Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Η Σώτη Τριανταφύλλου και οι Ταλιμπάν της «πολιτικής ορθότητας»


Το Ολοκαύτωμα είναι, αναμφίβολα, το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα στην Ιστορία. Και προσωπική άποψη του γράφοντος είναι ότι όσοι διακινούν απόψεις του τύπου «καλά τους έκαναν» ή «μακάρι να τους είχαν ξεκάνει όλους» δικαιούνται μιας θέσης στα εδώλια των κατηγορουμένων στις αίθουσες των δικαστηρίων.

Από την άλλη, το να ισχυρίζεται κάποιος ότι «το Ολοκαύτωμα δεν συνέβη ποτέ» δεν είναι υπόθεση της Δικαιοσύνης αλλά της Ψυχιατρικής! Εξ άλλου, εκτός από ψυχιάτρους υπάρχουν και έγκριτοι ακαδημαϊκοί οι οποίοι μπορούν να γελοιοποιήσουν τις απόψεις κάθε ανιστόρητου. Για να μην αναφερθώ σε σοβαρούς δημοσιογράφους, ακόμα και σε επισκέπτες των social media.

Εν τούτοις, η σύγχρονη «αντιρατσιστική» (sic) υστερία, με κορυφαία έκφανση την λεγόμενη «πολιτική ορθότητα», έχει εκχωρήσει μέρος της αρμοδιότητας των ιστορικών και των ψυχιάτρων στους δικαστές. Με αποτέλεσμα, αν πω δημόσια ότι, π.χ., «πετάει ο γάιδαρος» (το λέω συμβολικά), να είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσω μήνυση από τους φιλόζωους, παρά να παραπεμφθώ σε ειδικούς με άσπρες μπλούζες για περαιτέρω εξέταση!

Η «αντιρατσιστική» τάση της εποχής όχι μόνο επιχειρεί να ποινικοποιήσει την (έστω, εξωφρενική) άποψη ακόμα κι αν αυτή δεν επιδοκιμάζει – ή δεν εξωθεί σε – εγκληματικές πράξεις, αλλά προωθεί και μία (σκόπιμη;) σύγχυση εννοιών, με βάση την οποία μια έκφραση (ακραίου, αν θέλετε) ιδεολογικού αρνητισμού απέναντι σε μια θρησκεία να βαφτίζεται «ρατσιστική ενέργεια».

Διαβάσαμε πρόσφατα ότι η συγγραφέας και δημοσιογράφος κ. Σώτη Τριανταφύλλου σύρεται σε δίκη διότι, σε προ διετίας άρθρο της με αφορμή την πρόσφατη, τότε, σφαγή στο Παρίσι από θρησκευτικούς φονταμενταλιστές, είχε επικαλεστεί μια άποψη ιστορικού προσώπου για το εν λόγω θρήσκευμα. Το κατηγορητήριο αφορά κυρίως ένα ζήτημα ιστορικής ακρίβειας. Το κατά πόσον, δηλαδή, το ιστορικό αυτό πρόσωπο όντως διατύπωσε την άποψη που του αποδίδεται!

Μηνυτής δεν είναι, εν τούτοις (πώς θα μπορούσε άλλωστε;) η εν λόγω ιστορική προσωπικότητα, αλλά ο διαχειριστής ενός blog που ειδικεύεται στον εντοπισμό όσων κατά την άποψή του παραβιάζουν την «ιερή» πολιτική ορθότητα. Και δικαστής δεν είναι – ως θα όφειλε να είναι – ο ακαδημαϊκός ιστορικός, αλλά ο Πρωτοδίκης!

Για τους Ταλιμπάν της «πολιτικής ορθότητας» έχω κακά νέα. Βέβαια, τα γνωρίζουν ήδη: Πρόκειται για το αποτέλεσμα των τελευταίων αμερικανικών εκλογών και την εγκατάσταση στον Λευκό Οίκο του πιο επικίνδυνου εθνικιστή που γνώρισε η υφήλιος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το τι του εξασφάλισε τον «θρόνο» είναι κι αυτό γνωστό. Το είχαμε αναλύσει εδώ:

http://www.aixmi.gr/index.php/otan-i-politiki-oryhotita-ginetai/

Το πού μπορεί να οδηγήσουν – και σε όφελος ποιων να αποβούν – οι καταχρήσεις της «πολιτικής ορθότητας» στη χώρα μας, είναι μάλλον προφανές και ούτε που θα ‘θελε κανείς να το σκέφτεται! Μια χώρα που ανοίγει διάπλατα τα σύνορά της ενώ, την ίδια στιγμή, θεωρεί πράξη «ρατσισμού» την προστασία της ελευθερίας του λόγου των πολιτών της (στο βαθμό που ο λόγος αυτός, επαναλαμβάνω, δεν εγκωμιάζει εγκληματικές πράξεις και δεν εξωθεί σε αυτές!), είναι ευάλωτη σε κάθε είδους αυτόκλητους «προστάτες». Το έχουμε ήδη δει να συντελείται. Και φοβάμαι πως αυτό θα μπορούσε να είναι μόνο η αρχή...

Aixmi.gr

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

«Προανάκριση εκτελεί η Ασφάλεια Αττικής»…






...Ναι, υπήρξαν και συνένοχοι. Εκείνοι οι δήθεν επαναστάτες, οι χυδαίοι επαγγελματίες της οργής που σαν έτοιμοι από καιρό ήταν ήδη δηλητηριασμένοι με το μίσος που θα ζούσαμε όλα τα επόμενα χρόνια και έφτασαν στο σημείο να εμποδίσουν το πυροσβεστικό να πλησιάσει το φλεγόμενο κτίριο. Αυτοί που έβριζαν τους αγχωμένους πυροσβέστες, ως «τσουτσέκια του συστήματος», ενώ εκείνοι προσπαθούσαν με ηρωισμό να σώσουν συνανθρώπους τους. Και αυτοί που μετά έβριζαν τις γυναίκες που είχαν βγει στο μπαλκόνι και ικέτευαν για τη ζωή τους...

Διαβάστε το εξαιρετικό άρθρο του Ανδρέα Στασινού!

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Η ιστορία ενός «αντιμνημονιακού» μύθου


Κάνοντας εκκαθαρίσεις σε παλιά μηνύματα στο mailbox του γνωστού μέσου κοινωνικής δικτύωσης, έπεσα πάνω σε μια συνομιλία με μία πρώην «φίλη» (στην ιδιωματική γλώσσα του μέσου). Η «φιλία» αυτή με εκείνη και τον σύζυγό της είχε ξεκινήσει κατά τα πρώτα μνημονιακά χρόνια και τερματίστηκε (από τη μεριά της «φίλης») με τρόπο σχετικά άκομψο, το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015, λίγες μόλις μέρες πριν εκείνοι που δίχασαν τον ελληνικό λαό χωρίζοντάς τον σε «κακούς μνημονιακούς» και «καλούς αντιμνημονιακούς», φέρουν στον τόπο το δικό τους, ακόμα πιο δυσβάσταχτο μνημόνιο.

