Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Οι Άριοι των συνδικάτων και οι λοιποί εργαζόμενοι


Ο Γιώργος εργάζεται σε τεχνικό γραφείο, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο κατοικίας του. Για τη μετάβαση στην εργασία του χρησιμοποιεί το μετρό, αφού είναι το μόνο μέσο συγκοινωνίας που τον εξυπηρετεί. Προπληρώνει πάντοτε τις μετακινήσεις του, αφού χρησιμοποιεί μηνιαία κάρτα (τώρα σε ηλεκτρονική μορφή)...

Η Μαρία ζει σε προάστιο και εργάζεται σε κάποιο κατάστημα στο κέντρο. Για να μεταβεί στην εργασία της χρησιμοποιεί αρχικά την μία και μοναδική λεωφορειακή γραμμή που συνδέει το μέρος όπου ζει με τον σταθμό του μετρό σε γειτονικό προάστιο. Στη συνέχεια, χρησιμοποιεί το μετρό για να πάει στο κέντρο. Επίσης προπληρώνει τις μετακινήσεις της, ανανεώνοντας κάθε μήνα την κάρτα της...

Τις ημέρες απεργίας των μαζικών μέσων μεταφοράς, ο Γιώργος και η Μαρία αναγκάζονται να καταφύγουν στο ταξί για να μεταβούν στους τόπους εργασίας τους. Το ποσό που καλούνται να δαπανήσουν (συχνά εις διπλούν, προκειμένου και να επιστρέψουν στο σπίτι τους) δεν είναι ευκαταφρόνητο, αν ληφθούν υπόψη οι μάλλον πενιχροί μισθοί τους. Παράλληλα, η έχουσα προεισπράξει τα μεταφορικά ενός ολόκληρου μηνός πολιτεία δεν συγκινείται από το γεγονός ότι η τελικώς προσφερθείσα υπηρεσία ήταν «λειψή» κατά μία μέρα (αν υποτεθεί ότι οι απεργίες των μέσων μεταφοράς δεν είναι επαναλαμβανόμενες). Έτσι, δεν επιστρέφει στον Γιώργο και τη Μαρία το αναλογούν ποσό της μίας χαμένης μέρας, το οποίο δικαιούνται...

Στο λεξιλόγιο του προοδευτικού μεταπολιτευτικού μας λόγου, η λέξη «εργαζόμενος» υπονοείται με τη συνοδεία επιθετικού προσδιορισμού που είναι τόσο αυτονόητος ώστε κατά κανόνα παραλείπεται. Η πλήρης έκφραση, για τους σχολαστικούς του λόγου, είναι «συνδικαλισμένος εργαζόμενος» ή, στη γενικότερη περίπτωση, «συνδικαλιστικά καλυπτόμενος εργαζόμενος». Άλλωστε, το μαρτυρά η κοινότοπη έκφραση «κινητοποιήσεις εργαζομένων». Του στενού ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εννοείται!

Ο Γιώργος και η Μαρία, που δεν έχουν την πολυτέλεια μιας τέτοιας «κινητοποίησης», μάλλον δεν θα πρέπει και να θεωρούνται εργαζόμενοι. Ή, κι αν καταδεχθούμε να τους θεωρήσουμε, θα ανήκουν αν μη τι άλλο σε κάποια κατώτερη «ράτσα», από εκείνες που το σύστημα έχει καταδικάσει να έχουν μόνο υποχρεώσεις, όχι δικαιώματα. Έτσι, πληρώνουν τακτικά τους φόρους τους, σαν καλοί πολίτες που είναι, ώστε να μπορεί στη συνέχεια η πολιτεία να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των «κινητοποιούμενων» ευνοούμενών της, για τους οποίους διαχρονικά ισχύουν νόμοι που προστατεύουν το δικαίωμά τους να μην εργάζονται. Παλιότερα, μάλιστα, η λήξη των «κινητοποιήσεων» συχνά προϋπέθετε καταβολή των «δεδουλευμένων» για τις μέρες της απεργίας!

Το οξύμωρο της υπόθεσης έγκειται στην αλά καρτ επίκληση της δημοκρατικότητας: Οι πολιτικές δυνάμεις που διαχρονικά μονοπώλησαν τον όρο είναι εκείνες ακριβώς που τώρα είτε διστάζουν, από θέση εξουσίας, να επιβάλουν δημοκρατικές διαδικασίες στη λήψη συνδικαλιστικών αποφάσεων, είτε αντιδρούν, ως αντιπολιτευόμενες, στην προοπτική ενός τέτοιου εκδημοκρατισμού.

