Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Όταν η πολιτική θυμίζει παιχνίδι σε σχολική εκδρομή...


Δεν ξέρω γιατί τη θυμήθηκα αυτή την ιστορία (ή μήπως κατά βάθος ξέρω;)...

Ήταν μία από τις συνηθισμένες σχολικές εκδρομές του γυμνασίου (τότε ήταν εξατάξιο, το λύκειο δεν υπήρχε ακόμα). Βρήκαμε ένα ανοιχτό οικόπεδο με υποτυπώδες γρασίδι, το βαφτίσαμε "Φιλαδέλφεια" ή "Καραϊσκάκη", και αποφασίσαμε να κάνουμε προσομοίωση ενός ντέρμπι ΑΕΚ-Ολυμπιακού. Ο Παναγιώτης ο Κ. κι εγώ ήμασταν, φυσικά, στην ομάδα της ΑΕΚ, ενώ ο Γιώργος ο Ν. ήταν (εξίσου φυσικά) στην ομάδα του Ολυμπιακού. Γκολπόστ, βέβαια, δεν υπήρχαν, έτσι κάθε "εστία" ήταν δυο πέτρες, από εκείνες που αφθονούσαν τριγύρω.

Σε κάποια φάση, και ενώ το σκορ ήταν 0-0, ο Γιώργος έπιασε ένα φοβερό σουτ και άνοιξε το σκορ για τον "Ολυμπιακό". Κι από τις δύο ομάδες ξεσπάσαμε αυθόρμητα σε χειροκροτήματα. Όχι όλοι: ο εγωισμός του Παναγιώτη δεν το άντεξε να φάει η "ΑΕΚ" τέτοιο γκολ από τον αιώνιο αντίπαλο! Έτσι, με ύφος που πρόδιδε πείσμα ανάμικτο με ζήλια, λέει προκλητικά στον Γιώργο:

- Ναι, καλά, σιγά το γκολ! Τυχαίο ήταν!

Ευτυχώς επενέβησαν οι πιο ψύχραιμοι για να αποτρέψουν την διαφαινόμενη σύρραξη, και το παιχνίδι συνεχίστηκε κανονικά...

Αν τυχόν θυμάται σήμερα αυτή την ιστορία ο Παναγιώτης (μάλλον απίθανο το βρίσκω), σίγουρα θα χαμογελά με συμπάθεια για το παιδιάστικο πείσμα του που τον οδήγησε να απαξιώσει και να χλευάσει την αδιαμφισβήτητη επιτυχία ενός "αντιπάλου". Βέβαια, αυτά τα δικαιολογεί πάντα η ανωριμότητα της εφηβείας. Τι γίνεται, όμως, όταν παρόμοιες συμπεριφορές επιδεικνύουν "ώριμα" (υποτίθεται) άτομα, τα οποία δεν μπορούν να δεχθούν το "γκολ" του αντιπάλου ακόμα και αν αυτό όχι μόνο δεν τα βλάπτει αλλά, αντίθετα, ωφελεί το κοινωνικό σύνολο;

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, και η απάντηση δεν μοιάζει εύκολη υπόθεση...

Τελικά, μάλλον κατάλαβα γιατί θυμήθηκα εκείνη τη σχολική ιστορία: Πλησιάζει το ντέρμπι ΑΕΚ-Ολυμπιακού!

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2024

Ζητείται εξουσία που να μη χαϊδεύει τους εχθρούς της κοινωνίας. Υπάρχει;

 Κοιτάζοντας γύρω μας, βλέπουμε μία χώρα παραδομένη στη βία και την παρανομία των λίγων, σε βάρος του αισθήματος ασφάλειας των πολλών. Εκείνων, δηλαδή, που νιώθουν ανυπεράσπιστοι από μια πολιτεία που ψηφίζει νόμους για να υπάρχουν στα χαρτιά, ενώ στην πράξη αδυνατεί τόσο να ελέγξει, όσο και να επιβάλει την εφαρμογή τους.

Όμως, ο έλεγχος και η επιβολή της εφαρμογής των νόμων είναι προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την ύπαρξη ευνομούμενης δημοκρατικής κοινωνίας. Συνεπώς, μια εξουσία που "χαϊδολογεί" όσους απειλούν τη δημόσια ασφάλεια - αλλά και τη δημόσια περιουσία επίσης - ροκανίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται αναπαυτικά κι αμέριμνα το δημοκρατικό πολίτευμα!

Αναφέρω, ενδεικτικά, ένα μίνιμουμ προσδοκιών και απαιτήσεων του πολίτη από μία εξουσία που δεν θεωρεί "αντιδημοκρατικό" τον περιορισμό της αυθαιρεσίας και την επιβολή της νομιμότητας. Συμπληρώνοντας και κάποιες θέσεις που - με λιγότερη τόλμη, αυτονόητα - είχαμε διατυπώσει παλιότερα στο ΒΗΜΑ [1]...

Η εξουσία που οραματιζόμαστε, λοιπόν, οφείλει, μεταξύ άλλων:

1. Να μην χαϊδολογεί "ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες" (sic) που λεηλατούν και ληστεύουν δημόσια περιουσία, ή συγκροτούν εγκληματικές συμμορίες που δεν διστάζουν να κακοποιήσουν - ή και να δολοφονήσουν - ανυπεράσπιστους ανθρώπους ακόμα και για λίγα ευρώ, ενώ παράλληλα διεκδικούν το "δικαίωμα" της ασυλίας απέναντι στους νόμους της πολιτείας!

2. Να μην χαϊδολογεί "τα παιδιά" που ασκούν κτηνώδη βία σε αδύναμους συνομηλίκους τους ή μικρότερα παιδιά. Όπως επίσης "τα παιδιά" που εισβάλλουν σαν συμμορίες παρανόμων της Άγριας Δύσης στα μαζικά μέσα μεταφοράς, καθυβρίζοντας και τρομοκρατώντας τους επιβάτες και παραβιάζοντας προκλητικά ακόμα και τους πλέον απαράβατους κανόνες συμπεριφοράς (μεταξύ των οποίων η απαγόρευση του καπνίσματος εντός των ΜΜΜ, όπως διαπίστωσε ιδίοις όμμασι ο γράφων σε τοπική λεωφορειακή γραμμή αθηναϊκού προαστίου).

3. Να μην χαϊδολογεί τη βία και την παραβατικότητα στα πανεπιστήμια, τα οποία θα πρέπει να λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο σαν χώροι ακαδημαϊκής μάθησης και όχι σαν λημέρια και ορμητήρια οργανωμένης αλητείας με επίφαση "ιδεολογικών" ή "πολιτικών" κινήτρων.

4. Να μην χαϊδολογεί τον "πολιτικό" (λέμε τώρα) ή ποδοσφαιρικό χουλιγκάνο που, για να κάνει το κέφι του, καταστρέφει δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες και τρομοκρατεί τις γειτονιές της πόλης, ενώ επιχειρεί να κάψει ζωντανούς τους κρατικούς λειτουργούς που είναι επιφορτισμένοι με τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης, με τη δικαιολογία ότι η λέξη "τάξη" προκαλεί ανεξέλεγκτες αλλεργικές αντιδράσεις σε "προοδευτικούς ανθρώπους" (και οι δύο λέξεις σε εισαγωγικά!).

5. Να μην χαϊδολογεί τον "ντελιβερά" που, "για να βγάλει το μεροκάματο", οδηγεί με χίλια πάνω στο πεζοδρόμιο, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τις ζωές των πεζών που θα έχουν την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο του...

6. Να μην χαϊδολογεί το κτήνος με την κουρσάρα, που παθαίνει επιλεκτική αχρωματοψία στο κόκκινο φανάρι και το περνάει σαν "κύριος", αδιαφορώντας για τις ζωές πεζών και άλλων οδηγών, ή πατάει γκάζι οδηγώντας ανάποδα στον μονόδρομο. Και που, φυσικά, δεν έχει το παραμικρό πρόβλημα να κάνει μανούβρες πάνω στο πεζοδρόμιο (επειδή έτσι τον βολεύει), να παρκάρει επ' αόριστον σε στροφές λεωφορείων, και να μπλοκάρει τις προσβάσεις των αναπήρων στα πεζοδρόμια.

7. Να μην χαϊδολογεί όσους περνούν παράνομα τα σύνορα της χώρας και καταφεύγουν στο έγκλημα για να επιβιώσουν σε έναν τόπο που δεν τους προσκάλεσε, ενώ απαιτούν και επιλεκτική μεταχείριση από την πολιτεία, επικαλούμενοι θρησκευτικούς ή πολιτισμικούς λόγους. Η μετανάστευση δεν είναι συνθήκη που επιβάλλεται de facto με παράνομες εισβολές και δημιουργία τετελεσμένων, αλλά οφείλει να γίνεται σύμφωνα με τους νόμους της χώρας υποδοχής και με προϋπόθεση τον σεβασμό στα ήθη της χώρας αυτής.

8. Τέλος, να μην χαϊδολογεί τους αντιπάλους της ΑΕΚ όταν με διάφορους αθέμιτους τρόπους (π.χ., παίρνοντας καλύτερους προπονητές ή/και νεότερους παίκτες) επιχειρούν να της στερήσουν το πρωτάθλημα, το οποίο η ΑΕΚ δικαιούται να κατακτά σε μόνιμη βάση!

(Υ.Γ.: Την απαίτηση Νο.8 θα μπορούσα ίσως και να την διαπραγματευτώ...)

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

Η ανόσια λασπολογία του Παντελή Μπουκάλα για την «Αγιά – Σοφιά»!


 Σε πρόσφατο (5/10/22) άρθρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, η γνώριμη "ξινισμένη" δημοσιογραφική πένα του Παντελή Μπουκάλα ξερνά χολή για την τελετή των εγκαινίων του νέου γηπέδου της ΑΕΚ. Και θα το προσπερνούσαμε χωρίς να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία, αν ο - γνωστός για την αντικυβερνητική εμπάθειά του - δημοσιογράφος δεν έπεφτε σε ένα απαράδεκτο ηθικό ολίσθημα: την εργαλειοποίηση του ανθρώπινου πόνου, και μάλιστα στην τραγικότερη έκφανσή του!

Κάνοντας χρήση φτηνού λογοπαικτικού εξυπνακισμού, ο αρθρογράφος συσχετίζει αντιδιασταλτικά την λαμπρότητα της τελετής στην «Αγιά - Σοφιά» με τις (από κάθε άποψη απαράδεκτες) ελλείψεις στο παιδιατρικό νοσοκομείο «Αγία Σοφία». Το μήνυμα σαφές: Την ώρα που κάποιες οικογένειες υποφέρουν λόγω των σημαντικών προβλημάτων (με κύρια ευθύνη όσων κυβερνούν) στο δημόσιο σύστημα υγείας, κάποιοι – προφανώς «ανάλγητοι» και «ασυνείδητοι» – γιορτάζουν για το χτίσιμο ενός γηπέδου.

Αν θέλαμε να τεντώσουμε τη λογική αυτή στα άκρα, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι τα προβλήματα του νοσοκομείου οφείλονται στο ότι τα χρήματα που προορίζονταν για την κάλυψη των αναγκών του πήγαν, τελικά, στο γήπεδο της ΑΕΚ!

Η εμπάθεια του Π. Μπουκάλα τον οδηγεί ακόμα και σε δημοσιογραφικά ολισθήματα. Γράφει:

«Και βέβαια, το μεν κράτος καμαρώνει που υπήρξε "πρόθυμος αρωγός", οι δε πολιτευόμενοι (δήμαρχοι, περιφερειάρχες, υπουργοί) διαγκωνίζονται για ένα μερίδιο λάμψης, ικανό να τους αποφέρει κρίσιμες ψήφους.»

Επειδή ενδεχομένως δεν παρακολούθησε την τελετή (ή, είδε μόνο εκείνα που τον συνέφεραν), τον πληροφορούμε ότι, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον Δήμαρχο της Νέας Φιλαδέλφειας, κράτησε ένα πολύ χαμηλό προφίλ, παρακολουθώντας τα δρώμενα ως κοινός θεατής, ενώ (πιθανότατα) ζήτησε – και έγινε σεβαστό – να μην γίνει αναφορά του ονόματός του στην ομιλία του Δ. Μελισσανίδη, προέδρου της ΑΕΚ. Όσο για τους λοιπούς πολιτικούς (και από τα δύο μεγάλα κόμματα), ε, δεν είδαμε και καμία υπερβολική προβολή τους, πέραν της αυτονόητης έκφρασης οφειλόμενων ευχαριστιών...

Εν κατακλείδι, ούτε ο ανθρώπινος πόνος και η τραγικότητα της ανθρώπινης ζωής, αλλά ούτε και η αγάπη για το ποδόσφαιρο, προσφέρονται ως εργαλεία για την εκφορά δηλητηριώδους πολιτικού λόγου. Και μάλιστα, όχι από τους ίδιους τους πολιτικούς – αυτοί ούτως ή άλλως εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους – αλλά από διανοούμενους (δίχως εισαγωγικά) που έχουν αναλάβει τον ρόλο της ενημέρωσης του κοινού.

Από τους τελευταίους περιμένουμε τουλάχιστον να είναι αντικειμενικοί. Αλλά, αυτό κατ' ελάχιστον προϋποθέτει να μην είναι εμπαθείς, σε ένα σύστημα όπου η εμπάθεια πωλείται και αγοράζεται ως πρώτη ύλη άσκησης πολιτικής. Όχι σπάνια, ανεβοκατεβάζοντας ακόμα και κυβερνήσεις...