Παραθέτω τρία χαρακτηριστικά μηνύματα της «φίλης» που μαρτυρούν τη συνειδησιακή μετάλλαξη ενός ανθρώπου κάτω από τη δηλητηριώδη επίδραση του «αντιμνημονιακού» κλίματος της εποχής. Το πρώτο γράφτηκε μερικούς μήνες πριν η κατασυκοφαντημένη περίοδος των «Σαμαρο-Βενιζέλων» περάσει οριστικά στο ανάθεμα της Ιστορίας. Το δεύτερο, λίγες μέρες πριν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος του καλοκαιριού του 2015, που λίγο έλειψε να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλια σύγκρουση και οικονομική καταστροφή. Το τρίτο και τελειωτικό, λίγες μέρες μετά το δημοψήφισμα, όταν οι πολίτες της χώρας ζούσαν τον πρωτόγνωρο εφιάλτη των capital controls και το φάσμα των Βαρουφάκειων IOUs και των Λαπαβίτσειων συσσιτίων.

--------------------------------

* Θέλω να σου πω ότι η πένα σου έχει μεγάλη δύναμη, που φυσικά είναι εσωτερικο-κατευθυνόμενη... Όπου και να είσαι, σου ευχόμαστε καλή τύχη! Ο κόσμος έχει ανάγκη από ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ σαν και σένα! (27/10/2014)

* Φίλε Κώστα, καλημέρα! Αν και δεν συμφωνούμε ιδεολογικά, θέλω να ξέρεις ότι σε εκτιμώ πολύ! (20/6/2015)

* Αγαπητέ Κώστα, λυπάμαι που δεν θα είμαστε πλέον φίλοι, γιατί ουσιαστικά δεν ασπάζομαι την διαμετρικά αντίθετη τοποθέτησή σου σε θέματα που αφορούν σε ζωτικά θέματα της πατρίδας μου. Πρέπει σ' αυτούς τους καιρούς που η Ελλάδα βάλλεται εντός και εκτός των τειχών να μην προσθέτουμε με τα γραφόμενά μας στην αδικία που γεννά τον διχασμό. Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο! (8/7/2015)

--------------------------------

Την ευθύνη του διχασμού, όμως, ας μην την αποδίδουμε αποκλειστικά στα πολιτικά κόμματα. Αυτά, ούτως ή άλλως, έκαναν το μόνο πράγμα που γνωρίζουν από συστάσεως του ελληνικού κράτους, σε έναν λαό που φέρει το στοιχείο του διχασμού στο εθνικό του DNA. Και, τον λαό αυτό δεν τον δίχασαν αυτά καθαυτά τα μνημόνια αλλά ο βαθμός γοητείας που άσκησε στον καθένα η ρητορεία που περιέβαλε το ψευδο-δίλημμα της αναγκαιότητας ή μη-αναγκαιότητάς τους.

Αυτονόητα, κανένας σώφρων Έλληνας δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να επιθυμεί την χωρίς σοβαρό λόγο επιβολή ενός μνημονίου στην πατρίδα του! Έτσι, ο όρος «μνημονιακός» είναι λογικά άτοπος, εννοιολογικά αδόκιμος και πολιτικά παραπλανητικός. Κατά μία έννοια, κάθε αληθινός Έλληνας (οφείλει να) είναι αντιμνημονιακός σε ό,τι αφορά τα αισθήματά του απέναντι στον de facto περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας που επιβάλλουν τα μνημόνια. Το αληθινό ερώτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον κάποιος θεωρεί ότι το – αναμφίβολα κακό – μνημόνιο ήταν ένα αναγκαίο κακό, ή θα υπήρχε δυνατότητα να αναζητηθούν άλλοι τρόποι υπέρβασης της κρίσης.

Βέβαια, κανένας δρόμος εξόδου από μια κρίση τέτοιου μεγέθους δεν θα μπορούσε να είναι ανώδυνος. Το ζήτημα έτσι εστιάζεται στο τι θεωρεί κάποιος ως μη χείρον. Οι δυνατότητες επιλογής ήταν, ξεκάθαρα, δύο. Από τη μία, μνημόνιο και αυτονόητος περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας. Από την άλλη, χρεοκοπία που θα οδηγούσε σε πείνα, εξαθλίωση, ίσως και εμφύλιο σπαραγμό. Όσοι υπερασπίστηκαν την πρώτη άποψη στιγματίστηκαν ως «μνημονιακοί», «προσκυνημένοι» και «προδότες» από κάποιους που, φορώντας την «αντιμνημονιακή» πανοπλία, διεκδίκησαν για τον εαυτό τους το αποκλειστικό δικαίωμα συμμετοχής στο αίσθημα εθνικής τιμής και αξιοπρέπειας.

Αυτό που δεν έχει, εν τούτοις, επαρκώς συζητηθεί είναι η ιστορική ευθύνη που αναλογεί στους ίδιους τους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς» για την κατάσταση που οδήγησε στην επιβολή των μνημονίων. Συνηθίζουμε να μιλούμε, γενικά και αόριστα, για την κακή διαχείριση της οικονομίας από τις αστικές κυβερνήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Σε αυτό υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας, αφού οι κυβερνήσεις αυτές, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, δημιούργησαν το τέρας του λεγόμενου «πελατειακού κράτους». Ένα τέρας που, φυσικά, έπρεπε να τραφεί με δανεικά!

Όμως, είναι τα αστικά αυτά συστήματα διακυβέρνησης τα μόνα υπεύθυνα για την κρίση; Ή μήπως στη χώρα αυτή η έννοια «κυβέρνηση» αποδείχθηκε στην πράξη ασθενέστερη της έννοιας «εξουσία»; Και, αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν, τελικά, την απόλυτη εξουσία που θεσμικά προβλέπεται, ποιες ήταν εκείνες οι δυνάμεις που καταχράστηκαν το όποιο πλεόνασμά της;

Όσο κι αν σε πολλούς δεν αρέσει να λέγεται αυτό, υπήρξαν κατά το παρελθόν πολιτικοί ηγέτες που διέβλεψαν την κρίση και επιχείρησαν ένα «συμμάζεμα» της οικονομίας με μέτρα που, σε σύγκριση με αυτά που σήμερα εφαρμόζονται ή προαναγγέλλονται, φαντάζουν σαν το ανεπαίσθητο τσίμπημα μιας καρφίτσας! (Το ότι οι πολιτικοί αυτοί ηγέτες ανήκαν σε διαφορετικά πολιτικά κόμματα και διέφεραν σημαντικά ως προς τον σωματότυπο, λίγη σημασία έχει.) Ποιοι αντιστάθηκαν στις απαραίτητες, όπως τώρα αποδεικνύεται, μεταρρυθμίσεις, και τελικά κατόρθωσαν να τις ματαιώσουν; Σωστά το μαντέψατε: οι πολιτικά πρωτοστατούντες σήμερα στον «αντιμνημονιακό» αγώνα! Κυρίως, οι δυνάμεις της Αριστεράς και της «προόδου».

Αρχές δεκαετίας του ’90... Μια ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα πανίσχυρα συνδικάτα του δημοσίου, τα οποία έχουν παραλύσει τη χώρα. Καθημερινές πολύωρες διακοπές στην ηλεκτροδότηση έχουν φέρει σε απόγνωση νοικοκυριά και μικρο-επιχειρήσεις. Χαλασμένα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα πετιούνται στα σκουπίδια, και η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω της αφόρητης ζέστης. Οι συγκοινωνίες υπολειτουργούν, ενώ και η μερική ιδιωτικοποίησή τους ελάχιστα έχει επιλύσει το πρόβλημα λόγω των βίαιων αντιδράσεων των συνδικάτων.

