν, λίγες μέρες μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος – και λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή του. Κατηφόριζα προς το μετρό, όταν βρέθηκα μπροστά στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ όπου μία παρέα νεαρών (αγόρια και κορίτσια) μοίραζαν προπαγανδιστικά φυλλάδια υπέρ του ‘ΟΧΙ’. Κοντοστάθηκα να ρίξω μια ματιά και, με την ευκαιρία, επιχείρησα να ξεκινήσω μία κουβέντα. Τους ρώτησα ποια, κατά τη γνώμη τους, θα ήταν η επόμενη μέρα αν το αποτέλεσμα ήταν ‘ΟΧΙ’, για να εισπράξω ως απάντηση μερικές γενικόλογες ηρωικές ρητορείες και αφορισμούς κατά των πολιτικών δυνάμεων «των μνημονίων».

Όταν επέμεινα στην ερώτηση, μου έσκασαν τελικά το μυστικό: Πανικόβλητες οι δυνάμεις της Ευρώπης μπροστά στη θέληση του ελληνικού λαού, θα υποτάσσονταν και θα μας πρόσφεραν γη και ύδωρ προκειμένου να μην αποχωρήσουμε από την ευρωπαϊκή οικογένεια! Κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση. Έτσι, έκανα να φύγω, λέγοντας: «Αν βρεθούμε ξανά εδώ την ερχόμενη Δευτέρα, θα έχουμε την ευκαιρία να σχολιάσουμε το αποτέλεσμα.»

Το πρόσωπο μίας κοπέλας που καθόταν ως τότε σιωπηλή, πήρε ξάφνου μια άγρια όψη: «Αν είσαι απ’ αυτούς που θα ψηφίσουν ‘ΝΑΙ’, δεν θα ‘χω να πω τίποτα μαζί σου τη Δευτέρα. Από κείνη τη στιγμή και μετά, θα είσαι εχθρός μου!» Τους είπα πως η ακραία αυτή θέση καταδεικνύει το πόσο πράγματι δίχασε τον ελληνικό λαό αυτό το δημοψήφισμα. Ένας νεαρός φάνηκε να δαγκώνεται για την επικοινωνιακή γκάφα της συντρόφισσας και βάλθηκε ευθύς να την δικαιολογήσει, λέγοντας πως δεν το εννοούσε έτσι ακριβώς όπως το εξέφρασε.

Από μια άλλη κοπέλα, τότε, δέχθηκα μία προσωπική ερώτηση διατυπωμένη σε τρίτο πρόσωπο: «Ας μας πει ο κύριος, εργάζεται;» Της απάντησα πως είμαι εκπαιδευτικός. Υποδέχθηκε την απάντησή μου με το θριαμβευτικό ύφος ανθρώπου που μόλις ξεσκέπασε μια σκοτεινή συνωμοσία: «Α, έτσι πες μου! Είδατε, ο κύριος ανήκει στους βολεμένους!» Η πρώτη κοπέλα σήκωσε ακόμα πιο πολύ την ένταση καθώς άρχισε να μιλά για το πρόβλημα χρόνιας ανεργίας που αντιμετώπιζαν όλα τα μέλη της παρέας. Όμως, κάποια στιγμή ξέφυγε: «Ξέρεις τι είναι να σου σπάσουν οι μπάτσοι το κεφάλι; Εσένα σου το ‘χουν σπάσει ποτέ;»

Έκανα την μάλλον αφελή ερώτηση αν ένα σπασμένο κεφάλι θα αποτελούσε τεκμήριο αξιοπιστίας μου ως συνομιλητή, αλλά εκείνη δεν άκουγε πια: ήμουν ο «εχθρός» που έπρεπε με κάθε τρόπο να εξοντωθεί! Κατάλαβα ότι μία περαιτέρω παραμονή μου στο κιόσκι θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες κλιμακώσεις, και έφυγα χαιρετώντας βιαστικά. Η δεύτερη κοπέλα είχε τον τελευταίο, νικητήριο λόγο: «Ε, βέβαια, του τελείωσαν τα επιχειρήματα και το βάζει στα πόδια!»