ΚΠ

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2021

Η εθνική τραγωδία και η "δημοκρατία των hashtags"

           

Προς τι, λοιπόν, έχει γίνει σημαία της αντιπολίτευσης και αντικείμενο επίμονης ρητορείας της η προφανής κι αναμφισβήτητη αβελτηρία και η (ναι, απόλυτα ασυγχώρητη) υποκρισία των κυβερνώντων; Δεν θα κέρδιζε, άραγε, ηθικούς πόντους η αντιπολίτευση αν απλά σιωπούσε πολιτικά μπροστά στο μαζικό αυτό ανθρώπινο δράμα, μιλώντας μόνο για όλα εκείνα που πρέπει να γίνουν ώστε να μην ξαναβιώσει η χώρα παρόμοια τραγωδία; Και, τέλος, ποιος θα μπορούσε στ’ αλήθεια να κατηγορήσει έναν (έστω) κακοπροαίρετο που θα σκεφτεί πιθανόν ότι υπάρχουν άτομα στον αντιπολιτευτικό χώρο, τα οποία «τρίβουν τα χέρια τους» για τη φθορά που θα προκαλέσει στην κυβέρνηση η εκατόμβη των θυμάτων της φωτιάς;

Κάποιες φορές, μία παρεμφατική σιωπή λέει περισσότερα από εκατοντάδες «κατηγορώ» ενώ παράλληλα συνιστά δείγμα ηθικής ανωτερότητας. Αν, λοιπόν, υποτεθεί ότι η πολιτική ηθική απουσιάζει από την εξουσία, ας την επιδείξει, τουλάχιστον, η εν δυνάμει εξουσία. Εκτός πια κι αν τίποτα δεν αλλάζει σ’ αυτό τον τόπο...

Θα μπορούσα να το είχα γράψει σήμερα αν δεν υπήρχε μέσα στο κείμενο η λέξη "εκατόμβη". Όμως, το κείμενο αυτό δεν είναι σημερινό. Δημοσιεύθηκε στο "Βήμα" τον Ιούλιο του 2018, λίγο μετά την τραγωδία στο Μάτι με τους 102 νεκρούς. Μάλιστα, ίσως να 'μουν κι ο πρώτος που χρησιμοποίησε για την περίσταση τον όρο "πολιτική τυμβωρυχία", για να τονίσω το απολύτως αθέμιτο της πολιτικής αξιοποίησης μιας εθνικής τραγωδίας:

https://www.tovima.gr/2018/07/31/opinions/politikes-tymbwryxies/

Πάνω από τις καινούργιες στάχτες της Ελλάδας, σαν έτοιμοι από καιρό οι άλλοι τρίβουν τώρα με αίσθημα ρεβανσισμού τα χέρια τους, λογαριάζοντας πολιτικά κόστη και χαμένα και κερδισμένα πολιτικά κεφάλαια. Και, μέσα από τα μύρια χυδαία πολιτικά αναθέματα των κομματόσκυλων (hashtags τα λένε;) δεν ξεπροβάλλει, έστω υπαινικτικά - έστω ακόμα και υποκριτικά - μια υποψία πόνου για όλους εκείνους που οι ζωές τους καταστράφηκαν. Θέλει η πόρνη να κρυφτεί μα η χαρά δεν την αφήνει...

Θα το διατυπώσω απλά: Όποιος επενδύει πολιτικό κεφάλαιο σπεκουλάροντας πάνω σε εθνικές τραγωδίες, δεν δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του ως Έλληνα (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το δικαίωμά του να συμμετέχει στα κοινά).

Όμως, δεν αξίζουν καλύτερα λόγια και όσοι, από την ασφάλεια που τους προσφέρει ο καναπές τους, ανταλλάσσουν φθηνές πλακίτσες - συχνά διανθισμένες με χυδαιολογικές προτροπές περί "ερωτικών" συνευρέσεων της πολιτικής ηγεσίας - την ώρα που, ακόμα και μέσα στην απελπισία τους, εκείνοι που καταστράφηκαν βρίσκουν το κουράγιο να λένε: "Θα τα ξαναφτιάξουμε!" (Συγκλονιστική η ανάρτηση ενός πρώην φοιτητή μου με καταγωγή από τη Βόρεια Εύβοια. Πόση δύναμη, πόση ελπίδα, πόση αισιοδοξία αναδυόταν μέσα από μία ασύλληπτη καταστροφή ενός από τα ωραιότερα μέρη της Ελλάδας! Κι ούτε μια λέξη που να προδίδει θυμό...)

Οι αληθινοί ήρωες, είτε από εδώ, είτε - ακόμα περισσότερο - από άλλα, μακρινά μέρη, δεν βρίσκονται πάνω από ηλίθια πληκτρολόγια αλλά εκεί έξω, στο πεδίο της άνισης μάχης με τις φλόγες. Ρισκάρουν την ίδια τη ζωή τους με μόνη ανταμοιβή ένα ποτήρι νερό και μια καλή κουβέντα. Και, στο τέλος της μέρας θα τους ακούσεις να λένε "έκανα απλά αυτό που θεωρούσα σωστό για τον συνάνθρωπο". Με τη συνείδησή τους να αποτελεί και τη μοναδική "υστεροβουλία" τους...

Θα αρκεστώ να κλείσω λέγοντας τούτο: Στον βαθμό, τουλάχιστον, που η Ιστορία μάς ανήκει (όπως θα 'λεγε κι ο "προοδευτικός" τραγουδοποιός), εμείς οι Έλληνες ήμασταν που ανακαλύψαμε την Δημοκρατία των Πολιτών. Ας μην είμαστε εμείς οι ίδιοι, τώρα, που θα την καταντήσουμε "δημοκρατία των hashtags"!

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Θα ήταν φιλελεύθερο μέτρο ο περιορισμός των ηλικιωμένων;


Διάχυτη ήταν την περασμένη εβδομάδα η εντύπωση ότι η κυβέρνηση λάμβανε εισηγήσεις για εξαίρεση των «ηλικιωμένων» (κατά πληροφορίες, ως τέτοιοι ορίζονταν οι άνω των 65 χρόνων) από την χαλάρωση των μέτρων περιορισμού για τον COVID-19. Δεν είμαστε, φυσικά, σε θέση να αξιολογήσουμε τις εισηγήσεις αυτές από επιδημιολογική άποψη, καθώς δεν διαθέτουμε τις απαραίτητες γνώσεις. Μπορούμε, όμως, να σχολιάσουμε τις ιδεολογικές και πολιτικές διαστάσεις που θα είχε η υιοθέτησή τους από την πολιτεία, στην περίπτωση που η τελευταία είχε πειστεί να τις εφαρμόσει.

Με τον τρόπο, τουλάχιστον, που το ζήτημα είχε τεθεί δημοσίως, τα μέτρα (συνεχιζόμενου ή και διευρυμένου) περιορισμού των ηλικιωμένων δεν θα αφορούσαν την προστασία της υπόλοιπης κοινωνίας από τους ηλικιωμένους αλλά την προστασία των ίδιων των ηλικιωμένων, οι οποίοι ανήκουν στις λεγόμενες «ευπαθείς ομάδες» του πληθυσμού. Όπως διατυπώθηκε με σχεδόν ποιητικό τρόπο, οι άνθρωποι αυτοί «θα αργούσαν να αγκαλιάσουν τα εγγόνια τους για τη δική τους ασφάλεια και το δικό τους καλό».

Εδώ προκύπτουν, καταρχάς, μερικά ερωτήματα πρακτικής φύσης:

1. Με ποιους τρόπους θα μπορούσε η πολιτεία να ελέγχει την συμμόρφωση των ηλικιωμένων με τα νέα μέτρα επιλεκτικού περιορισμού; Θα σταματούσε, π.χ., στους δρόμους η αστυνομία πεζούς και οδηγούς που «έδειχναν ηλικιωμένοι» για να κάνει έλεγχο του έτους γέννησης στις ταυτότητες; Και, τι ποινικές συνέπειες θα επέφερε η άρνηση κάποιων ηλικιωμένων να «αυτο-προστατευτούν»; Θα πλήρωναν απλό πρόστιμο ή θα σύρονταν και στα δικαστήρια;

2. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις οι ηλικιωμένοι ζουν μαζί με τα (ή διαμένουν κοντά στα) εγγόνια τους, τα οποία, λόγω της αυξημένης κινητικότητας των παιδιών, αποτελούν κατ’ εξοχήν δυνητικούς μεταδότες του ιού. Με ποιον τρόπο τα νέα μέτρα περιορισμού θα διασφάλιζαν την προστασία των ηλικιωμένων από πιθανή μετάδοση σε αυτούς; Θα απαγορευόταν δια νόμου η επαφή τους με τα παιδιά εντός της ίδιας της οικίας τους;

Όμως, το ζήτημα θα μπορούσε να λάβει σοβαρές διαστάσεις και από τη σκοπιά της ιδεολογικής και πολιτικής συνέπειας. Το παρόν σύστημα διακυβέρνησης ήρθε στην εξουσία κρατώντας τη σημαία του φιλελευθερισμού. Ερώτηση: Θα ήταν ο εκ μέρους της πολιτείας επιβαλλόμενος περιορισμός των ηλικιωμένων, με σκοπό τη δική τους προστασία, συμβατός με τις αρχές του φιλελευθερισμού; Αν όχι, τυχόν εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου θα αναδείκνυε την «αλά καρτ» υιοθέτηση μιας ιδεολογίας από το σύστημα εξουσίας, η πίστη στην οποία ιδεολογία θα έπρεπε, εν τούτοις, να αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση. Ιδιαίτερα μάλιστα υπό τις δυσχερέστερες των περιστάσεων…

Ζητώντας απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα, ανατρέχουμε σε ένα εξαιρετικό σύγγραμμα αναφοράς, το βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του Αριστείδη Χατζή. Κι εκεί διαβάζουμε μία θεμελιώδη θέση αρχής («αρχή της βλάβης») όπως την διατύπωσε ο εκ των πατέρων του Φιλελευθερισμού, John Stuart Mill (1806–1873) στο σύγγραμμά του «Περί ελευθερίας»:

«Ο μοναδικός σκοπός χάριν του οποίου νομιμοποιείται το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου παρά τη θέληση του τελευταίου, είναι για να αποτρέψει τη βλάβη σε άλλα άτομα. Δεν νομιμοποιείται όμως το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου για το ‘δικό του καλό’ (σωματικό ή ηθικό). Δεν δικαιούται να το υποχρεώσει να κάνει ή να μην κάνει κάτι διότι υποτίθεται πως έτσι θα είναι καλύτερα γι’ αυτό (…). Το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και στο μυαλό του.»

Όταν, λοιπόν, ένα σύστημα εξουσίας διατείνεται ότι επιβάλλει μέτρα προστασίας σε μία κοινωνική ομάδα «για το δικό της καλό», παύει εκ των πραγμάτων να ονομάζεται φιλελεύθερο. Εκτός αν παραδεχθεί ανοιχτά ότι το επικαλούμενο «καλό» της ομάδας δεν είναι παρά σχήμα λόγου, του οποίου η χρήση γίνεται προσχηματικά με σκοπό να αποκρυβούν αδυναμίες του ίδιου του συστήματος.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ ότι τα μέτρα γενικού περιορισμού του πληθυσμού που προηγήθηκαν (σε αυτά περιλαμβάνεται και αυτό της αυστηρής καραντίνας σε κάποιες περιπτώσεις) δεν αντίκεινται προς τις αρχές του φιλελευθερισμού, αφού οι υφιστάμενοι τον περιορισμό (όλοι εμείς, δηλαδή) δεν ήταν μόνο υποψήφια θύματα αλλά και υποψήφιοι μεταδότες της νόσου. Για να το θέσουμε απλά, δεν κλείστηκαν μέσα «για το καλό τους» και μόνο αλλά και για να μη βλάψουν άλλους. Η παρούσα συζήτηση αφορά αποκλειστικά τον επιλεκτικό περιορισμό των ηλικιωμένων (καθώς και άλλων ευπαθών ομάδων) για δική τους και μόνο προστασία.

Πριν λίγες μέρες αποπειράθηκα να θέσω το εξής – όχι ρητορικό – ερώτημα σε γνωστό μέσο κοινωνικής δικτύωσης:

Έχει δικαίωμα ένα σύστημα εξουσίας να περιορίζει την ελευθερία κάποιου «για το καλό του»; Και αν ναι, δικαιούται το σύστημα αυτό να δηλώνει φιλελεύθερο;

Από χρήστη του μέσου έλαβα την εξής απάντηση:

«Το ίδιο δικαίωμα που έχει, για παράδειγμα, να επιβάλλει τη χρήση ζώνης ασφαλείας και κράνους. Είναι υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για τη ζωή των πολιτών.»

Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος προφανώς προσπεράστηκε ως μη έχον σημασία, πράγμα αναμενόμενο υπό συνθήκες ακραίας υγειονομικής κρίσης όπου το αποτέλεσμα της αντιμετώπισης φέρει απείρως μεγαλύτερο βάρος από την ιδεολογική συνέπειά της. Εν τούτοις, το ζήτημα είναι δυνατό να προκαλέσει αμηχανία στους θεωρητικούς του Φιλελευθερισμού: Έχει ή όχι το κράτος την υποχρέωση να παρέμβει όταν ένας πολίτης δρα με τρόπο που θα μπορούσε να βλάψει την υγεία του ή να απειλήσει τη ζωή του;

Ο Α. Χατζής αφιερώνει ιδιαίτερη συζήτηση σε αυτό που ονομάζει κρατικό «πατερναλισμό». Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα όπου αναλύεται και καταρρίπτεται ένα σαθρό, κατά τον συγγραφέα, αντι-φιλελεύθερο επιχείρημα:

«Πολλοί ισχυρίζονται ότι το κράτος δικαιολογείται να είναι πατερναλιστικό γιατί εκπροσωπεί την κοινωνία που έχει συμφέρον στην προστασία των μελών της, ακόμα κι αν αυτά δεν την αποδέχονται. Μεταξύ των άλλων, διότι, όταν τα μέλη της θα υποστούν τις συνέπειες λανθασμένων επιλογών, η κοινωνία θα κληθεί να τους προσφέρει ένα δίχτυ ασφαλείας, αφού δεν μπορεί να τα εγκαταλείψει στις συνέπειες των καταστροφικών επιλογών τους.»

Και συνεχίζει:

«Αν δεν φοράς ζώνη ασφαλείας, θα πρέπει να σε περιθάλψει ένα δημόσιο νοσοκομείο αν εμπλακείς σε ατύχημα και τραυματιστείς. (…) Όμως, αν αυτό είναι ένα κριτήριο το οποίο θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη, τότε οπωσδήποτε θα πρέπει να απαγορεύσουμε ολοκληρωτικά το κάπνισμα. Διότι το κοινωνικό κόστος είναι τεράστιο σε ανθρώπινες ζωές αλλά και για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Αν το καλοσκεφτούμε, θα πρέπει να απαγορεύσουμε επίσης το αλκοόλ, το κόκκινο κρέας, τις τηγανητές πατάτες και τα γλυκά.»

Και καταλήγει:

«Ο φιλελεύθερος δεν αρνείται ότι η ελευθερία έχει κόστος, αλλά τη θεωρεί τόσο συνυφασμένη με την προσωπικότητα του ανθρώπου, τόσο πολύτιμη, που είναι έτοιμος να αναλάβει αυτό το κόστος. Όχι όμως μόνο γιατί το όφελος από την ελευθερία είναι σχεδόν πάντα πολύ μεγαλύτερο από το κόστος, αλλά κυρίως γιατί η ελευθερία έχει μια αυτόνομη αξία.»

Γυρνώντας στο αρχικό μας θέμα, θα πρέπει να τονίσουμε και πάλι ότι σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι να κρίνει κατά πόσον ένας επιβαλλόμενος από την πολιτεία περιορισμός στην ελευθερία μετακίνησης των ηλικιωμένων θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί ευεργετικός για τη ζωή και την υγεία τους, αλλά να εξετάσει σε καθαρά θεωρητική βάση αν μία τέτοια περιοριστική πολιτική, με τον τρόπο που αυτή αιτιολογήθηκε, θα ήταν σύμφωνη με τις αρχές του ακραιφνούς φιλελευθερισμού, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί το δηλωμένο ιδεολογικό στίγμα της παρούσας κυβέρνησης.

Και θεωρούμε ότι θα ήταν τεράστια ηθική – και, εν τέλει, πολιτική – ήττα για οποιαδήποτε κυβέρνηση να βγει να δηλώσει ότι οι ιδεολογίες καταργούνται στην πράξη κάτω από κρίσιμες περιστάσεις. Τουναντίον, είναι αυτές ακριβώς οι περιστάσεις που δοκιμάζουν τις αντοχές των ιδεολογιών και τις κάνουν να ξεχωρίζουν από μεγάλα λόγια εκ του ασφαλούς ειπωμένα!

Όμως, πέρα από τις όποιες φιλοσοφικές αναλύσεις, η δύση της ζωής είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και κάθε σύστημα εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσανατολισμού, οφείλει να την αντιμετωπίζει με σεβασμό και ευαισθησία. Ακόμα περισσότερο όταν την – λίγη ή πολλή – ζωή που απομένει έρχεται ξαφνικά να απειλήσει κάτι που ως λίγο πριν φαινόταν προνόμιο: η ελευθερία. Όση, έστω, η αμείλικτη Φύση επιτρέπει να υπάρχει ακόμα…

(Στη μνήμη της Ιφιγένειας Χ., που δεν πρόλαβε να ζήσει τη φρίκη…)

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ερωτήματα προς την νέα κυβέρνηση, που ζητούν απαντήσεις


Στις εκλογικές μάχες που οδηγούν σε κομματική διαδοχή, αυτός που κερδίζει είναι εκείνος που κατορθώνει να πείσει ότι έχει τη θέληση και τη δύναμη να πραγματοποιήσει όσα ο προκάτοχός του είτε δεν θέλησε, είτε δεν μπόρεσε να πράξει. Κάποια από αυτά, μάλιστα, δεν είναι καν αναγκαίο να αποτελούν μέρος προεκλογικών υποσχέσεων: είναι απλά αυτονόητα.

Αφήνοντας στην άκρη ζητήματα που άπτονται της οικονομίας (γι’ αυτά μπορούν να μιλήσουν αναλυτές πολύ ειδικότεροι του γράφοντος) θα επικεντρωθούμε σε θέματα καθημερινότητας στα οποία, ομολογουμένως, η απελθούσα κυβέρνηση είτε δεν έχει να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες, είτε δεν τα θεώρησε καν ως προβλήματα. Ο πολίτης, λοιπόν, ζητά ξεκάθαρες απαντήσεις για τον τρόπο με τον οποίο η νέα εξουσία θα επιτύχει εκεί που απέτυχε η προηγούμενη. Γιατί, το να λύνεις ένα πρόβλημα στην πράξη απέχει πολύ από το να υπόσχεσαι με αυτοπεποίθηση πως έχεις τη λύση «στο τσεπάκι σου»!

Αλλά, απαντήσεις ζητά ο πολίτης και σε ερωτήματα που αφορούν όχι αναγκαίες πολιτικές που δεν υλοποιήθηκαν αλλά νέες πολιτικές που έχουν εξαγγελθεί, σύμφωνα με ένα ιδεολογικό πλαίσιο διαφορετικό από εκείνο των προκατόχων της εξουσίας. Ειδικά, αν η υποκείμενη ιδεολογία αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης για το κατά πόσον οι πολιτικές αυτές είναι απόλυτα φιλικές προς το κοινωνικό σύνολο...

Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, μία ενδεικτική καταγραφή πιθανών ερωτημάτων του πολίτη για το πώς η νέα κυβέρνηση προτίθεται να χειριστεί μερικά από τα σημαντικά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία.

1. Η εικόνα εξαθλίωσης που εμφανίζουν τα ελληνικά πανεπιστήμια σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με το λεγόμενο «πανεπιστημιακό άσυλο», μία από τις μεγαλύτερες πληγές της ανώτατης παιδείας. Η νέα κυβέρνηση έχει λάβει σαφείς δεσμεύσεις για την κατάργησή του. Σε θεσμικό επίπεδο αυτό είναι εύκολο, αφού το ζήτημα επιλύεται με έναν νόμο που μετά βεβαιότητας θα ψηφιστεί στη Βουλή. Η εφαρμογή του νόμου στην πράξη, όμως, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε βίαιες συγκρούσεις με ομάδες ανομίας που, με την πολιτική κάλυψη και ανοχή «προοδευτικών» κύκλων, έχουν μάθει να θεωρούν το πανεπιστήμιο σαν λημέρι κι ορμητήριό τους. Ως πού είναι διατεθειμένη η νέα κυβέρνηση να φτάσει ώστε να επιβάλει τον νόμο; Και, θεωρεί ότι διαθέτει τα μέσα προς τον σκοπό αυτό; (Το τελευταίο ερώτημα δεν είναι ρητορικό, ζητά πραγματική απάντηση.)

2. Στο κέντρο της Αθήνας δρουν ανεξέλεγκτα (και επίσης υπό την πολιτική κάλυψη «προοδευτικών» κύκλων) ομάδες περιθωριακών στοιχείων που θεωρούν ως κεκτημένο τους δικαίωμα να επιβάλλουν βίαια τους δικούς τους «νόμους» σε πάντες τους μη αρεστούς. Σχεδόν καθημερινές είναι οι δολοφονικές επιθέσεις τους στις αστυνομικές δυνάμεις, περιστατικά στα οποία η ειδησεογραφία αναφέρεται με την στερεότυπη κατάληξη «δεν υπήρξαν συλλήψεις ή προσαγωγές». Είναι φανερό ότι το μόνο που επιτρέπεται στις δυνάμεις της τάξης είναι να αμύνονται. Θα υπάρξουν τώρα διαφορετικές εντολές, στην κατεύθυνση της αυτονόητης επιβολής του νόμου; Και, επαρκούν οι αστυνομικές δυνάμεις της πόλης για την αντιμετώπιση των ακραία βίαιων αντιστάσεων που αναμένονται; (Να συνυπολογίσουμε εδώ και κάποιες γνωστές φωνές στο Κοινοβούλιο, που θα μιλούν για «αστυνομικό κράτος» και για κυβέρνηση που πορεύεται με γνώμονα το δόγμα «νόμος και τάξη».)

3. Όμως, τα προβλήματα της Αθήνας δεν περιορίζονται στη δράση ακραίων ομάδων με (ας τα ονομάσουμε έτσι) «πολιτικά» κίνητρα. Όσοι έχουμε την «κακή» συνήθεια να περπατούμε στο κέντρο της πόλης (ειδικά, σε μεγάλη ακτίνα γύρω από την πλατεία Ομονοίας) παρατηρούμε με αίσθημα δέους μία βαθιά πολιτισμική αλλοίωση του τοπίου. Και, δεν θα τολμούσα να θίξω την ιερή πολυπολιτισμικότητα αν το φαινόμενο δεν συνδεόταν άμεσα με ένα κλίμα γενικευμένης ανομίας. Χρήστες ουσιών παίρνουν ελεύθερα τη δόση τους μπροστά στα μάτια των διερχομένων, την οποία δόση αγόρασαν πριν λίγο από αλλοδαπούς εμπόρους που κάνουν χρυσές δουλειές στα πέριξ... Κλεφτρόνια με δεξιότητες ταχυδακτυλουργού είναι έτοιμα ανά πάσα στιγμή να σου ανοίξουν την τσάντα χωρίς καν να το πάρεις είδηση, ενώ άλλοι «επιχειρηματίες» πουλούν κλεμμένα κινητά σε τιμή ευκαιρίας... Αν είναι κάποιος «τυχερός», μπορεί ακόμα και να δει ανθρώπους να σφάζονται στη μέση του δρόμου! (Τα παραπάνω δεν μου τα αφηγήθηκαν, υπήρξα αυτόπτης μάρτυς τους – σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, και παρ’ ολίγον θύμα.) Ερώτηση: Υπάρχει σχέδιο για την αποκατάσταση της ομαλότητας στο κέντρο της πόλης, χωρίς να απειληθεί η ασφάλεια των κατοίκων και (ας το πούμε κι αυτό) η κατεστημένη, πλέον, πολυπολιτισμικότητα;

4. Μία από τις πλέον δυσάρεστες παρενέργειες της πολυπολιτισμικότητας είναι η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα. Και δεν αναφέρομαι τόσο στον αριθμό των εγκλημάτων, όσο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους. Ειδικά όταν τα θύματα είναι ηλικιωμένα και ανήμπορα άτομα που βασανίζονται απάνθρωπα – και συχνά δολοφονούνται με τρόπο άγριο – για την ευτελή λεία μερικών δεκάδων ευρώ. Υπάρχει σχέδιο πρόληψης της εγκληματικότητας, ή θα αρκούμαστε πάντα στην εκ των υστέρων ταυτοποίηση των δραστών (εδώ η αστυνομία έχει πράγματι να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες);

5. Σε συνέχεια της προηγούμενης παρατήρησης θα πρέπει να πούμε ότι η Ελλάδα είναι – οφείλει να είναι – μία φιλόξενη χώρα. Ειδικά για εκείνους που καταφεύγουν εδώ για να σώσουν τις ζωές τους από τη φρίκη του πολέμου ή την απειλή τυραννικών καθεστώτων. Είναι αναγκαίο, λοιπόν, ένα πολύ προσεκτικό «φιλτράρισμα» όσων περνούν τα σύνορα της χώρας δηλώνοντας «πρόσφυγες» ή επιδιώκοντας να αποκτήσουν την ιδιότητα του μετανάστη. Ο τόπος πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει την αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου στις μεταναστευτικές ροές, αφού ανάμεσα σε ανθρώπους με αγαθές προθέσεις παρεισφρέουν και κοινοί τυχοδιώκτες και σκληροί κακοποιοί που έρχονται με κίνητρο το εύκολο χρήμα (ακόμα κι αν χρειαστεί να το αρπάξουν βίαια), ενισχύοντας το οργανωμένο έγκλημα. Θα μπορέσει η νέα κυβέρνηση να ανακόψει την ανεξέλεγκτη είσοδο τέτοιων κακοποιών στοιχείων στη χώρα; Και, θα κατορθώσει τελικά να απαλείψει τις επιπτώσεις από την άφρονα και εθνικά επικίνδυνη «πολιτική ανοιχτών συνόρων» που με ιδεολογική συνέπεια εφάρμοσε το προηγούμενο σύστημα εξουσίας;

6. Οι προθέσεις ως προς την εξυγίανση του δημόσιου συστήματος Υγείας περιγράφονται με όμορφα λόγια που υποκρύπτουν θολά νοήματα. Ακούμε για το «πάντρεμα» του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, σαν έναν εξασθενημένο οργανισμό που του χορηγείς βιταμίνες για να δυναμώσει. Ακούμε επίσης ότι τα έξοδα του «γάμου» δεν θα βαρύνουν τον πολίτη. Η τελευταία αυτή διαβεβαίωση, εν τούτοις, ηχεί πολύ καλή για να είναι αληθινή, και ευλόγως οι ασφαλισμένοι την υποδέχονται με έναν βαθμό δυσπιστίας. Ο λόγος είναι ότι, σε αντίθεση με το δημόσιο (με τις όποιες γνωστές παθογένειές του) ο ιδιωτικός τομέας δεν εμφορείται από αίσθημα επιτέλεσης λειτουργήματος: τα κίνητρά του είναι αμιγώς επαγγελματικά. Θα είναι πάντοτε σε θέση το δημόσιο να ανταποκρίνεται απόλυτα στις απαιτήσεις της συνεργασίας με τους ιδιώτες, ή θα αναγκαστεί κάποια στιγμή να στραφεί στους ασφαλισμένους; Και, αν τούτο συμβεί, υπάρχει ή όχι περίπτωση de facto δημιουργίας υπηρεσιών ασφάλισης δύο ταχυτήτων, όπου ποιοτική περίθαλψη θα απολαμβάνουν μόνο όσοι ασφαλισμένοι θα έχουν να πληρώσουν το «κάτι παραπάνω»; Αυτά τα ερωτήματα δεν θα θέτει η Αριστερά, τα θέτει η κοινή λογική!