Η Αριστερά, αλλά και ένα σημαντικό κομμάτι της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, βαφτίζουν τις συντεχνίες του δημοσίου «λαό» και τις εκβιαστικές κι απάνθρωπες κινητοποιήσεις τους «λαϊκούς αγώνες». Δίνουν απόλυτη πολιτική στήριξη στις απεργίες αλλά, την ίδια στιγμή, αγνοούν τους αληθινά αδύναμους και μη προνομιούχους που εργάζονται στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα χωρίς να έχουν την παραμικρή συνδικαλιστική προστασία και, συνεπώς, την όποια δυνατότητα αντίδρασης.

Μέσα σε αυτό το χάος, η τότε πρόεδρος του «Συνασπισμού της Αριστεράς» έκανε μία δημόσια δήλωση που μου φάνηκε προκλητική. Απάντησα με μια ανοιχτή επιστολή που δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ το φθινόπωρο του 1992. Καθώς δεν έχει σωθεί σε ηλεκτρονική μορφή, βρίσκω την ευκαιρία να την αναδημοσιεύσω εδώ, σαν μακρινή ηχώ μιας εποχής που αποτέλεσε, όπως αποδείχθηκε, την απαρχή μιας μακράς πορείας προς την τελική οικονομική καταστροφή της χώρας. Ο τίτλος του κειμένου ήταν «Αδιευκρίνιστα σημεία...».

--------------------------------

Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς διετύπωσε την άποψη ότι η εξουσία στη χώρα μας οραματίζεται και επιδιώκει την διαμόρφωση μιας «κοινωνίας χωρίς αντιστάσεις». Η ενδιαφέρουσα αυτή ρήση εμπεριέχει κάποια λεπτά και αδιευκρίνιστα σημεία. Αναρωτιέται κανείς, για παράδειγμα, γιατί ο όρος «κοινωνία» χρησιμοποιείται (εδώ και αλλού) με τόση ευκολία σαν συνώνυμος όρων όπως «συντεχνία» ή «οργανωμένη μειοψηφία». Όπως και δεν είναι πλήρως κατανοητό το ποιοι είναι, τελικά, οι υποτιθέμενοι αποδέκτες των «αντιστάσεων» για τις οποίες ομιλεί η κ. πρόεδρος: η κυβέρνηση του τόπου, ή μήπως το πάντοτε απροστάτευτο και μη προνομιούχο κοινωνικό σύνολο;

Διακρίνει κανείς εδώ μια μάλλον ηθελημένη (και ίσως σκόπιμη πολιτικά) σύγχυση εννοιών και αξιών. Τι είναι, λοιπόν, μια «κοινωνία που ανθίσταται»; Με βάση τις δημόσιες τοποθετήσεις πολλών (αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών) πολιτικών προσώπων σε σχέση με την πρωτοφανή αναταραχή που γνώρισε πρόσφατα ο τόπος, μια τέτοια «κοινωνία» συμπεριφέρεται, σε γενικές γραμμές, ως ακολούθως:

1. Διακόπτει, δίκην στρατού κατοχής, την ηλεκτροδότηση της χώρας, βυθίζοντας στο σκοτάδι και την απόγνωση χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις (κυρίως μικρομεσαίες), τραυματίζοντας θανάσιμα τον τουρισμό, και δίνοντας τη χαριστική βολή στην ήδη βαρέως πάσχουσα εθνική οικονομία.

2. Στο πλαίσιο εξάσκησης των «δημοκρατικών της δικαιωμάτων», παραλύει τη δημόσια ζωή στην πρωτεύουσα, δημιουργώντας κυκλοφοριακό χάος και αδιέξοδο όποτε εκείνη κρίνει σκόπιμο.

3. Εξευτελίζει και διαπομπεύει συνανθρώπους της (ενίοτε μάλιστα δια δημοσίου, και με τηλεοπτική κάλυψη, βιασμού) που απλώς έχουν τη θέληση να εξασκήσουν το ιερό δικαίωμα στην εργασία, και καταστρέφει από «δικαιολογημένη αγανάκτηση» τις περιουσίες τους. [Σημείωση: Η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε βίαια επεισόδια που είχαν προκαλέσει οι συνδικαλιστές των λεωφορείων σε βάρος (προσωρινών, τελικά) ιδιοκτητών των μέσων μεταφοράς. Η λέξη «βιασμός» δεν είναι απλό σχήμα λόγου...]

4. Περιφρονεί, γενικά, τους νόμους του κράτους, ενώ ταυτόχρονα καθυβρίζει ιταμώς τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης.

Θα μπορούσαμε, από την πλευρά μας, να αντιπαραθέσουμε μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της άλλης κοινωνίας, αυτής «χωρίς αντιστάσεις»:

1. Θεωρεί χρέος της να αποδώσει σπονδές στους «θεούς» (διάβαζε: συνδικαλιστές) όταν εκείνοι, εν τη ευσπλαχνία τους, αποφασίζουν να της επιτρέψουν τη χρήση αγαθών τα οποία αυτή έχει (μερικώς, τουλάχιστον) ήδη προπληρώσει.

2. Αισθάνεται άκρως προνομιούχος όταν (των αρμοδίων «θεών» συγκατατιθεμένων) κατορθώσει να τρυπώσει σε ένα από εκείνα τα ακριβοθώρητα σαρδελοκούτια που κατ’ ευφημισμόν ονομάζονται μαζικά μέσα μεταφοράς, για να μεταβεί στην (κάκιστα αμείβουσα) εργασία της.

3. Δεν ευτυχεί ποτέ να μετέχει σε «αγωνιστικές κινητοποιήσεις», αφού ουδείς (μηδέ των προοδευτικών δημαγωγών και των περί αυτούς συνδικαλιστών εξαιρουμένων) θα σπεύσει να της προσφέρει την παραμικρή συμπαράσταση και αναγκαία προστασία.

Ας είναι, λοιπόν, λίγο πιο σαφείς οι πολιτικοί μας ηγέτες όταν φλυαρούν μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα των μέσων ενημέρωσης. Για να γνωρίζουμε, τουλάχιστον, προς ποίους απευθύνονται...

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/9/1992)

--------------------------------

Συμπληρώνω ότι, σύμφωνα με τα συνδικαλιστικά ήθη της εποχής, η λύση μιας απεργίας στον δημόσιο τομέα έθετε συχνά ως προϋπόθεση την καταβολή των «δεδουλευμένων» για την περίοδο της απεργίας! Ο «λαός» είχε πάντα δίκιο, και αυτό καμία από τις αδύναμες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει.

Βέβαια, υπήρχε πάντα και ο λαός δεύτερης κατηγορίας: Ο κακοπληρωμένος και συνδικαλιστικά ακάλυπτος υπάλληλος (δημόσιος ή – ακόμα περισσότερο – ιδιωτικός), που θα έπρεπε να κόψει το λαιμό του να βρει τρόπο να πάει στη δουλειά του εν μέσω παρατεταμένων απεργιών των δημόσιων μέσων μεταφοράς (εκτός αν του περίσσευαν καθημερινά για ταξί)... Ο μικρο-μαγαζάτορας, που απόθετε ευπαθή προϊόντα στους κάδους των σκουπιδιών μετά από πολύωρες ή και πολυήμερες διακοπές στην ηλεκτροδότηση... Ο απλός φορολογούμενος πολίτης, που επί μέρες στερούνταν απαραίτητες υπηρεσίες τις οποίες είχε συχνά προπληρώσει (αναφέρω, ενδεικτικά, την κάρτα «απεριορίστων» διαδρομών στα μέσα μαζικής μεταφοράς)... Οι μελλοντικές γενιές, που καταδικάστηκαν να γεννηθούν και να ζήσουν σε μια χρεοκοπημένη χώρα, θύματα της αφροσύνης του πολιτικού συστήματος και της απληστίας των οργανωμένων συμφερόντων...