Βέβαια, στο πολιτικό λεξιλόγιο οι έννοιες είναι ελαστικές και το νόημά τους προσαρμόζεται εύκολα στις ανάγκες και τις σκοπιμότητες που οι περιστάσεις επιβάλλουν. Έτσι, ακόμα και η λέξη «εργασία» επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και συνεπάγεται διαφορετικά δικαιώματα. Ανάλογα αν αφορά τους κομματικούς στρατούς των βολεμένων «Αρίων», ή την ανώνυμη, ανοργάνωτη και απροστάτευτη μάζα των «καταραμένων» του συστήματος...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ακαδημαϊκός λόγος και ακαδημαϊκή αυταρέσκεια

Στην ποίηση, πρωταρχική σημασία έχει η ωραιότητα του λόγου, η οποία μάλιστα κάποιες φορές καθίσταται αυτοσκοπός. Έτσι, συχνά συναντούμε ποιήματα που εμπεριέχουν υπέροχα λεκτικά ευρήματα, όμως το νόημά τους είναι θολό και δυσνόητο. Άλλες φορές, ακόμα και οι τυπικοί κανόνες του λόγου παρακάμπτονται αν αυτό υπηρετεί καλύτερα το ποιητικό ύφος και την ποιητική αισθητική. Τέτοια περίπτωση είναι το περίφημο Καβαφικό «Επέστρεφε», όπου η αύξηση στην προστακτική αποτρέπει το άχρωμο και αντι-ποιητικό «επίστρεφε».

Από την άλλη μεριά, κύρια αποστολή της επιστήμης είναι η διεύρυνση, ταξινόμηση και καταγραφή της ανθρώπινης γνώσης. Ο επιστημονικός γραπτός λόγος υπηρετεί αυτήν ακριβώς την καταγραφή και είναι το όχημα για τη διάδοση των επιστημονικών γνώσεων. Η ωραιότητα του επιστημονικού λόγου είναι, ασφαλώς, ευπρόσδεκτη όταν και όπου απαντάται, δεν αποτελεί όμως συστατικό εκ των ων ουκ άνευ για τον λόγο αυτό. Ακόμα περισσότερο, στην επιστήμη ο λόγος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εντυπωσιασμού. Εκεί, είναι η ίδια η ανακάλυψη νέας αλήθειας που (οφείλει να) εντυπωσιάζει!

Τέλος, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, αποστολή της είναι το μεθοδικό χτίσιμο της γνώσης στον διδασκόμενο και η καθοδήγησή του ώστε να κάνει χρήση της γνώσης αυτής αυτονομούμενος, τελικά, από τον διδάσκοντα. (Για κάποιους «αιθεροβάμονες» εκπαιδευτικούς, βαθύτερος σκοπός της παιδείας είναι η ανάπτυξη αυτογνωσίας. Η φιλοσοφική αυτή θέση πέρασε, εν τούτοις, στο περιθώριο από τότε που ένας σημαντικός εκπρόσωπός της υποχρεώθηκε να πιει το κώνειο...) Το τι οφείλει να υπηρετεί ο παιδαγωγικός λόγος είναι, νομίζω, αυτονόητο.

Είναι δυνατόν ο επιστημονικός λόγος να είναι ταυτόχρονα και παιδαγωγικός; Αυτό εξαρτάται από δύο παραμέτρους: τη διάθεση του ίδιου του επιστήμονα να διαπαιδαγωγήσει, και τον χώρο που του διατίθεται για να αναπτύξει τη σκέψη του. Παλιά, τα επιστημονικά περιοδικά εκδίδονταν αποκλειστικά σε έντυπη μορφή. Έτσι, πολλά από αυτά έθεταν περιορισμούς στην έκταση ενός επιστημονικού άρθρου, το οποίο δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει έναν μέγιστο αριθμό σελίδων. Αλλά, ακόμα και όταν τυπικά δεν υπήρχαν τέτοιοι περιορισμοί, τα περιοδικά συχνά ζητούσαν από τον συγγραφέα να απαλείψει ολόκληρα κομμάτια από το άρθρο αν αυτά περιείχαν θέματα που ήταν ήδη γνωστά. Όπως είναι φυσικό, μερικές «ξερές» αναφορές στη βιβλιογραφία στο τέλος του άρθρου κάθε άλλο παρά προσέδιδαν σε αυτό παιδαγωγική αξία!