7. Υπάρχει διάχυτη στην κοινωνία η εντύπωση ότι το λεγόμενο κοινωνικό κράτος δεν βρίσκεται ανάμεσα στους πρωταρχικούς οραματισμούς της παρούσας κυβέρνησης. Για την ακρίβεια, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι κορυφαία πρόσωπα της κυβέρνησης απεχθάνονται αυτή τούτη την ιδέα του κοινωνικού κράτους. Και, ειδικότερα, ελάχιστη ευαισθησία διαθέτουν για το ζήτημα της προστασίας της εργασίας. Όσο και αν η επίκληση του ονόματος «Πινοσέτ» από την Αριστερά θα μπορούσε, με βάση το πνεύμα του λόγου, να θεωρηθεί και ως υβριστική, το γεγονός παραμένει ότι ο δικτάτορας Πινοσέτ ήταν εκείνος που πρώτος πειραματίστηκε με τις ιδέες του οικονομικού φιλελευθερισμού στην ακραιφνή τους εκδοχή – την ίδια εκείνη εκδοχή που εκπροσωπεί η σχολή σκέψης στην οποία είναι ιδεολογικά ενταγμένος ο πρωθυπουργός. Όλα αυτά δημιουργούν εύλογες ανησυχίες σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το οποίο ζητά σαφείς απαντήσεις ως προς τις προθέσεις της κυβέρνησης σε θέματα κοινωνικής πολιτικής. Θα δοθούν;

Θα αρκεστούμε στα λίγα ερωτήματα που παραθέσαμε πιο πάνω. Άλλωστε, όπως αναφέραμε στην αρχή, η επιλογή τους είναι καθαρά ενδεικτική, δεν καλύπτει ολόκληρο το φάσμα των απαντήσεων που εξαρχής οφείλονται στην κοινωνία από την νέα κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση, η συμβατότητα των διακηρυγμένων θέσεων με την πολιτική που θα ασκηθεί στη συνέχεια, θα κρίνει την συνέπεια της κυβέρνησης στο τέλος της τετραετίας.

Μικρές αποκλίσεις είναι φυσικό να συμβούν, στο βαθμό που κυβερνούν άνθρωποι και όχι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Μία μόνο ανθρώπινη αδυναμία είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτή, και οι όποιες αποκλίσεις πολιτικής λόγω αυτής θα είναι καταδικαστικές για την κυβέρνηση στη συνείδηση της κοινωνίας: H αλαζονεία. Από την οποία χορτάσαμε τα τεσσεράμισι χρόνια που προηγήθηκαν. Έστω και αν – κακώς κατά τη γνώμη μου – στείλαμε στη Βουλή κάποιους κορυφαίους εκπροσώπους της με επιτηδευμένα ανορθόγραφα ονόματα...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ηθικά πλεονεκτήματα ή ηθικά μειονεκτήματα;


Παρά την εξ ανάγκης καταφυγή σε πρόωρες εκλογές, η λεγόμενη «ανανεωτική Αριστερά» πέτυχε κάτι εντυπωσιακό. Άσκησε απρόσκοπτα την εξουσία εν μέσω μνημονιακής λαίλαπας, έχοντας στο μεταξύ διαψεύσει τόσο τις ίδιες τις αριστερές αρχές (οι οποίες πάνω απ’ όλα καθιστούν την ευτέλεια του ακραίου λαϊκισμού ασύμβατη με το γενικότερο αριστερό ήθος) όσο και τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και (ανεδαφικές, εν τέλει) υποσχέσεις με τις οποίες είχε αρχικά σαγηνεύσει την ελληνική κοινωνία.

Μία δημοφιλής ερμηνεία της ανεκτικότητας που επέδειξε η κοινωνία αυτή τα περισσότερα από τέσσερα χρόνια αριστερής διακυβέρνησης, κάνει αναφορά στο περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα» το οποίο εξ ορισμού, υποτίθεται, φέρει ως αποκλειστικό προνόμιο η ελληνική Αριστερά. Μία ιδέα που η ίδια η Αριστερά προπαγάνδισε συστηματικά και διακίνησε αποτελεσματικά ώστε να εξασφαλίσει την κατά το δυνατόν καλόπιστη αντιμετώπισή της από τους πολίτες.

Η παραπάνω ιδέα σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τα γεγονότα που συνέβησαν κατά την διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, καθώς και μετά από αυτόν. Αν, εν τούτοις, θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, θα πρέπει να αναφερόμαστε όχι τόσο στο «ηθικό πλεονέκτημα» των ηττημένων του πολέμου, όσο στο «ηθικό μειονέκτημα» των νικητών. Είναι το δεύτερο που de facto στοιχειοθετεί το πρώτο! Και, για τις ανάγκες μίας ισόρροπης ανάλυσης, θα πρέπει εξίσου να εξετάσουμε και το ηθικό μειονέκτημα των ηττημένων. Αν μη τι άλλο, σε επίπεδο προθέσεων…

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε επίσημα το 1945. Για την Ελλάδα το τέλος ήρθε λίγο νωρίτερα – οι τελευταίοι Γερμανοί έφυγαν τον Οκτώβριο του 1944. Λίγο αργότερα ήρθαν τα «Δεκεμβριανά», προανάκρουσμα του φοβερού εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε.

Ο Εμφύλιος, κατά τους ιστορικούς, τελείωσε το 1949 με νίκη των δυνάμεων του «αστικού» κοινοβουλευτικού συστήματος (της «Δεξιάς», όπως συνήθως λέγεται) και ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων (της «Αριστεράς», αν και ο όρος έχει σημαντικά διευρυνθεί εννοιολογικά και πολιτικά από τότε).

Αυτά λένε τα επίσημα ιστορικά συγγράμματα. Γιατί, η εμπειρία λέει άλλα: πως ο Εμφύλιος στην πραγματικότητα δεν τέλειωσε ποτέ! Το αναλλοίωτο πολιτικό λεξιλόγιό του, το οποίο μένει ζωντανό σε πείσμα του χρόνου, το καταδεικνύει. Όπως και το άσβεστο μίσος που άφησαν ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές οι εμφυλιοπολεμικές παρατάξεις, οι αυτόκλητοι πολιτικοί κληρονόμοι των οποίων διεκδικούν – κάθε πλευρά για τον εαυτό της – το αποκλειστικό δικαίωμα στην επίκληση της «ηθικής ανωτερότητας».

Το να αναζητά κανείς ηθικά πλεονεκτήματα σε πολιτικούς χώρους που ενεπλάκησαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (ακόμα περισσότερο, αν πρόκειται για εκείνον από τους αντιπάλους που φέρει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για το ξεκίνημα της σφαγής) φαντάζει οξύμωρο. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, το ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται είναι όχι αν η Δεξιά ή η Αριστερά δικαιούται να διεκδικεί το ηθικό πλεονέκτημα στη μετεμφυλιοπολεμική Ιστορία, αλλά σε ποια από τις δύο πλευρές θα πρέπει να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα! Γιατί, η ηθική ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα του δικού μας εμφυλίου. Ο οποίος ουσιαστικά δεν ξεκίνησε το 1946 – ούτε καν με τα «Δεκεμβριανά» – αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής…

Η τιμημένη Εθνική Αντίσταση, πάνω στην οποία αργότερα χτίστηκαν πολιτικές καριέρες – και χάριν της οποίας χορηγήθηκαν εθνικές συντάξεις – δεν ήταν πάντα μία πράξη αυθόρμητου πατριωτισμού και ανιδιοτελούς αυταπάρνησης. Ας δούμε τι γράφει (*) ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και καθηγητής νεοελληνικής Ιστορίας, Richard Clogg, στον οποίο μόνο μεροληψία ή ανθελληνικότητα δεν μπορεί να χρεωθεί:

«Στο τέλος του Ιουνίου 1941, λίγες μέρες μετά την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα – της επίθεσης του Χίτλερ εναντίον της Ρωσίας – συνήλθε η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για να καθορίσει τη γραμμή του κόμματος, τώρα που ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε μετατραπεί σε μεγάλο πατριωτικό πόλεμο για την άμυνα της μητέρας Σοβιετικής Ρωσίας. Η 6η Ολομέλεια αποφάσισε ότι το ουσιαστικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών ήταν να οργανωθούν για την άμυνα της Σοβιετικής Ένωσης και για την αποτίναξη του ξένου φασιστικού ζυγού. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός, ο ελληνικός λαός κλήθηκε να προσχωρήσει στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1941. (…) Η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας μετά τον πόλεμο ήταν ένας εξίσου σημαντικός στόχος για τους κομμουνιστές, όσο και η αντίσταση ενάντια στον κατακτητή.»

Στον Εμφύλιο διαπράχθηκαν απίστευτες θηριωδίες και από τις δύο πλευρές και καταλύθηκε κάθε έννοια δικαιοσύνης, δημοκρατικού ήθους και ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι τον πόλεμο αυτό ξεκίνησε μία παράταξη που στόχο είχε να παραδώσει τη χώρα στην πιο στυγνή μορφή ολοκληρωτισμού που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα πριν καν ακόμα γνωρίσει την εφιαλτική βαρβαρότητα του ναζισμού. Το ότι τελικά δεν το πέτυχε (πράγμα που ούτως ή άλλως είχαν προδικάσει οι προηγηθείσες μυστικές συνεννοήσεις Τσώρτσιλ – Στάλιν για τις «σφαίρες επιρροής» στα Βαλκάνια) δεν αντανακλά απλά και μόνο το ιστορικό αποτέλεσμα ενός πολέμου αλλά αποτέλεσε, συμβολικά και ουσιαστικά, την αφετηρία μίας εντυπωσιακής αναγέννησης της χώρας. Για το αν οδηγήθηκε, τελικά, σε αποτυχία η «αστική» δημοκρατία, ασφαλώς δεν ευθύνεται το ίδιο το πολίτευμα αλλά ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν οι πάντες, λαός και εξουσία…

Ας πάμε τώρα στους νικητές του Εμφυλίου. Έχουν καταρχήν κατηγορηθεί πως η στρατηγική τους έφερε την «ξενοκρατία» των Άγγλων και, στη συνέχεια, των Αμερικανών. Αν και αυτό είναι αληθές, αν το δούμε ψυχρά θα διαπιστώσουμε ότι αποτέλεσε αναγκαίο κακό. Ήταν αδύνατο να κερδίσει τον πόλεμο από μόνος του ένας αποδεκατισμένος τακτικός στρατός μιας κατεστραμμένης χώρας, ενάντια σε έναν «μπαρουτοκαπνισμένο» κι ετοιμοπόλεμο, καλά οργανωμένο και πειθαρχημένο, αλλά και σκληραγωγημένο σε αντίξοες φυσικές συνθήκες, ανταρτικό στρατό. Αν δεχθούμε ότι, για τη σωτηρία της χώρας από την ολοκληρωτική απειλή, ισχύει το δόγμα πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, το ζήτημα της ξενοκρατίας θα πρέπει, τουλάχιστον για την ιστορική εκείνη περίοδο, να αποδαιμονοποιηθεί.

Όμως, υπάρχουν κάποια μέσα που δεν θα μπορούσαν να καθαγιαστούν, όσο ιερό και αν θεωρήσει κάποιος τον σκοπό. Για να φτάσει στη νίκη και, κυρίως, για να εδραιώσει στη συνέχεια την κυριαρχία της, η «αστική» παράταξη επιστράτευσε, μεταξύ άλλων, μερικά από τα χειρότερα κοινωνικά στοιχεία της περιόδου της Κατοχής, κάποιους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή επειδή έβλεπαν τον κομμουνισμό σαν μεγαλύτερη απειλή από τον ναζισμό! Τα άτομα αυτά όχι μόνο συγχωρήθηκαν για τα εγκλήματά τους και γλίτωσαν από το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά συχνά βρέθηκαν να κατέχουν και σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Αντιγράφω και πάλι από τον Clogg:

«Μια από τις πιο απεχθείς πλευρές αυτής της νομοθεσίας ‘περί εκτάκτου ανάγκης’ ήταν η εμμονή σε ένα πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων για την απόκτηση θέσης στο δημόσιο, για δίπλωμα οδηγού, για διαβατήριο και για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Αυτά τα πιστοποιητικά τα χορηγούσε η αστυνομία, που δημιούργησε ένα μεγάλο σύστημα φακέλων όπου ήταν καταγεγραμμένα τα πραγματικά ή υποτιθέμενα πολιτικά φρονήματα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Μερικοί από τους υπεύθυνους για την εφαρμογή αυτού του καταπιεστικού συστήματος είχαν αμφίβολο παρελθόν συνεργασίας με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου.»