Ομολογώ ότι δεν το άκουσα να αρθρώνεται επί λέξει, μπορούσα όμως να το διαβάσω στα μάτια τους που ξεχείλιζαν από θυμό: «Περίμενε να ‘ρθει η Δευτέρα και θα τα πούμε με όλους εσάς τους βολεμένους!» Κι αν δεν άκουσα εγώ κάτι τέτοιο, το άκουσαν πολλοί γνωστοί, ακόμα κι από επιστήθιους φίλους τους! Κάποιοι επιχείρησαν τότε, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, να διχοτομήσουν την κοινωνία στήνοντας αριστοτεχνικά το τερέν μίας οιονεί εμφύλιας διαμάχης…

Καθώς το βουητό από την κίνηση στη Συγγρού με επανέφερε στο «σήμερα», αναλογίστηκα πόσα έχουν αλλάξει από εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του ’15. Χιμαιρικά οράματα που διαψεύστηκαν και κατέρρευσαν… Μεγαλόστομες διακηρύξεις και ανεδαφικές υποσχέσεις που αποδείχθηκαν κοινά πολιτικά ψεύδη… Αποδαιμονοποίηση του πραγματισμού και (μερική, τουλάχιστον) αποδοχή του ως εργαλείου άσκησης πολιτικής… Και, εν τέλει, (μερική και πάλι) συνειδητοποίηση από την κοινωνία ότι στην δημοκρατία δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» αλλά, απλά, εκείνοι που σκέπτονται «έτσι» κι οι άλλοι που σκέπτονται «αλλιώς»!

Τούτη τη φορά δεν κοντοστάθηκα καν στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε, οι ερωτήσεις τώρα πάλιωσαν. Κι οι απαντήσεις έχουν προ πολλού πια γίνει γνωστές…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Οδηγός για ψηφοφόρους


Καθώς διανύουμε προεκλογική περίοδο, νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ κάποιες σκέψεις με τον αναγνώστη. Όχι για να επηρεάσω την επιλογή του μπροστά στην κάλπη (μακριά από εμένα τέτοιες προθέσεις!) αλλά για να καταθέσω, εν είδει εξομολόγησης, μερικούς προσωπικούς προβληματισμούς σε ό,τι αφορά αυτά καθαυτά τα κριτήρια της επιλογής.

Συνέταξα, έτσι, έναν δεκάλογο ελάχιστων χαρακτηριστικών που πρέπει να διαθέτει - και προϋποθέσεων που οφείλει να πληροί - ένας πολιτικός φορέας προκειμένου να τον τιμήσω με την ψήφο μου. Φυσικά, ο δεκάλογος αυτός αντανακλά απόλυτα προσωπικές προτεραιότητες και δεν αναμένω να γίνει καθολικά αποδεκτός από το αναγνωστικό κοινό. Τον παραθέτω χωρίς φόβο και πάθος...

Ένας πολιτικός φορέας προς ψήφιση από τον γράφοντα, λοιπόν, θα πρέπει να ανταποκρίνεται το λιγότερο στις παρακάτω απαιτήσεις:

1. Να εκφράζει τις πολιτικές του θέσεις με τεκμηριωμένο λόγο και πραγματικά επιχειρήματα, όχι με αναμασώμενες συνθηματολογικές κοινοτοπίες και επιστράτευση ευτελούς λαϊκιστικής ρητορείας.

2. Να μην καλλιεργεί τον μαζικό θυμό και να μη σπέρνει τον διχασμό στην κοινωνία, προάγοντας την μανιχαϊκή λογική των "καλών δικών μας παιδιών" και των "κακών παιδιών του αντιπάλου κόμματος". Να σέβεται, δηλαδή, και να αποδέχεται την ύπαρξη διαφορετικότητας στην πολιτική σκέψη, και να μην αντιμετωπίζει (λόγω ή/και έργω) τον πολιτικό αντίπαλο σαν "εχθρό". Να συμβάλλει, έτσι, στην επίτευξη της μέγιστης δυνατής ενότητας στην κοινωνία και, όταν απαιτείται, να αγωνίζεται για την πολιτική συμφιλίωση και την εθνική συνεννόηση.

3. Να θεωρεί τον νόμο και την τάξη ως αυτονόητες και εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για την λειτουργία ενός υγιούς δημοκρατικού συστήματος, και όχι ως απεχθείς εκφράσεις υποτιθέμενου συντηρητισμού, ή ακόμα και "φασισμού"! Να αναγνωρίζει το δικαίωμα του πολίτη στο αίσθημα ασφάλειας ως υπέρτερο των "δικαιωμάτων" όσων στην πράξη απειλούν το αίσθημα αυτό.