Θυμάμαι τις εκπομπές του αείμνηστου Λυκούργου Κομίνη στον «Flash». Τις άκουγα, τότε, καθημερινά. Όχι γιατί συμφωνούσα με τις απόψεις του αλλά, σαν από κάποια περίεργη μαζοχιστική διάθεση, επειδή οι απόψεις αυτές συχνά με εξόργιζαν. Κάποια μέρα ειρωνεύτηκε όσους αγανακτούσαν με τις συνεχείς διακοπές στην ηλεκτροδότηση, παρομοιάζοντάς τους με την κυρία της «καλής» κοινωνίας που φοβόταν μήπως δεν έχει ρεύμα για να ανάψει το αμπαζούρ της!

Η σκέψη τού, κατά τα άλλα αξιόλογου, Κομίνη απεικονίζει την πολιτική φιλοσοφία της (στενότερης και ευρύτερης) Αριστεράς την εποχή εκείνη. Τότε που «λαός» και «κοινωνία» σήμαιναν «συντεχνία», ενώ «δημοκρατικός» πολίτης ήταν αποκλειστικά ο κομματικά συνδικαλιζόμενος πολίτης. Και αν τολμούσες να διαφωνήσεις με την κυρίαρχη πολιτική ρητορεία, ήσουν εξ ορισμού «φασίστας». Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ο αρχι-συνδικαλιστής εκείνης της περιόδου ανταμείφθηκε αργότερα για τους «αγώνες» του με υπουργική θέση!

Ερχόμαστε στο «σήμερα»... Το πώς φτάσαμε στα μνημόνια είναι, πιστεύω, ένα ζήτημα που έχει ήδη απαντηθεί. Το ερώτημα, όμως, που συνεχίζει να διχάζει ειδικούς και μη είναι το αν υπήρχε, τελικά, άλλος δρόμος εξόδου από την κρίση.

Προσωπικά, θεωρώ την απάντηση δεδομένη και μονοσήμαντη. Το ίδιο, ενδεχομένως, ισχύει γενικότερα για όσους απορρίπτουν τη λέξη «μνημονιακός» ως εννοιολογικά αδόκιμη, ενώ αναγνωρίζουν στο περιεχόμενο του όρου «αντιμνημονιακός» την αυτονόητη ιδιότητα της οικουμενικότητας. Εκείνους, δηλαδή, που έχουν πάψει να πιστεύουν – αν πίστεψαν ποτέ – σε πολιτικούς μύθους με αγαθούς ήρωες και κακούς δράκους. Στους δικούς τους μύθους, πάντως, σπανίως τον ρόλο του προδότη παίζουν όσοι απλά τυχαίνει να έχουν αντίθετη άποψη...

Aixmi.gr

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Μερικές σκέψεις με αφορμή την πρόκριση της ΑΕΚ

Μερικές σκόρπιες σκέψεις μόνο, για τον χθεσινό (και τον προηγούμενο) ημιτελικό:

* Ο Ολυμπιακός μένει με τη χαρά του πρωταθλητή, αφού το πρωτάθλημα είναι ο σπουδαιότερος τίτλος. Επίσης, μένει με την τιμητική νίκη εκτός έδρας στον δεύτερο ημιτελικό, όπου αποκλείστηκε μόνο λόγω των εκτός έδρας τερμάτων.

* Ο ΟΣΦΠ σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να αναμετρηθεί σε τελικό κυπέλλου με τον ΠΑΟ, που βρίσκεται σε δαιμονιώδη φόρμα αυτό τον καιρό. Μια πιθανή ήττα από τον "αιώνιο" όχι μόνο θα επισκίαζε τη χαρά του πρωταθλήματος, αλλά θα έβαζε τη διοίκηση των κόκκινων σε μπελάδες, αφού ο κόσμος θα ζητούσε επίμονα πρωτοκλασάτες μεταγραφές και άλλα τινά δαπανηρά! Ενώ τώρα...

* Η ΑΕΚ μένει με τη χαρά του αποκλεισμού του Ολυμπιακού (το σύμπλεγμα κατωτερότητάς της απέναντί του είναι γνωστό, τη ευγενή φροντίδι και του δημοσιογράφου Κ. Κετσετζόγλου στο aek365), ενώ μια ήττα από τον ΠΑΟ σε τελικό δεν θα είναι δα και καταστροφή γι' αυτήν!

* Αν έμπαινε το δοκάρι και γινόταν το 0-2; Ε, γι' αυτό υπάρχουν στο ποδόσφαιρο αντεπιθέσεις, παρατάσεις, πέναλτι, κλπ.

Να βάλω και υποτίτλους; Δεν νομίζω χρειάζεται...

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Σεξισμός και χυδαιότητα στο «Star Academy»


Η πατρότητα της φράσης αποδίδεται στον Γιώργο Ζαμπέτα. Κάποτε ζήτησαν τη γνώμη του για μια εκκολαπτόμενη σταρ του λαϊκού πενταγράμμου. Αφού την άκουσε, είπε το ανεπανάληπτο:

– Από φωνή, μ**νί. Αλλά από μ**νί, «φωνάρα» !

Το παραπάνω αξιολογικό κριτήριο ερμηνείας… τραγουδιού είχε στο νου του, ως φαίνεται, ο «πρόεδρος» της κριτικής επιτροπής στο διαβόητο talent (sic) show, «Star Academy» της 22-4-2017, όταν κλήθηκε δια της (διπλά προσμετρούμενης) ψήφου του να αποφασίσει για την αποχώρηση διαγωνιζόμενου από το show, έχοντας να επιλέξει ανάμεσα σε μία σχετική και μία απόλυτη μετριότητα – αγόρι και κορίτσι, αντίστοιχα. Λεπτομέρεια: το κορίτσι ήταν ξανθό και – κατά την άποψη, τουλάχιστον, του προέδρου – γενικώς ευειδές!

Αν άκουσα καλά (γιατί, πιθανόν είναι να με γέλασαν τ’ αυτιά μου) ο «ποιοτικός», ο «ασυμβίβαστος», ο αδιαπραγμάτευτα «αντισυμβατικός» πρώην σημαίνων μουσικοσυνθέτης και λάτρης του Βάγκνερ είπε πως, αν είχε ερεθιστεί η ακοή του από τις φωνητικές ερμηνείες, ίσως έδινε ευνοϊκή ψήφο στο αγόρι. Όμως, ελλείψει αμφίπλευρου ακουστικού ερεθισμού, επέλεξε με βάση το «οπτικό» ερέθισμα και μόνο, ψηφίζοντας τελικά υπέρ της παραμονής της κοπέλας στο show. Με άλλα λόγια, το αγόρι μειοδοτούσε de facto λόγω φύλου και παρουσίας. Η επιτομή του σεξισμού!