Όμως, πέρα και πάνω απ’ όλα, το ήθος του νικητή κρίνεται από τη στάση του απέναντι στον ηττημένο. Τα στρατοδικεία, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις, αλλά και το παρακράτος – χωροφύλακας που αφέθηκε να θεριέψει (κυρίως στην περιφέρεια), παραπέμπουν στις χειρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Και η Μακρόνησος, αυτό το μικρό «ελληνικό Άουσβιτς», θα συμβολίζει πάντα την οριστική απώλεια του δικαιώματος της Δεξιάς να επικαλείται ένα κάποιο δικό της «ηθικό πλεονέκτημα» μετά τον Εμφύλιο. Η πρόσφατη απομάκρυνση από τους κόλπους της σύγχρονης δεξιάς παράταξης, κάποιων αμετανόητων απογόνων των βασανιστών του ιστορικού εκείνου κολαστηρίου, σίγουρα καταγράφεται ως θετικό δείγμα γραφής για τον πολιτικό αυτό χώρο…

Εν κατακλείδι, το ερώτημα που θα πρέπει να τίθεται δεν είναι το ποιος έχει το ηθικό πλεονέκτημα σε έναν εμφύλιο που ως τα σήμερα (έστω με άλλους τρόπους) καλά κρατεί, αλλά το ποιος θα πρέπει, τελικά, να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα. Θα απογοητεύσω, ίσως, τον αναγνώστη μη δίνοντας απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ομολογώ όμως πως ούτε κι εγώ την έχω βρει ακόμα…

(*) Richard Clogg, “A Short History of Modern Greece” (Cambridge University Press, 1979). Ελληνική έκδοση: «Σύντομη Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας» (Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1984).

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 28 Μαΐου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Αναμνήσεις από ένα εκλογικό κιόσκι…


Ζητώ εκ προοιμίου την κατανόηση του αναγνώστη για την κατάχρηση πρώτου ενικού στο παρόν κείμενο. Όμως, με κανένα άλλο γραμματικό σχήμα (που δεν θα πρόδιδε την εξ ορισμού προσχηματική χρήση του) δεν θα μπορούσα να περιγράψω προσωπικές εμπειρίες…

Ήταν λίγες μέρες πριν την Κυριακή των εκλογών. Καθώς έβγαινα από τον σταθμό Συγγρού-Φιξ του Μετρό, είδα στημένο στη γνωστή του θέση το εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ. Μία παρέα νέων ανθρώπων συζητούσαν σε ήρεμους τόνους για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση και τις επικείμενες εκλογές. Έδιναν την εικόνα ανθρώπων που θα μπορούσαν, ίσως, ακόμα και να ακούσουν μια άλλη άποψη χωρίς να βάλουν το χέρι στη θήκη με το περίστροφο!

«Πώς άλλαξαν οι καιροί!», σκέφτηκα, καθώς το μυαλό μου πήγε κάπου τέσσερα χρόνια πίσω, στο ίδιο ακριβώς σημείο έξω από τον σταθμό Συγγρού-Φιξ. Ήταν τέλη Ιουνίου ή αρχές Ιουλίου, το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015…

Το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ζούσε τότε ένα αληθινά «χιτσκοκικό» θρίλερ. Το σαββατοκύριακο που είχε προηγηθεί είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μια χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει την διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, και οι παρανοϊκές φαντασιώσεις ενός νεο-σταλινικού υποψήφιου κουρσάρου του εθνικού νομισματοκοπείου, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Με τον καιρό γίναμε αποδέκτες απίστευτων αποκαλύψεων που άγγιζαν, αν όχι ξεπερνούσαν, τα όρια ενός εθνικού εφιάλτη! Ακούσαμε για σχέδια μεθοδευμένης χρεοκοπίας της χώρας και καθολικής φτωχοποίησης των Ελλήνων, στο πλαίσιο μίας αντίληψης για την επίτευξη «κοινωνικής δικαιοσύνης» μέσω γενικευμένης ισοπέδωσης. Μάθαμε για σκέψεις εθνικοποίησης των – ήδη κλειστών – τραπεζών, με βέβαιη την παράλληλη εξανέμιση των καταθέσεων των πολιτών, αφού, στη λογική του μαρξιστικού πουριτανισμού, οι έχοντες τραπεζικές καταθέσεις (ακόμα και οι μικρο-καταθέτες!) ανήκαν στην επαίσχυντη κατηγορία των «βολεμένων αστών» και έπρεπε να υποστούν την ανάλογη τιμωρία προς όφελος αυτών που δεν είχαν ένα ευρώ στην άκρη. Ακούσαμε για σχέδια διανομής τροφίμων και βασικών ειδών διαβίωσης με το δελτίο, ακόμα και για συσσίτια που παρέπεμπαν σε φοβερές μνήμες Κατοχής.

Το τραγικότερο και πολιτικά κυνικότερο όλων: Γίναμε μάρτυρες της απάνθρωπης μεταχείρισης των ηλικιωμένων, που στήνονταν – συχνά μάταια – έξω από κλειστές τράπεζες μες στο αφόρητο λιοπύρι του καλοκαιριού, για να εξασφαλίσουν λίγα ευρώ, ίσα να επιβιώσουν. Πράγμα που δεν μπορεί αλλιώς να ερμηνευτεί παρά με την υπόθεση ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν θεωρήθηκε ότι ανήκαν στον συμπαγή πυρήνα της εκλογικής «πελατείας» του κυβερνώντος κόμματος.

(Θυμάμαι τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μία τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε – πλην θαυμαστών – να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία»! Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες…)

Αντίθετα, είδαμε ένα συστηματικό προπαγανδιστικό «χαϊδολόγημα» της νέας γενιάς, ιδιαίτερα εκείνου του κομματιού της που δεν είχε κατορθώσει να βρει μία θέση στην αγορά εργασίας. Όσο κι αν ακούγεται ανατριχιαστικό, υπήρχαν νέα παιδιά που περίμεναν ανυπόμονα τη στιγμή που το μαρξιστικό (υποτίθεται) καθεστώς «θα τα πάρει» από τους «βολεμένους» για να τα μοιράσει «δίκαια» σ’ αυτούς που ζητούν μία ευκαιρία για δουλειά και αξιοπρεπή επιβίωση. Μια ματιά στα απίστευτης αγριότητας σχόλια που μαζικά αναρτήθηκαν προ του δημοψηφίσματος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα αρκούσε για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος των προσδοκιών που έντεχνα καλλιεργήθηκαν…

Ήταν, λοιπόν, λίγες μέρες μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος – και λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή του. Κατηφόριζα προς το μετρό, όταν βρέθηκα μπροστά στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ όπου μία παρέα νεαρών (αγόρια και κορίτσια) μοίραζαν προπαγανδιστικά φυλλάδια υπέρ του ‘ΟΧΙ’. Κοντοστάθηκα να ρίξω μια ματιά και, με την ευκαιρία, επιχείρησα να ξεκινήσω μία κουβέντα. Τους ρώτησα ποια, κατά τη γνώμη τους, θα ήταν η επόμενη μέρα αν το αποτέλεσμα ήταν ‘ΟΧΙ’, για να εισπράξω ως απάντηση μερικές γενικόλογες ηρωικές ρητορείες και αφορισμούς κατά των πολιτικών δυνάμεων «των μνημονίων».

Όταν επέμεινα στην ερώτηση, μου έσκασαν τελικά το μυστικό: Πανικόβλητες οι δυνάμεις της Ευρώπης μπροστά στη θέληση του ελληνικού λαού, θα υποτάσσονταν και θα μας πρόσφεραν γη και ύδωρ προκειμένου να μην αποχωρήσουμε από την ευρωπαϊκή οικογένεια! Κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσω τη συζήτηση. Έτσι, έκανα να φύγω, λέγοντας: «Αν βρεθούμε ξανά εδώ την ερχόμενη Δευτέρα, θα έχουμε την ευκαιρία να σχολιάσουμε το αποτέλεσμα.»

Το πρόσωπο μίας κοπέλας που καθόταν ως τότε σιωπηλή, πήρε ξάφνου μια άγρια όψη: «Αν είσαι απ’ αυτούς που θα ψηφίσουν ‘ΝΑΙ’, δεν θα ‘χω να πω τίποτα μαζί σου τη Δευτέρα. Από κείνη τη στιγμή και μετά, θα είσαι εχθρός μου!» Τους είπα πως η ακραία αυτή θέση καταδεικνύει το πόσο πράγματι δίχασε τον ελληνικό λαό αυτό το δημοψήφισμα. Ένας νεαρός φάνηκε να δαγκώνεται για την επικοινωνιακή γκάφα της συντρόφισσας και βάλθηκε ευθύς να την δικαιολογήσει, λέγοντας πως δεν το εννοούσε έτσι ακριβώς όπως το εξέφρασε.

Από μια άλλη κοπέλα, τότε, δέχθηκα μία προσωπική ερώτηση διατυπωμένη σε τρίτο πρόσωπο: «Ας μας πει ο κύριος, εργάζεται;» Της απάντησα πως είμαι εκπαιδευτικός. Υποδέχθηκε την απάντησή μου με το θριαμβευτικό ύφος ανθρώπου που μόλις ξεσκέπασε μια σκοτεινή συνωμοσία: «Α, έτσι πες μου! Είδατε, ο κύριος ανήκει στους βολεμένους!» Η πρώτη κοπέλα σήκωσε ακόμα πιο πολύ την ένταση καθώς άρχισε να μιλά για το πρόβλημα χρόνιας ανεργίας που αντιμετώπιζαν όλα τα μέλη της παρέας. Όμως, κάποια στιγμή ξέφυγε: «Ξέρεις τι είναι να σου σπάσουν οι μπάτσοι το κεφάλι; Εσένα σου το ‘χουν σπάσει ποτέ;»

Έκανα την μάλλον αφελή ερώτηση αν ένα σπασμένο κεφάλι θα αποτελούσε τεκμήριο αξιοπιστίας μου ως συνομιλητή, αλλά εκείνη δεν άκουγε πια: ήμουν ο «εχθρός» που έπρεπε με κάθε τρόπο να εξοντωθεί! Κατάλαβα ότι μία περαιτέρω παραμονή μου στο κιόσκι θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες κλιμακώσεις, και έφυγα χαιρετώντας βιαστικά. Η δεύτερη κοπέλα είχε τον τελευταίο, νικητήριο λόγο: «Ε, βέβαια, του τελείωσαν τα επιχειρήματα και το βάζει στα πόδια!»

Ομολογώ ότι δεν το άκουσα να αρθρώνεται επί λέξει, μπορούσα όμως να το διαβάσω στα μάτια τους που ξεχείλιζαν από θυμό: «Περίμενε να ‘ρθει η Δευτέρα και θα τα πούμε με όλους εσάς τους βολεμένους!» Κι αν δεν άκουσα εγώ κάτι τέτοιο, το άκουσαν πολλοί γνωστοί, ακόμα κι από επιστήθιους φίλους τους! Κάποιοι επιχείρησαν τότε, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, να διχοτομήσουν την κοινωνία στήνοντας αριστοτεχνικά το τερέν μίας οιονεί εμφύλιας διαμάχης…

Καθώς το βουητό από την κίνηση στη Συγγρού με επανέφερε στο «σήμερα», αναλογίστηκα πόσα έχουν αλλάξει από εκείνο το φοβερό καλοκαίρι του ’15. Χιμαιρικά οράματα που διαψεύστηκαν και κατέρρευσαν… Μεγαλόστομες διακηρύξεις και ανεδαφικές υποσχέσεις που αποδείχθηκαν κοινά πολιτικά ψεύδη… Αποδαιμονοποίηση του πραγματισμού και (μερική, τουλάχιστον) αποδοχή του ως εργαλείου άσκησης πολιτικής… Και, εν τέλει, (μερική και πάλι) συνειδητοποίηση από την κοινωνία ότι στην δημοκρατία δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» αλλά, απλά, εκείνοι που σκέπτονται «έτσι» κι οι άλλοι που σκέπτονται «αλλιώς»!

Τούτη τη φορά δεν κοντοστάθηκα καν στο εκλογικό κιόσκι του ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε, οι ερωτήσεις τώρα πάλιωσαν. Κι οι απαντήσεις έχουν προ πολλού πια γίνει γνωστές…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Όταν η εξουσία σκότωσε την αριστερή διανόηση

Τα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου ήταν επώδυνα για την ελληνική Αριστερά. Εκείνοι που κέρδισαν τον πόλεμο έχασαν την ευκαιρία και μίας παράλληλης ηθικής νίκης, επιλέγοντας να επιδείξουν απάνθρωπη σκληρότητα απέναντι στους ηττημένους. Φυλακίσεις, εκτελέσεις, ξερονήσια, κοινωνικά φρονήματα… Χρειάστηκε ακόμα και να επιστρατευτούν άτομα που συνεργάστηκαν με τους ναζί την περίοδο της Κατοχής. Ήξεραν καλά την τέχνη!