4. Ειδικότερα, να μην αποδέχεται την ανομία - κι ακόμα περισσότερο, το έγκλημα - σαν μέσα έκφρασης "ιδεολογίας". Να μην επιδεικνύει ανοχή (πόσο μάλλον συμπάθεια) σε άτομα ή οργανωμένες μειοψηφίες που επιχειρούν να επιβάλουν την "πολιτική" τους άποψη καταστρέφοντας, λεηλατώντας και πυρπολώντας, ή ακόμα και δολοφονώντας. Και να αντιμετωπίζει τον τρομοκράτη σαν κοινό εγκληματία και όχι σαν κάποιον (ακραίο, έστω) εκφραστή "πολιτικής ιδεολογίας".

5. Να σέβεται την έννοια της Πατρίδας και να μη θεωρεί πως η χώρα είναι "ξέφραγο αμπέλι" για κάθε τυχοδιώκτη που περνά τα σύνορα με μόνο κίνητρο να αρπάξει ό,τι μπορεί, ακόμα κι αν χρειαστεί να σκοτώσει. Και την δίκαιη αγανάκτηση όσων ζουν μέσα στην ανασφάλεια και τον τρόμο να μην την χαρακτηρίζει ελαφρά τη καρδία ως έκφραση υποκρυπτόμενου "ρατσισμού"!

6. Να αποδίδει την πρέπουσα σημασία στην εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες του λειτουργήματος. Να αναγνωρίζει ότι δάσκαλοι και μαθητές δικαιούνται να αισθάνονται ασφαλείς στον χώρο του σχολείου ή του πανεπιστημίου. Ειδικά σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, να θεωρεί το - παρωχημένο και άνευ λόγου ύπαρξης σε δημοκρατική χώρα - λεγόμενο "πανεπιστημιακό άσυλο" σαν πηγή δεινών παρά σαν αδιαπραγμάτευτη "δημοκρατική κατάκτηση" για τα πανεπιστήμια.

7. Να θεωρεί αδιανόητη την στρατολόγηση οργανωμένων μειοψηφιών, ταγμένων (υποτίθεται) να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, ως μέσο εκβιασμού των κυβερνώντων με απώτερο σκοπό την πολιτική φθορά των τελευταίων και, εν τέλει, την κατάληψη της εξουσίας. Ακόμα περισσότερο, όταν θύματα του εκβιασμού είναι οι ίδιοι οι πολίτες που υφίστανται αναίτιες ταλαιπωρίες - ίσως και εν είδει "τιμωρίας" για τις πολιτικές τους επιλογές...

8. Να αξιώνει από τα μέσα ενημέρωσης να τιμούν στο ακέραιο το λειτούργημα που επιτελούν, προσφέροντας υπεύθυνη πληροφόρηση στον πολίτη και όχι κάνοντας ιδιοτελείς πολιτικές αβάντες στα κόμματα. Και, να υποστηρίζει έμπρακτα την πλήρη ανεξαρτησία των κρατικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων από το εκάστοτε σύστημα εξουσίας.

9. Να μην αισθάνεται απέχθεια για την ιδέα του κοινωνικού κράτους, και να μην εργάζεται για την (μερική ή ολική) κατεδάφισή του. Να θέτει πάντοτε τον Άνθρωπο υπεράνω των αριθμών.

10. Να αναγνωρίζει το ηθικό πλεονέκτημα της ΑΕΚ έναντι των αντιπάλων της, και να υποστηρίζει την δίκαιη (αν όχι ευνοϊκή) μεταχείρισή της από διαιτητές και αθλητικούς θεσμικούς φορείς!

Υ.Γ. Για να μην εκληφθώ ως απόλυτα ανελαστικός στις θέσεις μου, θα μπορούσα και να συμβιβαστώ με εννέα, μόνο, από τις δέκα προϋποθέσεις που διατύπωσα πιο πάνω...