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και τη δυνατότητα διακίνησης επιστημονικών ιδεών σε ηλεκτρονική μορφή, οι περιορισμοί στην έκταση των επιστημονικών άρθρων χαλάρωσαν σημαντικά ή και εξαλείφθηκαν πλήρως. Μάλιστα, και με δεδομένη την άρση των παραπάνω περιορισμών, πολλά επιστημονικά περιοδικά απαιτούν πλέον κάθε υποβαλλόμενο άρθρο να έχει ευρύτερη αναγνωσιμότητα, πέραν του αυστηρά εξειδικευμένου επιστημονικού κοινού στο οποίο το άρθρο πρωταρχικά απευθύνεται.

Η παραπάνω απαίτηση ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο επιστήμων ξεδιπλώνει τις γνώσεις και τις ιδέες του σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα μαζικής επικοινωνίας. Εκεί, απευθύνεται σε ένα ευρύτατο κοινό, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του οποίου θα αδυνατούσε να κατανοήσει μία επιστημονική δημοσίευση του αρθρογράφου σε κάποιο επαγγελματικό περιοδικό. Έτσι, όταν απευθύνεται σε γενικό κοινό, ο επιστήμων οφείλει να είναι και δάσκαλος!

Παραδόξως, οι θετικοί επιστήμονες – που έχουν τη χειρότερη φήμη για το δυσνόητο των θεμάτων τους και την αναπόφευκτη στρυφνότητα της επιστημονικής τους γραφής – είναι εκείνοι που δείχνουν να σέβονται περισσότερο αυτό τον άγραφο νόμο. Παραπέμπω, ως παράδειγμα, στα εξαιρετικής παιδαγωγικής αξίας άρθρα στις φυσικές επιστήμες, τα οποία δημοσιεύονται σε αυτό εδώ το site και την αντίστοιχη κυριακάτικη εφημερίδα.

Αυτό που μερικές φορές προσωπικά με προβληματίζει είναι η ανάγνωση σε ειδησεογραφικά φύλλα, ή σε sites του Διαδικτύου, κάποιων κειμένων ακαδημαϊκής φύσης στην περιοχή των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Εκεί ο λόγος μοιάζει να υπηρετεί όχι τόσο τη διάδοση ιδεών και γνώσεων, όσο την αυτάρεσκη ανάγκη του αρθρογράφου να εντυπωσιάσει για την ευρηματικότητα των γλωσσικών του επινοήσεων. Έτσι, διαβάζουμε κείμενα στα οποία δεσπόζουν οι (συχνά ad hoc) νεολογισμοί και τα υπερ-σύνθετα λεκτικά σχήματα, αφήνοντας στο τέλος τον μέσο αναγνώστη να αναρωτιέται «τι θέλει να πει ο ποιητής» – κατά τη γνωστή έκφραση – αν όχι να αισθάνεται ολότελα ηλίθιος! Θα έλεγε κάποιος ότι απώτερος στόχος των ακαδημαϊκών αυτών είναι να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον μέσω δημόσια εκτιθέμενου λόγου, υπερθεματίζοντας αλληλοδιαδόχως σε ανούσια πολυπλοκότητα που οδηγεί, τελικά, σε νοηματική κενότητα.

Οι υπηρετούντες την ακαδημαϊκή εκπαίδευση διακατεχόμαστε στην πλειονότητά μας από ένα βαθύτερο, ανομολόγητο σύμπλεγμα. Αισθανόμαστε ότι ο «μύθος» μας απειλείται κάθε φορά που τολμούμε να γίνουμε κατανοητοί σε όσους δεν μοιράζονται την ίδια με εμάς επιστημονική εξειδίκευση. Έτσι, π.χ., ένα άρθρο σε κάποια ειδική περιοχή των μαθηματικών οφείλει να είναι δυσνόητο έως πλήρως ακατανόητο σε όποιον δεν διαθέτει ως ελάχιστη προϋπόθεση ένα διδακτορικό στην περιοχή αυτή! Επίσης – αυτό το γνωρίζουν καλά οι αναγνώστες – ένα φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό, ιστορικό, κλπ., άρθρο γραμμένο από εκπρόσωπο του ακαδημαϊκού χώρου σε μια εφημερίδα ή κάποιο ειδησεογραφικό site ευρείας επισκεψιμότητας, δεν επιτρέπεται να περιέχει ακατάληπτους νεολογισμούς και δυσνόητες ορολογίες σε ποσοστό μικρότερο του 10-20% (το λέω, ασφαλώς, καθ’ υπερβολήν και με αίσθηση πικρού χιούμορ). Έτσι, πολλά δημοσιευμένα άρθρα τείνουν να μοιάζουν με αυτάρεσκα επαγγελματικά «ραβασάκια» που ανταλλάσσονται υπερήφανα από ακαδημαϊκούς, με απώτερο στόχο τον εντυπωσιασμό εαυτών και αλλήλων.