Σημειώνουμε ότι, στην ίδια εκπομπή, μία εκ των κριτών (η μόνη, τελικά, που έχει επιδείξει επίπεδο, και απορώ πώς βρέθηκε μέσα σ’ αυτό το κακόγουστο πανηγύρι!) αρνήθηκε ακόμα και απλά να βαθμολογήσει άλλον διαγωνιζόμενο ο οποίος, σε πρόσφατο σεξιστικό παραλήρημά του, καταφέρθηκε εναντίον συν-διαγωνιζομένου κάνοντας χρήση των αθλιότερων, ελεεινότερων και χυδαιότερων εκφράσεων που έχουν ποτέ ακουστεί στην ελληνική τηλεόραση!(*)

Η εμπορική φιλοσοφία κάποιων τηλεοπτικών μέσων είναι μάλλον προφανής: Η ευτέλεια «κάνει νούμερα» και φέρνει χρήμα. Η χυδαιότητα, το ξέσκισμα, η ανθρωποφαγία, ακόμα και ο σεξισμός στη χειρότερη εκδοχή του (πού είναι ο περιβόητος αντι-ρατσιστικός νόμος, οέο;) πουλούν. Φυσικά, πάντα σε συνάρτηση με το μέσο επίπεδο του τηλεοπτικού κοινού – και, εν επεκτάσει, του ίδιου του λαού…

Κατά τα άλλα, μοναδική παθογένεια και κορυφαίο πρόβλημα στην ιδιωτική τηλεόραση ήταν το «συστημικό» Mega, ο «αντιπαθητικός» Πρετεντέρης, και κάτι λίγα ακόμα που ξεχνώ…

(*) http://www.aixmi.gr/index.php/jefyge-paikths-sto-star-academy/

Aixmi.gr

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Μασημένες τσίχλες και λόγια-στιλέτα (μικρές ιστορίες ρίψεων και καταρρίψεων)


Υπάρχουν πολλοί τρόποι να περάσει κάποιος ένα μήνυμα κατάρριψης. Μερικές φορές δεν απαιτούνται λόγια: ένα απλό βλέμμα, ένας μορφασμός, ακόμα και μια απλή σύσπαση του προσώπου, αρκούν. Άλλες φορές τα μέσα επικοινωνίας χρειάζεται να είναι πιο χειροπιαστά. Έτσι, επιστρατεύονται οι λέξεις. Που είναι συχνά κοφτερές σαν τα μαχαίρια. Και μάλιστα, «μαχαίρια» που τα πετά κανείς από μακριά, με τη σιγουριά που χαρίζει η ασφάλεια της απόστασης. Ή, με το υπερφίαλο αίσθημα που προσδίδει το κύρος.

Αν, πάλι, οι λέξεις δεν είναι αρκετές, θα μπορούσε κάποιος να αναζητήσει υποκατάστατα μαχαιριών στη μορφή «αβλαβών» αντικειμένων, για να τα εκτοξεύσει στο στόχο προκαλώντας του ηθική μόνο και όχι (ορατή, τουλάχιστον) σωματική βλάβη. Τα γαλακτοκομικά και η ντομάτα αποτέλεσαν, ιστορικά, δημοφιλή τέτοια υποκατάστατα. Με την πάροδο του χρόνου, ο άνθρωπος έγινε ακόμα πιο πρακτικός στις επιλογές του, πετώντας ό,τι του ήταν πιο βολικό την κάθε στιγμή. Ας πούμε, ακόμα και μασημένες τσίχλες!

Θα διηγηθώ, ενδεικτικά, τρεις σύντομες ιστορίες επικοινωνίας μέσω «ρίψεων» – αντικειμενικών ή ρητορικών. Η πρώτη αναδεικνύει την ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής εκεί που η Φύση δεν υπήρξε γενναιόδωρη σε όλα τα υπόλοιπα. Σίγουρα δεν εντάσσεται στις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, και την παραθέτω κυρίως για λόγους ηθικής και συναισθηματικής εξισορρόπησης του κειμένου. Οι άλλες δύο αποτελούν οδυνηρή διαπίστωση πως η Επιστήμη και η Τέχνη – τα δύο πράγματα που λάτρεψα – δεν εκπροσωπούνται πάντα από ανθρώπους με ψυχικά χαρίσματα. Ακόμα και εκεί που η διάνοια πλεονάζει...

Ιστορία πρώτη: Πολιτεία της Γιούτα, ΗΠΑ, αρχές δεκαετίας του ’80...

Κάπου στο μέσο της διαδρομής από το Πανεπιστήμιο στο σπίτι, συναντούσα ένα σπιτάκι, από τα πιο ταπεινά της πόλης. Όπως όλα τα σπίτια εκεί, είχε γκαζόν στην αυλή και – αυτό ειδικά το σπίτι – ήταν περιφραγμένο. Ο λόγος προφανής: ένα παιδί με νοητική υστέρηση, κάπου στην πρώιμη εφηβεία, έπαιζε πάντα πίσω από το φράχτη.

Το είχαν κουρέψει να φαίνεται στους περαστικούς σαν αγόρι, μα ήταν κορίτσι. Θεώρησαν ίσως ότι αυτό θα εξέθετε το παιδί σε λιγότερους κινδύνους, καθώς ο κύριος Μπράουν έτρεχε όλη μέρα για το πενιχρό μεροκάματο, ενώ η υπέρβαρη κυρία Μπράουν σπανίως έβγαινε έξω από το σπίτι.

Η πρώτη μου εικόνα από το παιδί – ήμουν νεοφερμένος τότε στην πόλη – με είχε οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Το είχα δει να κόβει κομμάτια από το γρασίδι και, βγάζοντας κάποιους άναρθρους ήχους, να τα πετά με ορμή πάνω από το φράχτη σε κάθε περαστικό. Είπα μέσα μου, «αυτό το παιδί θα γίνει πολύ επιθετικό σαν μεγαλώσει»!

Την αλήθεια την έμαθα αργότερα από την κυρία Μπράουν. Στον νοητικό κόσμο του παιδιού, το γρασίδι που πετούσε ήταν ο τρόπος για να πει «καλημέρα» και, γενικά, να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Που αλλιώς θα περνούσαν και θα έφευγαν χωρίς καν να του δώσουν σημασία.

Από τότε, κάθε φορά που γύριζα από το πανεπιστήμιο δεν ξεχνούσα να πω μια «καλημέρα» όταν περνούσα έξω από το φράχτη. Το παιδί χαιρόταν και χαμογελούσε! Δεν ξαναέσκυψε ποτέ να κόψει γρασίδι...

Ιστορία δεύτερη: Πόλη της Φιλαδέλφειας, ΗΠΑ, Οκτώβριος 1986...

Στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο Μαθηματικής Φυσικής επικρατεί μεγάλη έξαψη. Το παρακολουθεί ως επίτιμος προσκεκλημένος ο βραβευμένος με Νόμπελ διάσημος Φυσικός Eugene Wigner (1902–1995), από τους θεμελιωτές της ατομικής φυσικής και της κβαντικής θεωρίας. Γέρων σεβάσμιος πλέον αλλά, όπως μου φάνηκε αρχικά, κοινωνικός και, γενικά, ευχάριστος.