Aixmi.gr

Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Όταν η εγκληματικότητα απειλεί την Δημοκρατία


Όσο και αν θα με βόλευε το αντίθετο, δεν είμαι καινούργιος σε αυτό τον κόσμο. Και, ειδικότερα, σε αυτή την πόλη. Θυμάμαι, λοιπόν, μία είδηση σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων της δεκαετίας του ’70. Με τα σημερινά δεδομένα, το θέμα αμφιβάλλω αν θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας στα μέσα ενημέρωσης. Η είδηση ήταν ότι άγνωστος, με την απειλή μαχαιριού, απέσπασε χρηματικό ποσό από νεαρό στρατιώτη την ώρα που ο τελευταίος ετοιμαζόταν να εισέλθει στην πολυκατοικία όπου διέμενε. Σήμερα, βέβαια, θα αποτελούσε είδηση αν κάποια μέρα του χρόνου δεν είχε καταγραφεί η παραμικρή πράξη βίας στο αστυνομικό δελτίο της Αθήνας!

Η βία έχει πάρει πλέον μια απάνθρωπη, μία κτηνώδη μορφή σ’ αυτή την πόλη. Και τα θύματα είναι κατά κανόνα οι πιο ευάλωτοι άνθρωποι, και ειδικά οι ηλικιωμένοι, που συχνά μάλιστα έχουν την ατυχία να ζουν μόνοι. (Πρόσφατα, ένας ακόμα ηλικιωμένος δολοφονήθηκε μέσα στο ίδιο του το σπίτι αφού πρώτα βασανίστηκε ανελέητα από ληστές. Τον είχαν ληστέψει άλλες τέσσερις φορές. Η πέμπτη ήταν και η μοιραία…)

Τα περιστατικά φρικτού βασανισμού ανήμπορων ανθρώπων με σκοπό την απόσπαση έστω και λίγων ευρώ, έρχονται πλέον τόσο συχνά στην επικαιρότητα ώστε έχει προκληθεί μία μορφή «συνειδησιακής ανοσίας» στην κοινή γνώμη, ακόμα και όταν αποτέλεσμα της κτηνωδίας είναι ο θάνατος. Καταντήσαμε να λέμε με θυμόσοφη απάθεια πως «συμβαίνουν, δυστυχώς, αυτά στις μέρες μας»! Και μετά απλά αλλάζουμε κανάλι ή ιστοσελίδα, μέσα στην (φαινομενική) ασφάλεια του ιδιωτικού μας χώρου…

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, τελικά, η υπεύθυνη πολιτεία μπορεί – ή, έστω, έχει τη διάθεση – να αντιμετωπίσει την έκρηξη της εγκληματικότητας στην πόλη. Μια πολιτεία που (ορθώς) ψηφίζει νόμους για να διασφαλίσει την καλή μεταχείριση μειονοτήτων (νομίμως ή παρατύπως ευρισκόμενων στη χώρα), δείχνει όμως να μην ενδιαφέρεται ανάλογα για την σκληρή παραβατικότητα στην οποία επιδίδεται ένα τμήμα (όχι ευκαταφρόνητο, δυστυχώς) των υπό την προστασία των νόμων ευρισκομένων. Παραβατικότητα που αφήνει πίσω της ανθρώπινα θύματα και μετατρέπει την αθηναϊκή γειτονιά των μη προνομιούχων σε ζούγκλα.

Όμως, δημοκρατική πολιτεία δεν νοείται χωρίς έννομη τάξη, με τους πολίτες σε κατάσταση διαρκούς ανασφάλειας, αφημένους στο έλεος των κάθε λογής και προέλευσης κακοποιών στοιχείων. Γιατί, το κενό ασφάλειας που αφήνει το σύστημα εξουσίας (μη θέλοντας, ενδεχομένως, να δώσει την εντύπωση «αστυνομικού κράτους») θα σπεύσουν πρόθυμα – ως οιονεί παραεξουσία – να καλύψουν αντιδημοκρατικά στοιχεία, τα οποία και θα διαφημίσουν την «αναγκαιότητα» της «προστασίας» που (απρόσκλητα) προσφέρουν ως μία de facto απόδειξη της υποτιθέμενης ανικανότητας του δημοκρατικού συστήματος. Το είδαμε να συμβαίνει στις πλέον παρηκμασμένες, κυρίως, αθηναϊκές γειτονιές και να αποτυπώνεται πολιτικά με τερατόμορφες κοινοβουλευτικές εκπροσωπήσεις…