Αυτό που δεν πρέπει, όμως, να ξεχνούμε είναι ότι ο Δάσκαλος (με δέλτα κεφαλαίο) δεν εξασκεί απλά ένα επάγγελμα αλλά υπηρετεί ένα λειτούργημα. Ο παιδαγωγικός του ρόλος, επομένως, δεν εξαντλείται μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας αίθουσας διδασκαλίας ή ενός αμφιθεάτρου, ούτε μέσα σε προκαθορισμένα ωράρια εργασίας, αλλά εκτείνεται κάθε στιγμή σε κάθε του επαφή με την κοινωνία. Ο ρόλος του δασκάλου είναι να φωτίζει τον δρόμο προς την αλήθεια, όχι το ίδιο του το πρόσωπο προς τέρψη του «εγώ» του και ικανοποίηση της ματαιοδοξίας του.

Αυτή η τελευταία αδυναμία θα μπορούσε, ίσως, να συγχωρηθεί στους ποιητές. Αυτοί όμως ούτως ή άλλως δεν μπορούν – ίσως κι ούτε πρέπει – να κρίνονται με τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα. Στους κοινούς θνητούς που έχει ανατεθεί το βάρος της παιδαγωγικής καθοδήγησης της κοινωνίας (όχι μόνο εκείνου του μικρού τμήματός της που χωρά σε ένα αμφιθέατρο) αντιστοιχούν διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια. Και, σε αντίθεση με ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε, οι σημαντικότεροι κριτές μας δεν είναι οι φοβεροί referees των επιστημονικών περιοδικών: Είναι όσοι δίψασαν να μάθουν, μα τους αφήσαμε διψασμένους και με πρόσθετο το αίσθημα της αυτοαμφισβήτησης...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Φίλια πυρά...


Στην ταινία «Μάντεψε ποιος θα ‘ρθει απόψε» (“Guess Who's Coming to Dinner”, 1967) – η τελευταία για τον μεγάλο Spencer Tracy – ο κεντρικός ήρωας, ένας φιλελεύθερος άνθρωπος και φανατικά αντι-ρατσιστής, έρχεται αντιμέτωπος με τις ίδιες τις αρχές του όταν η κόρη του φέρνει στο σπίτι έναν Αφροαμερικανό (Sidney Poitier) αναγγέλλοντας πως προτίθεται να τον παντρευτεί... Δεν αποκαλύπτω τη συνέχεια της ιστορίας, γιατί κάποιοι αναγνώστες που δεν έχουν δει την ταινία ίσως θελήσουν να την αναζητήσουν.

Κάποιες φορές η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια, θέλοντας θαρρείς να μας ειρωνευτεί για όσα πιστέψαμε, για όσα πολεμήσαμε, ακόμα και για όσα μισήσαμε! Πριν χρόνια, γνωστός ηθοποιός του «προοδευτικού» χώρου, που κατακεραύνωνε την ξενοφοβία βαφτίζοντάς την ως «ρατσισμό» (στη λογική «όλοι ανεξαιρέτως οι μετανάστες είναι άκακοι και κατατρεγμένοι άνθρωποι») δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι σε κεντρική πλατεία της Αθήνας, από παράνομο μετανάστη που θέλησε να του αρπάξει το κινητό. Γλίτωσε παρά τρίχα τη ζωή του και, φυσικά, αναγκάστηκε να αναθεωρήσει (μερικώς, έστω) τις απόψεις του...