Μπήκε στην αίθουσα την ώρα που ένας νέος επιστήμων είχε φτάσει στο μέσο, περίπου, της ομιλίας του. Μετά το τέλος, ο ομιλητής απευθύνθηκε στο ακροατήριο για τις καθιερωμένες ερωτήσεις. Πριν καν προλάβει κάποιος να θέσει ένα ερώτημα, ακούστηκε από το βάθος της αίθουσας η επιβλητική φωνή του 84χρονου νομπελίστα:

– Μα, τι ανοησίες ήρθατε εδώ να μας πείτε σήμερα; Ποιο επιστημονικό περιοδικό θα δεχθεί να δημοσιεύσει αυτά τα πράγματα;

Υπερνικώντας το ξαφνικό σοκ, και με φωνή που πρόδιδε σεμνότητα αλλά και σεβασμό για τον κριτή, ο νέος επιστήμων απάντησε πως η έρευνά του είχε ήδη δημοσιευθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα διεθνή περιοδικά θεωρητικής Φυσικής. Ο μεγάλος Wigner, όμως, δεν είχε ακόμα πει την τελευταία του λέξη:

– Θέλετε να πείτε ότι το International Journal of... δημοσιεύει τώρα άρθρα τέτοιου επιπέδου; Αδυνατώ να το πιστέψω!

Δεν μπήκε στον κόπο να εξηγήσει επιστημονικά τους λόγους της διαφωνίας του. Άλλωστε, δεν είχε καν παρακολουθήσει ολόκληρη τη διάλεξη. Απλά, πέταξε με ελαφριά καρδιά το στιλέτο της κατάρριψης σε έναν νέο επιστήμονα που είχε τολμήσει να βαδίσει στα δικά του χνάρια, τα «χνάρια του θεού»! Και, την ίδια στιγμή, κατέρριψε για πάντα και τη δική του μεγαλοπρεπή εικόνα στη συνείδησή μου.

Είχα παγώσει τότε, θυμάμαι, στη σκέψη πως ο επόμενος ομιλητής βάσει προγράμματος ήμουν εγώ. Ευτυχώς το θέμα δεν το κατείχε εκείνος και, σε κάθε περίπτωση, δεν τον ενδιέφερε. Ίσως και να βγήκε πάλι από την αίθουσα...

Ιστορία τρίτη: Αθήνα, Μάρτιος 2017...

Σε έναν τηλεοπτικό «διαγωνισμό ταλέντων», ανάμεσα στους κριτές βρίσκεται ένας διάσημος μουσικοσυνθέτης της ροκ όπερας, γνωστός και για τις κατά καιρούς ακραία ιδιόρρυθμες συμπεριφορές του. Θέλοντας να «επιδοκιμάσει», υποτίθεται, την απόδοση μιας νεαρής τραγουδίστριας, εκτόξευσε σ’ αυτήν από μακριά τη μασημένη τσίχλα του. Δεν αποκλείεται να θεώρησε ότι πρόσφερε στη διαγωνιζόμενη ένα σπάνιο και εξαιρετικά τιμητικό δώρο: την ευκαιρία να νιώσει πάνω της το ιερό άγγιγμα από την «τσίχλα του θεού»! Όπως και να ‘χει, γνώριζε καλά (είναι ευφυής) ότι με τη χειρονομία του αυτή ουσιαστικά εξευτέλιζε την «κοινή θνητή» που, άθελά της, εισέπραξε τα ιπτάμενα απομασήματά του.

Αν θέλαμε να εξετάσουμε το ζήτημα βαθύτερα, θα λέγαμε ότι αυτό που διέπραξε την ευτέλεια της εκτόξευσης δεν ήταν τόσο ένα συμβατικό ανθρώπινο χέρι, όσο η αλαζονεία μιας υπέρμετρα προβεβλημένης «αντισυμβατικότητας». Που θάβει σιγά-σιγά, κάτω από τα ερείπια του αυτο-εξευτελισμού, τα απομεινάρια ενός σχεδόν ξεχασμένου πια αληθινού καλλιτεχνικού ταλέντου...

Είχαμε γράψει σε παλιότερο σημείωμα ότι η αλαζονεία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το μεγαλύτερο ανθρώπινο αμάρτημα, αν δεν της έκλεβε την πρωτιά η αχαριστία. Και, πράγματι, η αλαζονεία της διασημότητας προϋποθέτει και συνεπάγεται αχαριστία για τα δωρισμένα φυσικά ή πνευματικά χαρίσματα που εξασφάλισαν τη φήμη.

Όσο κι αν ακουστεί, έτσι, «ιερόσυλο», τείνω να αισθάνομαι όλο και μικρότερο δέος όταν διαβάζω για το «θεώρημα Wigner–Eckart», ή, όλο και λιγότερη συγκίνηση όταν ακούω τους «Δαίμονες» (τα αναφέρω καθαρά ενδεικτικά). Αντίθετα με την εικόνα, που κράτησα ανεξίτηλη, ενός παιδιού με νοητική υστέρηση, να κόβει και να πετά χόρτα στους περαστικούς – σαν για να πει «καλημέρα» – σε ένα φτωχόσπιτο, σε κάποια κωμόπολη της Γιούτα...

* Εικόνα: "Το σπίτι με το φράχτη" (φωτογραφία της Θάλιας Χρόνη)

Aixmi.gr

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Περί «εκλογικής πελατείας»


Σε μια υγιή δημοκρατία – έστω και αν αυτή βασίζεται σε ένα δικομματικό σύστημα – οι πολιτικές αντιθέσεις λειτουργούν προς όφελος της κοινωνίας, αφού μέσα από τις αντιθέσεις αυτές προκύπτουν δημιουργικές συνθέσεις που οδηγούν στις καλύτερες δυνατές λύσεις για τα προβλήματα της χώρας.

Εν τούτοις, το τέρας της εγχώριας, νοσηρής εκδοχής του δικομματισμού αυτοσυντηρείται διαχρονικά καλλιεργώντας με μέθοδο και συνέπεια την απαραίτητη τροφή του: τον διχασμό της κοινωνίας. Έτσι, ακόμα και κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς περιστάσεις που απαιτούν εθνική ενότητα, το τέρας αυτό χωρίζει τους πολίτες της χώρας σε «καλούς» και «κακούς» κατά περίπτωση, ανάλογα με τις εκλογικές τους προτιμήσεις. Σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες, τούτο έχει οδηγήσει ακόμα και σε εμφύλιες συγκρούσεις και εθνικές τραγωδίες.

Αποφεύγοντας ιστορικές αναδρομές, θα περιοριστώ στα της εποχής μας. Η πρώην «αντισυστημική» Αριστερά κατέκτησε την εξουσία επιτυγχάνοντας, με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα και – κυρίως – με ρητορείες μίσους, την διχοτόμηση των πολιτών σε «κακούς μνημονιακούς» και «καλούς αντιμνημονιακούς». Αποκορύφωμα του επικίνδυνου αυτού διχασμού ήταν το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015, που οδήγησε τη χώρα στα πρόθυρα ενός ακήρυκτου εμφυλίου πολέμου – αν και, προσωπικά, πλάι στον χαρακτηρισμό «ακήρυκτος» θα τοποθετούσα ένα μεγάλο ερωτηματικό(*).

Μετά την εκ των πραγμάτων κατάρρευση του αντιμνημονιακού μύθου, νέες διχαστικές γραμμές ήταν αναγκαίο να αναζητηθούν από την εξουσία. Χαρακτηριστική ήταν η πρωθυπουργική συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ το περασμένο Φθινόπωρο, όπου με εμφανή κυνισμό (αν όχι και χαιρεκακία) ο πρόεδρος της κυβέρνησης διαχώρισε τους εργαζόμενους της χώρας (κάνοντας ειδική αναφορά στα μέσα ενημέρωσης, αλλά με αυτονόητες τις γενικεύσεις) σε «καλούς που εργάζονται για το κράτος» (για τους οποίους, επομένως, είναι μη-πρέπον να αποστερούνται το δικαίωμα στην εργασία) και «κακούς που εργάζονται για τα συμφέροντα ιδιωτών εργοδοτών» (επομένως, «ας πρόσεχαν!»).