Υπάρχει, λοιπόν, μία μοναδική επιλογή για το δημοκρατικό σύστημα: Παρακάμπτοντας τα ενοχικά ανακλαστικά που προσπαθούν να του εμβάλουν όσοι συνεχίζουν να βλέπουν την έννομη τάξη υπό την επήρεια μετεμφυλιακών συνδρόμων, να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στο έγκλημα έτσι ώστε ο πολίτης να ανακτήσει το αίσθημα ασφάλειας που η πολιτεία οφείλει να του εξασφαλίζει. Διαφορετικά, θα βρεθούν εξωθεσμικές δυνάμεις που θα επιχειρήσουν να πείσουν την κοινωνία ότι «μπορούν να κάνουν τη δουλειά καλύτερα»!

Το θεωρούμε δεδομένο ότι το πολιτικό σύστημα (ασχέτως κομματικών αποχρώσεων, αφού στη Δημοκρατία υπάρχει συνευθύνη) θα κάνει το χρέος του και θα δικαιώσει τον λόγο ύπαρξής του. Γιατί, εκεί που το πολίτευμα αποδεικνύεται ανίσχυρο μπροστά στη βία, φύονται οι δυνάμεις του κακού. Και κάποιες φορές κατορθώνουν ακόμα και να κυριαρχήσουν. Σε κάποια ιστορική περίπτωση, όχι πολύ μακρινή, ένας λαός κουρασμένος από τη βία και την ανομία ανέχτηκε, τελικά, μία διαστροφική «λύση» που οδήγησε σε κάτι πολύ χειρότερο: στο μαζικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019

Είναι πολιτικά ορθές οι επέτειοι για την Γυναίκα;

Πολιτική ορθότητα, ή μήπως (καλύτερα) απόλυτη σιωπή;

Τα χρόνια μου στην Αμερική, το υπερατλαντικό τηλεφώνημα ήταν μία αναγκαία πολυτέλεια (ξέρω, το σχήμα ακούγεται οξύμωρο!). Ειδικά, αν δεν αφορούσε πρακτικά ζητήματα αλλά απλή ανάγκη έκφρασης.

Έτσι, μια Κυριακή της Άνοιξης, λίγα δολάρια θυσιάζονταν πάντα για τις καθιερωμένες ευχές στη «Γιορτή της μητέρας». Και, για λίγα λεπτά της ώρας, η Ελλάδα φάνταζε λιγότερο μακριά από μερικές χιλιάδες πραγματικά μίλια στον χάρτη...

Πολλά χρόνια αργότερα, έχοντας ήδη επιστρέψει στην τριτοκοσμική βάση μου, έμαθα για την «Ημέρα της γυναίκας», η οποία πρόσφατα γιορτάστηκε παγκοσμίως. Τον Μάρτιο του 2012, μάλιστα, αναρωτήθηκα με κείμενο στο «Βήμα» κατά πόσον η γιορτή αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί πως φέρει υποκρυπτόμενα ρατσιστικά χαρακτηριστικά που κατ’ ουσίαν μειώνουν την υπόσταση του τιμώμενου (υποτίθεται) προσώπου!

Μία σχετικά πρόσφατη προσθήκη στο κλαμπ των προοδευτικών εννοιών είναι εκείνη της «πολιτικής ορθότητας» (political correctness). Σκοπός του σχετικού δόγματος είναι η απάλειψη – σε επίπεδο ρητορείας και έκφρασης γνώμης, τουλάχιστον – κάθε είδους διάκρισης στο σώμα της κοινωνίας. Μία από τις διακρίσεις απορρέει από ένα σοβαρό ατόπημα της ίδιας της Φύσης, η οποία, για να διασφαλίσει την συνέχεια των περισσότερων έμβιων όντων και, εν προκειμένω, του ανθρώπου, χώρισε το ανθρώπινο είδος σε δύο κατηγορίες με τα κωδικά ονόματα «Άνδρας» και «Γυναίκα» (τα παραθέτω κατ’ αλφαβητική σειρά ώστε να είμαι πολιτικά ορθός).