Η περίπτωση της δικηγόρου Αναστασίας Τσουκαλά φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της τραγικής ειρωνείας. Τραυματίστηκε βαριά και, επιπρόσθετα, υπέστη σοβαρές οργανικές βλάβες από ναυτική φωτοβολίδα που περιείχε φώσφορο, το βράδυ του ετήσιου «ολοκαυτώματος» στα Εξάρχεια με αφορμή την επέτειο του Πολυτεχνείου (17/11). Η δικηγόρος ασφαλώς δεν ήταν μία απλή περαστική που έπεσε πάνω στην κακιά την ώρα. Εν τούτοις, δεν θα υπεισέλθουμε στα κίνητρα της παρουσίας της στον χώρο των επεισοδίων, τα οποία κίνητρα δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε (επισήμως ακούσαμε ότι τη στιγμή εκείνη ασκούσε το λειτούργημά της ως νομική εκπρόσωπος συγκεκριμένου επαγγελματικού κλάδου).

Αυτό που είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, όμως, είναι η εν γένει ιδεολογία της μάχιμης (και με σημαντικές ακαδημαϊκές περγαμηνές) νομικού. Δεν έκρυψε ποτέ τη συμπάθεια και την υποστήριξή της για τον «αντιεξουσιαστικό» (sic) χώρο, καθώς και την πεποίθησή της για την υποτιθέμενη ύπαρξη «φασίζουσας» (έως και «φασιστικής») νοοτροπίας στην ελληνική αστυνομία.

Δεν παίρνω, φυσικά, όρκο, όμως μπαίνω στον πειρασμό αν μη τι άλλο να προβάλω (αυθαίρετα, αν θέλετε) τη δημόσια στάση της απέναντι στο τραγικό συμβάν αν στη θέση της είχε βρεθεί κάποιος άτυχος περαστικός, ή – ακόμα περισσότερο – αν είχε χτυπηθεί σοβαρά ή και σκοτωθεί ένας αστυνομικός. Θα μιλούσε, ίσως, για «ατυχές περιστατικό» που «δεν θα έπρεπε να συμβεί», ενώ, ως πιθανή συνήγορος υπεράσπισης των φυσικών αυτουργών σε κάποιο δικαστήριο, θα αναφερόταν στην κοινωνική ανισότητα, τους μηχανισμούς καταπίεσης και καταστολής και τον αυταρχισμό του «αστυνομικού» κράτους, κλπ., που ωθούν νέους ανθρώπους σε μορφές αντίδρασης που δεν αποκλείουν, σε ακραίες περιπτώσεις, ακόμα και τη βία...

Το αναπόφευκτο ερώτημα στο μυαλό όλων είναι, ασφαλώς, ποια θα είναι η στάση της απέναντι στα ακραία κοινωνικά φαινόμενα που με τόσο πάθος υπερασπίστηκε, τώρα που κι εκείνη γεύτηκε με τρόπο τραγικό τις συνέπειές τους. Αυτές που είχαν γευτεί πριν από αυτήν τόσοι και τόσοι ανώνυμοι άνθρωποι της καθημερινής ζωής που είδαν να απειλείται ή και να χάνεται η σωματική τους ακεραιότητα (δεν θα εξαιρέσω εδώ νέα παιδιά που υπηρετούν στις αστυνομικές δυνάμεις και καθημερινά δεν ξέρουν πώς θα ξημερωθούν...), να καταστρέφεται η περιουσία τους, ακόμα και να χάνεται η ζωή αγαπημένων τους προσώπων (αλήθεια, ποιος ιδεολογικός εκπρόσωπος του ακραίου «προοδευτικού» χώρου ζήτησε ποτέ συγνώμη για το έγκλημα της Μαρφίν, ή τις διάφορες «παράπλευρες απώλειες» του ακροαριστερού ακτιβισμού;).

Ευχόμαστε, λοιπόν, ειλικρινά και ολόψυχα στην δυναμική νομικό και έγκριτη ακαδημαϊκό να ξεπεράσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει και να επιστρέψει υγιής και με ανανεωμένες τις πνευματικές της δυνάμεις στον στίβο του λειτουργήματός της. Και, εδώ είμαστε για να καταγράψουμε την συνέπεια και το μη διαπραγματεύσιμο της ιδεολογίας της. Ακόμα και τώρα – ή μάλλον, ειδικά τώρα – που η εμπράγματη εκδοχή της ιδεολογίας αυτής έφτασε να απειλήσει την ίδια της την υπόσταση...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Η "Δημοκρατία" της ντροπής!