Η έλλειψη ελευθερίας, ειδικά σε ό,τι αφορά τον λόγο, έχει και μία θετική συνέπεια: αναγκάζει τον άνθρωπο να αναζητήσει κώδικες επικοινωνίας για να διοχετεύσει όλα εκείνα που δεν μπορεί να εκφράσει άμεσα. Κι αυτή η ανάπτυξη ευρηματικότητας στη συμβολική έκφραση γεννά καινούργια ποίηση, ανοίγει νέους δρόμους σε κάθε μορφή τέχνης και διανόησης. Δεν είναι τυχαίο ότι σημαντικοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι της μετεμφυλιακής περιόδου προήλθαν από τον χώρο της Αριστεράς.

Την περίοδο της Δικτατορίας, η Αριστερά βρέθηκε και πάλι στο περιθώριο (αν και – χωρίς να παραβλέπουμε τα βασανιστήρια στα μπουντρούμια – η σκληρότητα που αντιμετώπισε από το στρατιωτικό καθεστώς δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη που είχε βιώσει μετά τον Εμφύλιο από δημοκρατικά καθεστώτα). Έτσι, τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης χαρακτηρίστηκαν από την εμφάνιση ενός νέου κύματος διανόησης με εκφραστές παλιούς και νεότερους ιδεολόγους από τον χώρο της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που δεν στόχευε τότε στην κατάκτηση της εξουσίας (αφού ήταν εξ ορισμού αντισυστημική) αλλά επιχειρούσε – με τα όποια λάθη της – να συμβάλει στο χτίσιμο μιας μετα-δικτατορικής πολιτείας με ανθρώπινο πρόσωπο.

Η απαξίωση της προοπτικής της εξουσίας απέφερε ένα σημαντικό ηθικό πλεονέκτημα στην Αριστερά της Μεταπολίτευσης: την κράτησε μακριά από το χυδαίο και, στη βάση του, αντιδημοκρατικό φαινόμενο του λαϊκισμού. Την ακραία και αποκρουστική όψη του οποίου βίωσε η χώρα στις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

Επειδή, όμως, όλα τα ωραία πράγματα έχουν κάποτε ένα τέλος, η οικονομική κρίση σήμανε – σε συμβολικό, τουλάχιστον, επίπεδο – και το τέλος της ρομαντικής περιόδου της Μεταπολίτευσης. Την κρίση (ή, έστω, την εμφανή αδυναμία διαχείρισής της από το «αστικό κατεστημένο») είδε τότε σαν ευκαιρία ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος, αυτάρεσκα αυτοαποκαλούμενο «Ανανεωτική Αριστερά» – όρος που χρησιμοποιείται σήμερα καταχρηστικά, αφού οι περισσότεροι εκπρόσωποι της πάλαι ποτέ αληθινά ανανεωτικής Αριστεράς έχουν πια φύγει από τη ζωή παίρνοντας μαζί τους, δυστυχώς, και το ήθος του χώρου… Η «ανανέωση», λοιπόν, δεν αφορούσε ιδεολογική αναβάθμιση και πολιτικό εκσυγχρονισμό αλλά, απλά, αναπροσανατολισμό των στόχων προς μία και μοναδική κατεύθυνση: την κατάληψη της εξουσίας. Και, όταν αυτό επετεύχθη, επόμενος μοναδικός στόχος ήταν η διατήρησή της.

Σε μία χώρα, όμως, όπου η νηφαλιότητα και ο ορθολογισμός δεν λογίζονται ως πολιτικές αρετές, το παιχνίδι της εξουσίας απαιτεί συχνά την επιστράτευση μεθόδων που κινούνται έξω από το πλαίσιο του δημοκρατικού ήθους. Έτσι, ένα νέο λαϊκιστικό ρεύμα ήρθε να ακυρώσει στην πράξη το περιθρύλητο «ηθικό πλεονέκτημα» της («ανανεωτικής», εν προκειμένω) Αριστεράς. Κύρια χαρακτηριστικά του, ο εχθροπαθής, μισαλλόδοξος, συνθηματολογικά ευτελής και αντιδημοκρατικός λόγος, καθώς και η διαρκής προσπάθεια φίμωσης μέσω απειλών, ύβρεων ή συκοφαντίας, κάθε ελεύθερης έκφρασης που δεν υπηρετεί τους σκοπούς της «αριστερής» εξουσίας. (Σημειώνω εμφατικά ότι τα όσα αναφέρω δεν αφορούν τον χώρο της παραδοσιακής Αριστεράς, στις διάφορες ιστορικές εκδοχές και ιδεολογικές διαβαθμίσεις της.)

Ο παρακμιακός αυτός αριστερός λαϊκισμός που έκανε την εμφάνισή του μετά την κρίση, ανέδειξε μία νέα γενιά πολιτικών «μαντρόσκυλων» που εξέφραζαν το νέο ύφος και ήθος της εξουσίας. Και, όπως τα ζιζάνια πνίγουν τα σπαρτά, έτσι και η λαϊκιστική χυδαιότητα εξαφάνισε την αριστερή διανόηση. Όχι, δεν εξαφανίστηκαν οι διανοούμενοι. Θυσιάστηκαν, απλά, τα ιδεολογικά τους οράματα στον βωμό της «αριστερής» εξουσίας!

Θα αρκεστώ σε ένα παράδειγμα που, προσωπικά, με ενόχλησε ιδιαίτερα. Μετά τη φονική πυρκαγιά του καλοκαιριού του 2018 στην ανατολική Αττική, παρακολούθησα στα social media τις αναρτήσεις κάποιων φίλων που πάντα εκτιμούσα για τη μόρφωση, την καλλιέργεια και το εύρος της σκέψης τους. Και με σόκαρε το γεγονός ότι αυτοί οι μεγάλοι «αριστεροί ανθρωπιστές» δεν βρήκαν να ξοδέψουν ένα δάκρυ – έστω προσχηματικά – για την εκατόμβη των νεκρών. Το μόνο τους μέλημα ήταν «να μη χρεωθεί πολιτικά την τραγωδία ο Αλέξης»! Ακόμα και κακόγουστο κι απρεπές, για την περίσταση, «χιούμορ» επιστράτευσαν (ζητώντας, π.χ., ειρωνικά «να παραιτηθεί η κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τους νεκρούς από τις φωτιές στην Καλιφόρνια») για να αποκρούσουν κάθε απόπειρα απόδοσης ευθυνών στον κρατικό μηχανισμό, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου η κριτική σε αυτόν δεν είχε πολιτικά ελατήρια.

Το θλιβερό της υπόθεσης είναι ότι παρόμοια «χιουμοριστική» χυδαιότητα επέδειξε τότε και μέλος της κυβέρνησης, το οποίο διακρίνεται περισσότερο για τις αμετροεπείς αναρτήσεις του στα social media παρά για το κυβερνητικό του έργο. Και τη γενικότερη θλίψη προκαλεί το γεγονός ότι τις σχεδόν καθημερινές ευτέλειες του εν λόγω πολιτικού σπεύδουν πάντα να καλύψουν – συχνά μάλιστα υπερθεματίζοντας – αριστεροί διανοούμενοι σαν αυτούς στους οποίους προαναφέρθηκα. Μία κάλυψη που εκ των πραγμάτων απαιτεί έκπτωση από το επίπεδο της υψηλής διανόησης σε εκείνο του ακατέργαστου πρωτογονισμού!

Ο χυδαίος λαϊκισμός, λοιπόν, ως όργανο αναρρίχησης και διατήρησης στην εξουσία, εξαφάνισε τελικά το είδος του παραδοσιακού διανοούμενου που κάποτε εξέφραζε το ήθος της Αριστεράς. Και η διανόηση που άντεξε φυλακές και εξορίες, μοιάζει τώρα με μακρινό απόηχο μιας άλλης, ρομαντικής εποχής, που χάνεται σιγά-σιγά από τις μνήμες κάτω από τον στριγκό ήχο ρηχών, μισαλλόδοξων συνθημάτων που συνεγείρουν αφελείς (και, δυστυχώς, ιδιοτελείς) κοινωνικές μάζες.

Θα μπορούσαμε, άραγε, να καταλήξουμε στο μελαγχολικό συμπέρασμα ότι εξουσία και διανόηση είναι έννοιες ασύμβατες; Όχι απαραίτητα! Εξαρτάται από το εάν η εξουσία είναι μέσο υπηρέτησης της κοινωνίας ή απλά αυτοσκοπός. Για την σημερινή «ανανεωτική» Αριστερά, η διάζευξη γέρνει μάλλον προς την λάθος κατεύθυνση. Και τα ηθικά πλεονεκτήματα του «χθες» γίνονται πια κιτρινισμένα χαρτιά στα ντουλάπια της Ιστορίας τού «αύριο»…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Λαϊκισμός και βουλησιαρχική ουτοπία


Σε παλιότερα σημειώματα έχουμε περιγράψει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του λαϊκισμού ως πολιτικής νοοτροπίας και πρακτικής. Ας τα συνοψίσουμε:

1. Η δημαγωγική χειραγώγηση του λαού μέσω κολακευτικής προς αυτόν ρητορείας.

2. Η υπεραπλούστευση των ζητημάτων, η ρηχότητα των θέσεων και η συστηματική αποφυγή μιας σοβαρής και αντικειμενικής προσέγγισης των πραγμάτων.

3. Η στόχευση κυρίως στο θυμικό της κοινωνίας, και ελάχιστα έως καθόλου στη λογική.

4. Η καταφυγή σε εύκολη συνθηματολογία στη θέση πραγματικής πολιτικής επιχειρηματολογίας.

5. Η μανιχαϊστική απεικόνιση της πραγματικότητας ως σύγκρουσης ανάμεσα στον «καλό λαό» και σε κάποιες «κακές δυνάμεις» που επιβουλεύονται τα πάσης φύσεως συμφέροντά του, πράγμα που οδηγεί στην αναζήτηση (ή και επινόηση) «εχθρών» του λαού, και στην δαιμονοποίηση προσώπων, ιδεών ή καταστάσεων.

6. Η έντεχνη διαχείριση και πολιτική αξιοποίηση του μαζικού φόβου και του μαζικού θυμού. (Το στοιχείο του θυμού είναι το πλέον δηλητηριώδες και επικίνδυνο μέσο που χρησιμοποιεί ο λαϊκισμός, ιδίως σε περιόδους εθνικών κρίσεων.)

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, θα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει ότι κάθε πολιτική στο πλαίσιο του κομματικού συστήματος είναι εξ ορισμού λαϊκιστική! Δίνω ένα παράδειγμα: Φανταστείτε μία χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, η οποία (χώρα) βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο. Όλα τα κόμματα γνωρίζουν ότι ο μονόδρομος για τη σωτηρία της χώρας περνά μέσα από ιδιαίτερα σκληρή οικονομική πολιτική που συνεπάγεται σημαντικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών, κατακόρυφη αύξηση της φορολογίας, ασφυκτικό έλεγχο στην οικονομική δραστηριότητα των πολιτών, κλπ.

Εν τούτοις, κανένα κόμμα – ιδίως αν έχει δυναμική εξουσίας – δεν θα διανοηθεί να υποσχεθεί «αίμα και δάκρυα» στην προεκλογική ατζέντα του. Οι πολίτες θα προτιμήσουν όσους τους προσφέρουν ελπίδα για ανώδυνες λύσεις που δεν θα επιφέρουν δυσάρεστες μεταβολές στις ζωές τους. Με άλλα λόγια, θα αναδείξουν στην εξουσία εκείνους που θα υποσχεθούν «λαγούς» μέσα από κάποιο μαγικό κομματικό καπέλο. Και το μέγεθος της εκλογικής επιτυχίας αυξάνει αν πεισθεί ο λαός ότι το αντίπαλο κόμμα εκπροσωπεί δυνάμεις που επιβουλεύονται την ευημερία του.

Έτσι, ο δημαγωγικός λαϊκισμός καθίσταται προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για μία πιθανή επικράτηση στον κομματικό ανταγωνισμό. Και το ψεύδος, από επονείδιστη συμπεριφορά ανάγεται στην πράξη σε «θεμιτό» μέσο άσκησης πολιτικής, αφού «στο κάτω-κάτω, όλοι ψέματα λένε»! Ακόμα χειρότερα: η τεχνητή και καλά στημένη αντιπαλότητα των κομμάτων οδηγεί κάποιες φορές σε εθνικό διχασμό με οδυνηρές συνέπειες για τη χώρα.

Γενικά μιλώντας, η πολιτική διαμορφώνεται και επηρεάζεται από δύο παράγοντες:

1. Την λαϊκή βούληση (ή, το λαϊκό θυμικό). Αυτό αφορά τους ψηφοφόρους και είναι εκείνο που, πλειοψηφικά, καθορίζει τις επιλογές τους. Είναι η (σχεδόν κατά κανόνα ουτοπική) πολιτική του επιθυμητού.

2. Την δυνατότητα των εκλεγμένων κυβερνώντων να ικανοποιήσουν την λαϊκή βούληση, ανεξάρτητα από τις όποιες προεκλογικές δεσμεύσεις τους. Είναι η (αναπόδραστη στην πράξη) πολιτική του εφικτού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το παρανοϊκό ελληνικό δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015. Το ερώτημα που με τρόπο πολιτικά ερασιτεχνικό ετέθη, θα μπορούσε σε ελεύθερη απόδοση να διατυπωθεί ως εξής:

«Να υποταχθεί η χώρα σε ξένους δανειστές αποδεχόμενη τους όρους που θέτουν σε αυτήν, ή να αντισταθεί σε εκείνους αρνούμενη να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις τους;»

Φυσικά, η κυβέρνηση της εποχής, η οποία για λόγους πολιτικού καιροσκοπισμού είχε προκηρύξει το δημοψήφισμα, δεν μπήκε καν στον κόπο να προειδοποιήσει τον λαό για τις συνέπειες που θα είχε η απάντησή του, ιδιαίτερα αν αυτή ήταν αρνητική. Και, επειδή σε κάθε εκλογική διαδικασία η βουλησιαρχία προεξάρχει του πραγματισμού, η απάντηση ήταν περίπου η αναμενόμενη: Το 62% όσων ψήφισαν είπε «ΟΧΙ» στη συμφωνία με τους δανειστές!