Αυτό που μαθαίνει κανείς ακούγοντας δημόσιες τοποθετήσεις φωτισμένων προοδευτικών της εποχής, είναι ότι ο διαχωρισμός των ανθρώπων στη βάση των φύλων είναι «τεχνητός». Το φύλο (ακόμα και το κατά πόσον αληθινά υφίσταται αυτό ως ατομικό χαρακτηριστικό) είναι, μας λέγουν, υπόθεση αυτοπροσδιορισμού και όχι βιολογικής και ληξιαρχικής ταυτοποίησης. Επί πλέον, η έννοια του γονέα (θυμίζω: από το ρήμα «γίγνομαι») έχει τώρα λάβει την «σωστή» της ερμηνεία ως κάποιου που (συν-)ασκεί γονική μέριμνα.

Έτσι, κατά τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, οι «απηρχαιωμένες» και «αδόκιμες» λέξεις «μητέρα» και «πατέρας» αντικαθίστανται πλέον από τις (όχι απαραίτητα αντίστοιχες κατά την σειρά) «Γονέας 1» και «Γονέας 2». Και, επειδή η αντίληψη της γυναίκας ως εν δυνάμει φυσικού γεννήτορα είναι πολιτικά μη ορθή, κάθε τι που αναφέρεται στη γυναίκα με βιολογικούς όρους θα πρέπει να αποφεύγεται.

Ευνόητο είναι, λοιπόν, ότι η «Γιορτή της μητέρας» θα πρέπει άμεσα να καταργηθεί ως κατάφωρα παραβιάζουσα την πολιτική ορθότητα. Επί πλέον, η σκοπιμότητα ύπαρξης της «Ημέρας της γυναίκας» θα πρέπει να επανεξεταστεί, στη βάση της νεότερης αντίληψης ότι η έννοια «γυναίκα» αφορά έναν υποκειμενικό αυτοπροσδιορισμό και όχι μία έχουσα αντικειμενική υπόσταση ανθρώπινη ιδιότητα.

Πιστεύω, εν τούτοις, ότι θα πρέπει να εξαιρεθούν των αυστηρών κανόνων της πολιτικής ορθότητος γνωμικά όπως «αρχή άνδρα δείκνυσι» (Βίας ο Πριηνεύς – Σοφοκλής), «πόλεμος πάντων πατήρ» (Ηράκλειτος) και «πυρ, γυνή και θάλασσα» (Μένανδρος), καθώς και λαϊκότροπες εκφράσεις του τύπου «αχ, μάνα μου!» και «ο Γιώργος είναι μανούλα σ’ αυτά!». Και εξακολουθώ (καταχρηστικά ίσως) να θεωρώ ως πολιτικά ορθό τόσο το «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ, όσο και «Το δαχτυλίδι της μάνας» (όπερα) του Μανώλη Καλομοίρη.

Αντίθετα, ουδεμία εξαίρεση στην επιβολή πολιτικής ορθότητας θα πρέπει να υπάρξει για όσα ακούν στα γήπεδα οι δύστυχοι διαιτητές ποδοσφαίρου για πολύ αγαπημένο τους συγγενικό πρόσωπο. Ακόμα και από τους οπαδούς της ομάδας μου, της ΑΕΚ!

Αχ, η Γονέας 2 Φύση σε τι μπερδέματα μας έβαλε...

Aixmi.gr

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Στην ΑΕΚ εφαρμόζεται φέτος το σύστημα "χάνει ο γονέας 2 το παιδί, και το παιδί τον γονέα 2".
Ακόμα κι ο τερματοφύλακας μπορεί να παίξει σέντερ-φορ, αν χρειαστεί!

Ζητούνται εξηγήσεις...


Όσοι είδαν (και) τα χθεσινά χάλια της ΑΕΚ, δεν θα δυσκολευτούν να αποκωδικοποιήσουν τα σύμβολα στο παρακάτω παραμύθι...

Θυμίζω, παρεμπιπτόντως, ότι τα 20+ εκατομμύρια από το Champions League πήγαν (αν πήγαν...) για το νέο γήπεδο, χωρίς να ενισχυθεί η ομάδα με μία, έστω, αξιόλογη μεταγραφή. Για το αληθές ιδιοκτησιακό καθεστώς του οποίου γηπέδου, θα ήθελα κάποιος καλά γνωρίζων να μας ενημερώσει κάποτε κι εμάς υπεύθυνα...

Ιστορία μιας προσφυγοπούλας (κι ενός πονηρού εμπόρου)