Τον ίδιο διχαστικό διαχωρισμό, με αντεστραμμένα όμως τα ηθικά πρόσημα, υιοθετεί το αντίπαλο «φιλελεύθερο» χαράκωμα του δικομματισμού. Ακούμε συχνά στα μέσα ενημέρωσης τους εκπροσώπους του να χαρακτηρίζουν συλλήβδην τους κρατικούς λειτουργούς της χώρας ως «τεμπέληδες», «κηφήνες» και «άχρηστους», τοποθετώντας εξ ορισμού φωτοστέφανο στους δραστηριοποιούμενους στην ιδιωτική οικονομία. Αυτό που συχνά διαφεύγει την προσοχή, εν τούτοις, είναι το γεγονός ότι η θετική διάθεση εξαντλείται στον επιχειρηματία. Ο «πόνος» που συχνά – και μέσω συγκριτικής ηθικολογίας – εκφράζεται για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα είναι κατά βάση προσχηματικός, αν όχι απόλυτα υποκριτικός, αν λάβει κανείς υπόψη τη «φιλελεύθερη» θεοποίηση των κανόνων της αγοράς και την απέχθεια για κάθε μορφή προστασίας της εργασίας.

Κοινό στοιχείο στη ρητορεία των δύο πόλων του δικομματισμού (αλλά ως ένα βαθμό, τουλάχιστον, και του λοιπού πολιτικού συστήματος) είναι η αναφορά σε «εκλογικές πελατείες». Πρόκειται για ανεπίτρεπτο γλωσσικό ατόπημα όταν ο χαρακτηρισμός αυτός εκφέρεται από εκλεγμένους εκπροσώπους ενός δημοκρατικού συστήματος. Δεν ισχύει, ασφαλώς, το ίδιο όταν πρόκειται για «συζητήσεις καφενείου», αλλά ακόμα και για σοβαρές δημοσιογραφικές προσεγγίσεις. Ο (πανθομολογούμενα) ελάχιστα σοβαρός γράφων έχει άλλωστε πολλάκις μεταχειριστεί την έκφραση αυτή σε κείμενά του!

Θα προσπαθήσω να εξηγήσω το σκεπτικό μου: Ο χαρακτηρισμός «πελάτης» παρεμφαίνει συμφέρον, εξαγορά, συναλλαγή. Έτσι, στο εννοιολογικό πλαίσιο όπου ο όρος αυτός χρησιμοποιείται, αυτονόητα φέρει αρνητικό ηθικό πρόσημο. Όμως, σε όλα τα δημοκρατικά καθεστώτα ο ψηφοφόρος κάνει τις πολιτικές επιλογές του και με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον του. Οι πολίτες μιας χώρας που θα φέρουν ένα κόμμα στην εξουσία δεν θα είναι στην πλειονότητά τους αγνοί ιδεολόγοι, αλλά άνθρωποι που θα πιστέψουν ότι με την συγκεκριμένη διακυβέρνηση θα καλυτερέψουν και οι δικές τους ζωές.

Δεν είναι, λοιπόν, πολιτικά δόκιμο να απαξιώνει ένα κόμμα ως «πελάτες» τους ψηφοφόρους των αντιπάλων του, απονέμοντας παράλληλα τα εύσημα του «σωστού δημοκράτη» στους δικούς του και μόνο ψηφοφόρους. Όποια κι αν είναι η εκλογική τους προτίμηση, οι πολίτες ασκούν ένα δημοκρατικό τους δικαίωμα χωρίς να οφείλουν να απολογούνται για τα κίνητρα των επιλογών τους. Και χωρίς να επιτρέπεται να κρίνονται με βάση αυτά από το ίδιο το πολιτικό σύστημα!

Φυσικά, η παραπάνω δεοντολογική τοποθέτηση δεν έχει την ίδια ισχύ αν πρόκειται για κάποιους που απλά εκφέρουν δημόσια άποψη χωρίς, εν τούτοις, να ανήκουν στο πολιτικό σύστημα. Πράγματι, ο εκλεγόμενος πολιτικός επιτρέπεται να κρίνει μόνο τον αντίπαλο πολιτικό, όχι τον ψηφοφόρο. Ο τελευταίος, εν τούτοις, έχει το δικαίωμα να τους κρίνει όλους: και το σύστημα εξουσίας που ρυθμίζει, ως ένα βαθμό, την ποιότητα της ζωής του, αλλά και τους συμπολίτες του που ανέδειξαν την εξουσία αυτή.

Όμως, υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο «κρίνω κάποιον» για τις επιλογές του και το «κάνω κάποιον εχθρό μου» γι’ αυτές. Την εχθρότητα αυτή που διχάζει, αποδυναμώνει και τελικά αποσυνθέτει την κοινωνία, μεθοδικά καλλιεργεί και επιδέξια συντηρεί ο εγχώριος δικομματισμός, που βλέπει τον πολίτη ως «πελάτη» και τη χώρα ως «μαγαζί». Όποιοι κι αν υπήρξαν διαχρονικά, και όποιοι κι αν είναι στην παρούσα ιστορική συγκυρία, οι δύο πόλοι του...

Φυσικά, η ποιότητα ενός δημοκρατικού πολιτικού συστήματος αντανακλά τη βούληση του λαού τον οποίο το σύστημα αυτό εκπροσωπεί. Με απλά ελληνικά, αν το εθνικό μας DNA δεν περιείχε τα στοιχεία της εγωπάθειας, του διχασμού και, εν τέλει, της αυτοκαταστροφής, κανένα πολιτικό σύστημα δεν θα ήταν ικανό να οδηγήσει τη χώρα στο σημερινό της πολιτιστικό, πολιτικό και οικονομικό κατάντημα.

Και τότε, δικαίως θα μπορούσαμε να επικρίνουμε έναν ιδιαίτερα ευτραφή πρώην υπουργό που είπε κάποτε μία αλήθεια που δεν άρεσε σε κανέναν, για την συνενοχή λαού και εξουσίας στην καταστροφή της χώρας!