Γροθιά στο στομάχι οι κραυγές της δικηγόρου - κραυγές ανυπεράσπιστου, πληγωμένου ζώου - που είχε την ατυχία(;) να βρίσκεται σε λάθος μέρος τη στιγμή που κτηνάνθρωποι της απόλυτα ασύδοτης άκρας Αριστεράς έσπερναν φωτιά και (πιθανό) θάνατο στα αμαρτωλά Εξάρχεια...

Ντροπή γι' αυτό το "Πολυτεχνείο"...

Ντροπή γι' αυτή την κυβέρνηση - συνένοχο στο έγκλημα της Μαρφίν και πρόθυμο υπερασπιστή κάθε μορφής "επαναστατικής" βίας...

Ντροπή γι' αυτή την κατ' επίφαση "Δημοκρατία", προκάλυμμα της ελεεινότερης εκδοχής φασισμού...

Τελικά, τι ακριβώς είναι "φασισμός";

Δείτε, αν αντέχετε...


Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Φιλελευθερισμός και κομματισμός

Δεν θα υπεισέλθω στην πολιτική ουσία της διαγραφής της βουλευτού Β΄ Αθήνας, Κατερίνας Παπακώστα, από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ζητήματα τέτοιας φύσης αποτελούν εσωτερικές υποθέσεις των κομμάτων, και οι όποιοι σχολιασμοί αφήνονται στους κατά περίπτωση οπαδούς τους. Το σύντομο αυτό σχόλιο παίρνει μόνο ως αφορμή το συγκεκριμένο περιστατικό για να θέσει ένα πολύ γενικότερο ερώτημα ακαδημαϊκής φύσης: Είναι συμβατή η ιδεολογία του φιλελευθερισμού (την οποία – υποτίθεται – ασπάζεται το κόμμα της ΝΔ) με την νοοτροπία του κομματισμού (την οποία το κόμμα αυτό, όπως εξ άλλου και όλα τα υπόλοιπα, στην πράξη υιοθετεί και επιδεικνύει);

Αν κάποιος επιθυμεί να κατανοήσει την ουσία του φιλελευθερισμού (πολιτική, οικονομική, κοινωνική ή φιλοσοφική), θα συνιστούσα να διαβάσει το εξαιρετικό σύγγραμμα του Αριστείδη Χατζή, «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ». Η κεντρική ιδέα στην οποία θα μπορούσε κάποιος να καταλήξει είναι ότι, για τον φιλελευθερισμό, ο θεμελιώδης «ηθικός» κανόνας είναι η με κάθε τρόπο προάσπιση της ελευθερίας του ατόμου (εφόσον αυτή, εννοείται, δεν παραβιάζει αυτονόητους κανόνες κοινωνικής συνύπαρξης, όπως η αποφυγή πρόκλησης σωματικής, υλικής ή ηθικής βλάβης στον συνάνθρωπο).

Ειδικότερη ευαισθησία επιδεικνύει ο φιλελευθερισμός για την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασής της, δηλαδή, την ελευθερία του λόγου (στο βαθμό, επαναλαμβάνουμε, που ο λόγος δεν είναι επιβλαβής για τους συνανθρώπους, με τρόπους που καθορίζονται από τους νόμους της πολιτείας). Σε πολιτικό επίπεδο, αυτονόητα δεν χωρούν στην ιδεολογία του φιλελευθερισμού έννοιες όπως «επίσημη γραμμή του κόμματος» ή «κομματική πειθαρχία», σε ό,τι αφορά την δυνατότητα ενός κομματικού στελέχους να εκφράζεται κατά συνείδηση και όχι σύμφωνα με προκαθορισμένες θέσεις, ακόμα και αν αυτές προκύπτουν από πλειοψηφικές διαδικασίες μέσα στα θεσμικά όργανα μιας παράταξης.

Αν και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κομματικής αυτοσυντήρησης, λοιπόν, η αναγκαστική κομματική ευθυγράμμιση καθ’ υπέρβαση της εξατομικευμένης αίσθησης του δικαίου σε καμία περίπτωση δεν συνάδει προς την γενικότερη φιλοσοφία του φιλελευθερισμού. Εκτός βέβαια αν αναφερόμαστε σε φιλελευθερισμό «αλά καρτ», που αφορά δηλαδή απλά και μόνο την ελευθερία της αγοράς.

Σε μια τέτοια περίπτωση, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι είναι όντως δυνατό να υπάρχουν «φιλελεύθερα» κόμματα, εδώ και αλλού...

ΤΟ ΒΗΜΑ