Η βούληση, όμως, σπανίως αποτυπώνει τους αντικειμενικούς συσχετισμούς των πραγμάτων. Γιατί, μία τελική άρνηση των όρων που έθεταν οι δανειστές θα οδηγούσε τη χώρα στην ασύντακτη χρεοκοπία και τον λαό στην πείνα και στα θλιβερά «κατοχικά» συσσίτια που οραματιζόταν τότε ο καθηγητής Κώστας Λαπαβίτσας! Έτσι, η κυβέρνηση πήρε τελικά την σωστή απόφαση να παραβεί τη θέληση του «σοφού» λαού και να αποτρέψει μία εθνική τραγωδία που η ίδια είχε ανοήτως μεθοδεύσει (τη υποδείξει ενός επικίνδυνου νάρκισσου που, όταν δεν έδινε συνεντεύξεις, «το έπαιζε» και υπουργός).

Εν κατακλείδι, θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας όταν ζητούν «να ακουστεί η θέληση του λαού» για κρίσιμα εθνικά ζητήματα των οποίων τις λεπτές υφές ο λαός δεν είναι σε θέση να γνωρίζει (και τις οποίες υφές οι πολιτικοί επιμελώς αποκρύπτουν αποβλέποντας σε πρόσκαιρα κομματικά οφέλη). Ο αληθινός πατριωτισμός μετριέται (και) με την αποδοχή του πολιτικού κόστους, αν αυτό είναι το τίμημα για την καλύτερη υπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων. Και, δυστυχώς, το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον δεν συνάδει πάντοτε με το λαϊκό θυμικό. Εκτός, βέβαια, αν ο τόπος που δίδαξε στον κόσμο την Λογική αποφασίσει κάποτε να την ασπαστεί και ο ίδιος!

Aixmi.gr

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Άρχουσα τάξη…


Στον Hermann Göring, νούμερο 2 του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία του Χίτλερ, αποδίδεται (εν μέρει τουλάχιστον) η διαβόητη ρήση:

«Εγώ και μόνο θα αποφασίσω ποιος είναι (και ποιος δεν είναι) Εβραίος!»

Είναι κατ’ ουσίαν μία διακήρυξη του υποτιθέμενου δικαιώματός του να κρίνει εκείνος και μόνο για το ποιοι είναι «άξιοι» αφανισμού, και να προχωρεί στην δολοφονική εκτέλεσή τους χωρίς τον παραμικρό φόβο λογοδοσίας απέναντι στους νόμους. Εξ άλλου, στη ναζιστική Γερμανία ο «νόμος» ήταν εκείνος ο ίδιος!

Αν και τα μεγέθη δεν είναι, ασφαλώς, συγκρίσιμα, θυμήθηκα την πιο πάνω ρήση διαβάζοντας πρόσφατα το πόρισμα της λεγόμενης «Επιτροπής Παρασκευόπουλου» για την αντιμετώπιση της βίας στα πανεπιστήμια. Ειδικότερα, για την περίπτωση κλοπών σε πανεπιστημιακούς χώρους το πόρισμα προτείνει μεταξύ άλλων το εξής:

«Ευαισθητοποίηση των φοιτητών και των εκπροσώπων τους ώστε να γίνει σαφές ότι, όταν το θύμα είναι συνάδελφος ή καθηγητής, δεν πλήττεται η άρχουσα τάξη…»

Η παραπάνω φράση, η οποία αναφέρεται σε ηθική διαπαιδαγώγηση νέων ανθρώπων σε θέματα εγκληματικότητας, γεννά δύο ερωτήματα που ζητούν άμεσες απαντήσεις:

1. Πώς ακριβώς ορίζεται η «άρχουσα τάξη» στην οποία αναφέρεται ένα επίσημο πόρισμα (όχι κάποιο ανεύθυνο κείμενο πολιτικού ακτιβισμού, αναρτημένο στα social media); Άρα, με ποια κριτήρια μπορεί κάποιος να αποφασίσει (με λογική Göring) αν ένα υποψήφιο θύμα ληστείας ανήκει ή όχι στην «άρχουσα τάξη», έτσι ώστε να τύχει μίας λιγότερο ή περισσότερο ευαίσθητης αντιμετώπισης από τους δράστες; Επί πλέον, ποιος εγγυάται ότι οι υποψήφιοι δράστες δεν θα κατασκευάζουν κάθε φορά ad hoc κριτήρια που εξυπηρετούν την πράξη τους, βαφτίζοντας το θύμα «εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης»; (Παράδειγμα: Ο «συνάδελφος» μπορεί να είναι γιος καναλάρχη ή κόρη μεγαλοβιομήχανου. Όσο για τον καθηγητή, ακούστηκε πως είναι και σύμβουλος στις επιχειρήσεις ενός εκ των προαναφερόμενων μπαμπάδων…)

2. Θα πρέπει, άραγε, να καταλήξουμε στο εφιαλτικό συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με το μήνυμα των συντακτών του πορίσματος σε νέους ανθρώπους με υπό διαμόρφωση συνειδήσεις, οι κλοπές και οι ληστείες (εντός ή εκτός πανεπιστημίων) χάνουν μέρος της ηθικής και νομικής τους βαρύτητας, και άρα δικαιούνται να αντιμετωπίζονται με έναν βαθμό «κατανόησης», όταν με αυτές «πλήττεται η άρχουσα τάξη» – με όποιον τρόπο και αν ορίσουμε την έννοια αυτή; Με απλά λόγια, διδάσκουμε στους μαθητές μας ότι είναι κατά βάση αποδεκτός ένας αλά καρτ σεβασμός στους νόμους, ανάλογα με το αν πλήττονται «αρεστοί» ή «μη αρεστοί» του συστήματος;

Βέβαια, το πόρισμα στο σύνολό του αντανακλά διαχρονικές ιδεοληψίες μίας μερίδας του πολιτικού συστήματος, στην οποία το υπέρμετρα δαιμονοποιημένο δίπτυχο «νόμος και τάξη» εξακολουθεί να ενεργοποιεί – αταβιστικά πλέον – ένα βαθιά ριζωμένο σύνδρομο καταδίωξης. Το επικίνδυνο είναι όταν η μερίδα αυτή κυβερνά. Τότε, το «ανομία και χάος» μπορεί ακόμα και να γίνεται, στην πράξη, νόμος του κράτους…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

Ένα επίκαιρο σχόλιο για τον ανασχηματισμό

 Υπουργός Προστασίας(;) του Πολίτη

Χαμός πολύς εγίνετο
κει κάτω στην πλατεία
κι οι άνθρωποι ζητούσανε
να 'ρθεί η αστυνομία.

Μα τα "παιδιά" ξεσάλωναν
και καίγανε και σπάζαν
γιατί τους αστυνομικούς
αυτοί δε λογαριάζαν!

Και λέγανε μ' ειρωνικό
χαμόγελο στα χείλη
για μπάτσους πως δε σκιάζονται,
έχουν γερο-Βασίλη!

Κ.Π.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πολυπολιτισμικότητα, δημοκρατικότητα και εθνική αυτοσυντήρηση

Το «Τρίτο Πρόγραμμα» της κρατικής ραδιοφωνίας ήταν κάποτε ο μόνος σταθμός όπου μπορούσε κάποιος να ακούει αποκλειστικά και μόνο κλασική μουσική (ο Leonard Bernstein θα με «μάλωνε» γι’ αυτό τον όρο, αλλά θα τον χρησιμοποιήσω καταχρηστικά). Αργότερα προστέθηκαν (καλώς) και κάποιες εκπομπές λόγου. Σήμερα, όμως, τείνει να μετεξελιχθεί σε πρόγραμμα όπου ο λόγος διεκδικεί ίσο μερίδιο με τη μουσική. Συχνά, μάλιστα, ακόμα και αυτές τούτες οι μουσικές εκπομπές μοιάζουν με ρητορικές διαλέξεις εμπλουτισμένες με μουσικά διαλείμματα. (Θα ξεχωρίσω, εν τούτοις, τις υπέροχες εκπομπές του Δαυίδ Ναχμία, που αποτελούν κόσμημα για το ελληνικό ραδιόφωνο.)

Στο πνεύμα του «προοδευτισμού» της εποχής, άκουσα πρόσφατα μία εκπομπή στο «Τρίτο», στην οποία ένας «ανοιχτόμυαλος» – κατά τον παρουσιαστή – καθηγητής πανεπιστημίου επιχείρησε με πάθος μέγα (και, νομίζω, κάποιον υπεμφαινόμενο σαρκασμό) να αποδομήσει κάθε ιδέα ιστορικής και πολιτιστικής συνέχειας ανάμεσα στην κλασική αρχαιότητα και τη σύγχρονη Ελλάδα. Σε κάποια σημεία του λόγου του, μάλιστα, άφησε περίπου να εννοηθεί ότι τέτοιες θεωρήσεις εκφράζουν σήμερα κατά κύριο λόγο τους εγχώριους νεο-ναζί. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, μερικούς αφελείς εθνικιστές.

Δεν αποτέλεσε έκπληξη, βέβαια, ότι στο τέλος αποκάλυψε το όραμά του για τον βαθμιαίο μετασχηματισμό της χώρας σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία. Φυσικά, οι προϋποθέσεις του μετασχηματισμού αυτού δεν αναφέρθηκαν καν, ούτε φάνηκε να απασχολούν ιδιαίτερα τον ακαδημαϊκό. Αυτό στο οποίο εστίασε μόνο ήταν η «απαράδεκτη» και «ρατσιστική» συμπεριφορά της ελληνικής αστυνομίας να ελέγχει τα στοιχεία νομιμότητας όσων «απλά φαίνονται» αλλοδαποί (δεν θα το σχολιάσω περαιτέρω...).

Κάπου εκεί στο κλείσιμο της εκπομπής, εν είδει επιμυθίου, ο παρουσιαστής χαρακτήρισε την πολυπολιτισμικότητα ως βασικό συστατικό γνώρισμα μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η τοποθέτηση αυτή έχει ενδιαφέρον γιατί θα μπορούσε να γίνει αφετηρία συζητήσεων πάνω στο ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας, γενικά. Ας δούμε μερικά σημεία μιας τέτοιας υποθετικής συζήτησης:

1. Η πολυπολιτισμικότητα δεν επιτυγχάνεται με πολιτικές ανοιχτών συνόρων, οι οποίες με μαθηματική βεβαιότητα οδηγούν στο χάος. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, υπήρξαν εξαρχής πολυπολιτισμική χώρα. Η ένταξη, ωστόσο, ενός νέου μέλους στην αμερικανική κοινωνία δεν γίνεται άναρχα και εκβιαστικά, υπό μορφή τετελεσμένου. Η αμερικανική πολυπολιτισμικότητα δεν είναι μία de facto κατάσταση που προκαλείται από αδυναμία του κράτους να ελέγξει την παράνομη μετανάστευση, αλλά μία συνθήκη που υπόκειται σε κανόνες και θέτει προϋποθέσεις, με προεξάρχουσες εκείνες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και αυτοσυντήρηση (όσο κι αν κάποιοι όροι είναι ασύμβατοι με το προοδευτικό λεξιλόγιο...).

2. Θα πρέπει εξ ορισμού να καλοδεχθούμε την πολυπολιτισμικότητα; Εξαρτάται... Δεν θα δεχθώ μία πραγματικότητα που μου επιβάλλεται, όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στη χώρα μου, με κύριο χαρακτηριστικό την κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας (συχνά, μάλιστα, στις πιο απάνθρωπες εκδοχές της). Αντίθετα, οφείλουμε να καλοδεχθούμε εκείνους που ήρθαν ή θα έρθουν με πρόθεση να ενταχθούν αρμονικά στην ελληνική κοινωνία και να προσφέρουν στη χώρα, σεβόμενοι απόλυτα τους νόμους και τα έθιμά της και διακείμενοι φιλικά απέναντι στους ανθρώπους της.

3. Υπάρχει η άποψη ότι θα πρέπει να εντάξουμε την πολυπολιτισμικότητα στους ευρύτερους εθνικούς σχεδιασμούς μας. Δεν θα διαφωνήσω καταρχήν. Θα πρέπει, όμως, πρώτα να καθορίσουμε τα όρια αυτής της πολυπολιτισμικότητας στην οποία, πλέον, εκόντες–άκοντες συμμετέχουμε. Πόση «πολυπολιτισμικότητα» αντέχει αυτή η μικρή χώρα που μόλις άρχισε να συνέρχεται από μια οικονομική καταστροφή; Ειδικότερα, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις (θετικές ή αρνητικές) στο ασφαλιστικό σύστημα; Ποιες τροποποιήσεις θα υποστεί, αναγκαία, το εκπαιδευτικό σύστημα; Πώς θα αντιμετωπιστεί το στεγαστικό πρόβλημα; Πώς θα διασφαλιστεί η δημόσια τάξη και ο έλεγχος του (μεμονωμένου ή οργανωμένου) εγκλήματος; Πώς θα αντιμετωπιστούν τυχόν ζητήματα θρησκευτικής ή πολιτισμικής δυσανεξίας; Ο κατάλογος ερωτημάτων είναι μόνο ενδεικτικός, και οι απαντήσεις εκκρεμούν...

4. Συνιστά η πολυπολιτισμικότητα τεκμήριο δημοκρατικότητας μιας κοινωνίας; Δεν είμαι βέβαιος! Κατά μία έννοια, πολυπολιτισμική ήταν και η Σοβιετική Ένωση... Μήπως, όμως, ισχύει το αντίστροφο; Δηλαδή, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι κάθε αληθινά δημοκρατική κοινωνία αποδέχεται (αν όχι και επιδιώκει) την πολυπολιτισμικότητα; Ούτε και αυτό ακούγεται λογικό. Το δημοκρατικό πολίτευμα είναι εσωτερικό θεσμικό ζήτημα που αφορά τους πολίτες μιας χώρας και σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει a priori τη διεύρυνση μιας κοινωνίας με εισαγόμενους φορείς διαφορετικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Τώρα, το ότι την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας αντιμάχονται οι εκπρόσωποι κάποιων ακραία αντιδημοκρατικών χώρων, δεν καθιστά εξ ορισμού την αποδοχή της ιδέας αυτής αδιαμφισβήτητο κριτήριο δημοκρατικότητας!

Πριν ξεκινήσουμε, λοιπόν, να χτίζουμε την προοδευτική πολυπολιτισμική κοινωνία που ονειρευόμαστε, θα πρέπει πρώτα να έχουμε ξεκαθαρίσει τι ακριβώς είναι αυτό που ζητούμε να χτίσουμε, καθώς και ποιο μίνιμουμ προϋποθέσεων ένα τέτοιο μεγαλόπνοο σχέδιο επιβάλλει. Διαφορετικά, η πολυπολιτισμικότητα θα είναι συνθήκη που θα μας επιβληθεί εκ των πραγμάτων ως τετελεσμένο άνευ όρων και ορίων, αντί αποτέλεσμα μιας συντεταγμένης διαδικασίας κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της πολιτείας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι όποιες απόψεις πάνω στο ζήτημα αυτό δεν είναι δίκαιο να συνιστούν κριτήριο δημοκρατικότητας ή, κυρίως, έλλειψής της.

Κλείνω με μία υποσημείωση που, προσωπικά, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική. Ένας από τους μεγαλύτερους φιλέλληνες της Ιστορίας υπήρξε ο Γερμανός μουσικοσυνθέτης, ποιητής και φιλόσοφος Ρίχαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner, 1813-1883). Αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους φιλέλληνες που αγάπησαν την Ελλάδα κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) λόγω θαυμασμού για την αρχαιότητά της, ο Βάγκνερ (όπως φαίνεται καθαρά στην αυτοβιογραφία του) στράφηκε στη μελέτη της Κλασικής Ελλάδας έχοντας ως αφετηριακό ερέθισμα τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του σύγχρονού του Ελληνισμού. Για τον Βάγκνερ, η Ελλάδα αποτελούσε μία ενιαία ιδέα και μια πολιτιστική αξία με απόλυτη ιστορική συνέχεια. Μπορώ να φανταστώ, λοιπόν, ότι θα εξοργιζόταν σήμερα αν άκουγε τις απόψεις κάποιων «προοδευτικών» και «ανοιχτόμυαλων» εκπαιδευτικών. Για τους οποίους η άρνηση της Ελληνικότητας αποτελεί όχι μόνο πυρηνικό ιδεολογικό δόγμα αλλά, πιθανώς, και εφαλτήριο (αν όχι προϋπόθεση) επιτυχημένης ακαδημαϊκής καριέρας!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Εξισωτισμός ή φιλελευθερισμός; Ένα όχι ρητορικό ερώτημα

Σε μια ιδανική κοινωνία απόλυτα συνειδητοποιημένων ανθρώπων, μία πολιτική σύγκρουση θα ήταν πρωτίστως σύγκρουση ιδεολογιών. Σε μια πραγματική κοινωνία, όμως, είναι σχεδόν αποκλειστικά σύγκρουση συμφερόντων. Γνωρίζω, για παράδειγμα, μια χώρα όπου ο λαός έφερε στην εξουσία ένα κόμμα που υποσχέθηκε διάφορα ανέφικτα πράγματα (π.χ., ότι θα καταργούσε κάποιον επαχθή φόρο ακίνητης περιουσίας) και είναι τώρα έτοιμος να φέρει στην εξουσία ένα άλλο κόμμα επειδή το προηγούμενο δεν τήρησε τις ανεδαφικές υποσχέσεις του. Και ο διαχρονικός φαύλος κύκλος προσδοκιών και απογοητεύσεων καλά κρατεί στη χώρα εκείνη...

Σε ό,τι αφορά το παραπάνω παράδειγμα, ενδεικτικό της πολιτικής ιδιοτέλειας και της έλλειψης ιδεολογικών κινήτρων του λαού είναι το γεγονός ότι τα δύο κόμματα, που αποτελούν τους κατά περίσταση εκλεκτούς του, αντιπροσωπεύουν επισήμως (με βάση, δηλαδή, τις καταστατικές θέσεις τους) εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές φιλοσοφίες, και οι πολιτικές και κοινωνικές τους προτεραιότητες βρίσκονται οι μεν στον αντίποδα των δε. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, η ιδεολογική διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα θα μπορούσε συμβολικά να παρασταθεί με το δίπολο «εξισωτισμός – φιλελευθερισμός». Αν η ιδεολογία έπαιζε καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές επιλογές του λαού, η ιδεολογική ένταξη στο ένα ή το άλλο πολιτικό δόγμα θα ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Όχι τόσο (ή, αν προτιμάτε, όχι μόνο) λόγω των πλεονεκτημάτων του κάθε δόγματος αλλά (και) λόγω των εγγενών αδυναμιών που το καθένα φέρει. Ας τα δούμε αυτά επιγραμματικά:

Στον εξισωτισμό (όρο που θα χρησιμοποιήσουμε εδώ, έστω και αν δεν κριθεί απολύτως δόκιμος) προτεραιότητα έχει η ισότητα, την οποία η πολιτεία οφείλει να επιβάλλει. Αντίθετα, στον φιλελευθερισμό προέχει η ελευθερία, την οποία η πολιτεία οφείλει να προστατεύει. Ο εξισωτισμός δίνει έμφαση στο «οφείλω», ενώ ο φιλελευθερισμός στο «δύναμαι». Ως συνέπεια των παραπάνω, ο εξισωτισμός αντιμάχεται την αριστεία προς χάριν της ισότητας, ενώ ο φιλελευθερισμός επιτρέπει την ανισότητα προς χάριν της αριστείας.

Ο εξισωτισμός δίνει προτεραιότητα στην κοινωνία έναντι του ατόμου. Σε ακραίες περιπτώσεις, οδηγεί στην κατάργηση της ατομικότητας και, τελικά, στην κοινωνική ισοπέδωση. Αντίθετα, ο φιλελευθερισμός δίνει προτεραιότητα στο άτομο έναντι της κοινωνίας και, στην ακραία εκδοχή του, οδηγεί στον ατομικισμό και την περιφρόνηση προς τις αξίες του ανθρωπισμού.

Στον εξισωτισμό, η κοινωνική αλληλεγγύη επιβάλλεται από το σύστημα αντί να επαφίεται στην ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. Αυτό συνεπάγεται, ειδικά, την δημιουργία ενός εκτεταμένου κράτους πρόνοιας το οποίο συντηρείται από τις χορηγίες των «εχόντων». Ο φιλελευθερισμός, από την άλλη μεριά, θεωρεί την αλληλεγγύη ως δευτερεύουσα αξία σε σύγκριση με τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Έτσι, περιφρονεί το κράτος πρόνοιας και αντιμάχεται κάθε τι που θα μπορούσε να το ενισχύσει.

Ο εξισωτισμός υιοθετεί μία στενά ηθικιστική προσέγγιση στα ζητήματα της κοινωνίας, χάνοντας συχνά επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα. (Χτυπητό παράδειγμα είναι το αίτημα που συχνά ακούγεται για την ουσιαστική κατάργηση των συνόρων, αφού «όλοι άνθρωποι της Γης είμαστε».) Υποκαθιστά την εξατομικευμένη αίσθηση του ηθικού με μια οικουμενική ηθική όπου προεξάρχει το προκαθορισμένο χρέος απέναντι στην ομάδα.

Ο φιλελευθερισμός αδιαφορεί, κατά βάση, για τα ζητήματα της ηθικής, θεωρώντας ως «ανήθικο» κυρίως ό,τι καταργεί την ελευθερία (δεδομένων, ασφαλώς, κάποιων αυτονόητων περιορισμών της που επιβάλλεται να υπάρχουν σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία). Εδώ η ανθρώπινη συνείδηση μικρή σημασία έχει σε σύγκριση με την ανθρώπινη δυνατότητα (η πρώτη, μάλιστα, συχνά θεωρείται ότι υπονομεύει και περιορίζει την δεύτερη). Ο ανταγωνισμός, ακόμα και στις ακραίες εκδοχές του, όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται ως το μοναδικό κριτήριο δικαιώματος στην επιβίωση.

Τέλος, στην μη-κατονομαζόμενη χώρα του εναρκτήριου παραδείγματός μας το κυβερνών κόμμα, που αντιπροσωπεύει τον εξισωτισμό, καταφεύγει συχνά σε διχαστικές λαϊκιστικές ρητορείες για να κερδίσει τη συμπάθεια και υποστήριξη των μη προνομιούχων της κοινωνίας, ενώ την ίδια στιγμή δημιουργεί μια νέα τάξη προνομιούχων παρατρεχάμενων του συστήματος. Από την άλλη, το μείζον αντιπολιτευόμενο κόμμα, που ασπάζεται τον φιλελευθερισμό, αντιμάχεται επιφανειακά τον λαϊκισμό, ακολουθώντας όμως ταυτόχρονα μία εξ ίσου διχαστική τακτική που έχει σαν αποτέλεσμα να στρέψει μία κοινωνική τάξη (ειδικά, τους δραστηριοποιούμενους στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας) εναντίον μιας άλλης (τους εργαζόμενους στο δημόσιο, τους οποίους συλλήβδην δαιμονοποιεί, δυσφημίζει και ουσιαστικά καθυβρίζει με τον πολιτικά απαράδεκτο χαρακτηρισμό «πελάτες»).

Οι εμφανείς αδυναμίες των δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών δογμάτων δύσκολα θα ευνοούσαν την εμφάνιση φανατικών οπαδών της κάθε πλευράς, σε μια κοινωνία αποτελούμενη από ακραιφνείς ιδεολόγους με ανοιχτή σκέψη. Αντίθετα, θα κυριαρχούσε ο βαθύς προβληματισμός και η αδιάκοπη αναζήτηση μιας συμβιβαστικής γραμμής μέσα από την υπέρβαση και τη δημιουργική σύνθεση.

Μια κοινωνία όπως αυτή του παραδείγματός μας, όμως, δεν απαρτίζεται από σκεπτόμενους ιδεολόγους αλλά από πραγματικούς ανθρώπους με πραγματικές αδυναμίες και ιδιοτέλειες. Ένας τέτοιος λαός εύκολα πέφτει θύμα των διχαστικών μεθοδεύσεων των κομμάτων εξουσίας, την οποία εξουσία τα κόμματα αυτά αλληλοδιαδόχως κατέχουν με βάση το κατ’ ουσίαν δικομματικό σύστημα της χώρας.

Η πολιτική ωρίμανση της χώρας εκείνης, λοιπόν, δεν θα έρθει ποτέ από το πολιτικό της σύστημα αλλά θα προκύψει από τη βούληση του ίδιου του λαού, στο βαθμό που αυτός θα κατορθώσει να υπερβεί τις κοντόφθαλμες ιδιοτέλειές του και να αποφύγει τις διχαστικές παγίδες που του στήνουν, διαχρονικά, τα κόμματα εξουσίας.

Στο πεδίο της ιδεολογίας, κανένα πολιτικό δόγμα δεν μπορεί, όπως είδαμε, να διεκδικεί το απολύτως αλάθητο και το οικουμενικά αποδεκτό. Το ερώτημα είναι, φυσικά, αν μια ιδεολογική σύνθεση είναι εφικτή, τόσο στη θεωρία όσο και στην άσκηση πραγματικής πολιτικής. Αυτό έχει ήδη απαντηθεί στην πράξη – άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε όχι – σε διάφορες χώρες και ιστορικές περιόδους, και δεν θα επιχειρήσουμε εδώ να το αναλύσουμε.

Αυτό που πρέπει, όμως, να συγκρατήσουμε είναι ότι μία μη-δογματική (θα λέγαμε, μια υγιής) ιδεολογία φέρει μέσα της το σπόρο της αμφιβολίας. Γιατί, όπως δίδαξε ο μεγαλύτερος Έλληνας φιλόσοφος και δάσκαλος, η γνώση κατακτάται μέσα από την διαρκή (αυτο-)αμφισβήτηση. Εκείνος το απέδειξε έμπρακτα: Έλεγε πάντα πως το μόνο που γνώριζε ήταν ότι δεν γνώριζε τίποτα!

* Ευχαριστώ τον ποιητή Θανάση Βαβλίδα για μια πολύ χρήσιμη συζήτηση.

ΤΟ ΒΗΜΑ