(*) Δείτε, για παράδειγμα, ένα παλιότερο κείμενό μας:
http://www.aixmi.gr/index.php/politika-didagmata-apo-mia-symfonia-tou-tsaikofski/

Aixmi.gr

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Ο φιλελευθερισμός και το τέλος της ηθικής


Το περιστατικό είναι αυθεντικό: Η «ψυχή» της γυναικοπαρέας είχε κέφια καθώς αφηγείτο με κομπασμό μια πρόσφατη εμπειρία της. Είχε βρεθεί τις προάλλες προσκεκλημένη σε δείπνο από ένα ζευγάρι γνωστών. Η οικοδέσποινα αντιμετώπιζε από καιρό σοβαρό πρόβλημα υγείας που της είχε προκαλέσει αναπηρία και την υποχρέωνε σε μερική ακινησία. Θέλοντας να προβάλει εμφατικά τη δική της καλή κατάσταση υγείας και την άριστη κινητικότητά της, η «ψυχή» άρχισε να χορεύει προκλητικά υπό τους ήχους της μουσικής του ραδιοφώνου και υπό το λάγνο βλέμμα του (προφανώς, στερημένου) κυρίου και το μελαγχολικό εκείνο της (ήδη παραιτημένης από τη ζωή) κυρίας…

Κάποιοι αναγνώστες θα μιλήσουν για την πιο απεχθή μορφή ανηθικότητας. Δεν θα διαφωνήσω μαζί τους. Θα επισημάνω, εν τούτοις, ότι η αυτοσχέδια χορεύτρια εξάσκησε ένα απόλυτα κατοχυρωμένο δικαίωμά της: να ορίζει η ίδια την κίνηση του σώματός της. Εκτός αυτού, δεν προκάλεσε την παραμικρή επιπρόσθετη σωματική βλάβη στην ανάπηρη κυρία. Ο χορός της προσκεκλημένης αποτελεί μια γνήσια έκφραση φιλελευθερισμού. Το αν είναι ή όχι ηθική πράξη, είναι μια άλλη ιστορία που αφορά, ίσως, τους θεολόγους. Ή τους οπισθοδρομικούς φιλοσόφους…

Διαβάστε τη συνέχεια...

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Τα πρόσωπα του λαϊκισμού


1. Εισαγωγή


Αν κάποιος θέσει τη λέξη «λαϊκισμός» στη γνωστή μηχανή αναζήτησης του Διαδικτύου, θα ξανοιχτεί μπροστά του ένα από τα μεγαλύτερα και ζωηρότερα πολιτικά debates της εποχής. Υπάρχει, καταρχήν, σαφής ορισμός του λαϊκισμού, ή μήπως ο όρος δεν είναι καν εννοιολογικά δόκιμος; Κι αν όντως ο όρος αντιστοιχεί σε κάτι υπαρκτό, είναι αυτό τόσο κακό όσο του αποδίδεται; Και, μήπως εν τέλει κι ο ίδιος ο αντι-λαϊκισμός είναι μια άλλη όψη του λαϊκισμού, «πασπαλισμένη» με τη χρυσόσκονη της λεκτικής κομψότητας και του ακαδημαϊκού ύφους;

Το παρόν σημείωμα δεν ισχυρίζεται ότι διαθέτει γενικά αποδεκτές απαντήσεις. Θεωρούμε, όμως, χρήσιμο να συνοψίσουμε κάποια στοιχεία που ενδέχεται, αν μη τι άλλο, να βοηθήσουν στην αξιολόγηση μιας πολιτικής συμπεριφοράς ως προς το κατά πόσον εμπεριέχει ή όχι λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Τα στοιχεία που παρατίθενται αντανακλούν, ασφαλώς, απολύτως προσωπικές απόψεις και δεν διεκδικούν δάφνες οικουμενικότητας!

2. Τυπικά γνωρίσματα του λαϊκισμού


Τον λαϊκισμό δεν θα τον θεωρήσουμε εδώ ως πολιτική ιδεολογία αλλά ως πολιτική νοοτροπία και πρακτική. Ως τέτοια, μπορεί να παρεισφρέει σε κάθε ιδεολογική απόχρωση, νοθεύοντάς την, αποσυνθέτοντάς την και, σε ακραία περίπτωση, μετατρέποντάς την σε ιδεολογική διαστροφή!

Από εννοιολογική άποψη, ο λαϊκισμός δύσκολα επιδέχεται μονοσήμαντο και οικουμενικά αποδεκτό ορισμό. Για κάποιους, μάλιστα (μεταξύ αυτών, μερικοί ιδιαίτερα αξιόλογοι εκπρόσωποι του ακαδημαϊκού χώρου) αυτός τούτος ο όρος «λαϊκισμός» δεν είναι καν δόκιμος, αφού είναι παράγωγο μιας λέξης – «λαός» – με ασαφές περιεχόμενο και αμφίβολη εννοιολογική υπόσταση, που αντιπροσωπεύει απλά μια καθιερωμένη νοητική σύμβαση.

Παρακάμπτοντας τα δύσβατα μονοπάτια ενός γενικού ορισμού, θα αρκεστούμε στην καταγραφή των πλέον τυπικών γνωρισμάτων μιας πολιτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται, γενικά, ως λαϊκιστική:

1. Η υποκριτική, δημαγωγική και – κατά κανόνα – πολιτικά ιδιοτελής χειραγώγηση του λαού μέσω κολακευτικής προς αυτόν ρητορείας.

2. Η υπεραπλούστευση των ζητημάτων, η ρηχότητα των θέσεων και η συστηματική αποφυγή μιας σοβαρής και αντικειμενικής προσέγγισης των πραγμάτων.

3. Η στόχευση κυρίως στο θυμικό της κοινωνίας, κι ελάχιστα έως καθόλου στη λογική.

4. Η καταφυγή σε μια εύκολη (συχνά, ακόμα και χυδαία) συνθηματολογία αντί μιας πραγματικής πολιτικής επιχειρηματολογίας.

5. Η μανιχαϊστική απεικόνιση της πραγματικότητας, βάσει της οποίας το δίπολο «καλού» – «κακού» αντιπροσωπεύεται, αντίστοιχα, από τον λαό και, απέναντί του, κάποιες δυνάμεις (ή πρόσωπα) που επιβουλεύονται τα πάσης φύσεως συμφέροντά του. Αυτό οδηγεί στην αναζήτηση (ή, εν ανάγκη, στην επινόηση) «εχθρών» του λαού και στη δαιμονοποίηση προσώπων, ιδεών ή καταστάσεων.

6. Η έντεχνη διαχείριση και πολιτική αξιοποίηση του μαζικού φόβου και – κυρίως – του μαζικού θυμού.

Το στοιχείο του θυμού είναι το πιο δόλιο κι επικίνδυνο όπλο του λαϊκισμού, ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων. Είναι, θα λέγαμε, η κερκόπορτα, η ανοιχτή πληγή, μέσα από την οποία ο λαϊκισμός εισβάλλει στη συλλογική κοινωνική συνείδηση αποζητώντας πολιτικά οφέλη. Η μεθόδευση αυτή απαιτεί δύο δεδομένα: (α) Μια κοινωνία επιρρεπή, λόγω ιδιαίτερων ιστορικών συγκυριών, στο θυμό. (β) Ένα πρόσωπο, μια κοινωνική ομάδα, ή ακόμα και μια ιδέα, που μπορούν να στοχοποιηθούν ως (εσωτερικοί ή εξωτερικοί) εχθροί των λαϊκών συμφερόντων και αποκλειστικά υπεύθυνοι για τα δεινά του λαού.

3. Όψεις του λαϊκισμού


Αν και, γενικά, τα εξωτερικά του γνωρίσματα είναι κοινά, ο λαϊκισμός παρουσιάζεται με διάφορες μορφές και κατηγοριοποιείται ανάλογα, σε συνάρτηση με τις πολιτικές, κοινωνικές ή άλλες συνθήκες της εποχής. Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Εθνικιστικός λαϊκισμός

Είναι η πιο επικίνδυνη και καταστροφική εκδοχή του λαϊκισμού, αφού ο συνδυασμός του με την εθνικιστική υπερβολή δημιουργεί ένα εν δυνάμει εκρηκτικό μείγμα που συχνά οδηγεί σε πολέμους ή εθνικές καταστροφές.

Η Ελλάδα βίωσε την εμπειρία μιας τέτοιας καταστροφής στον πόλεμο του 1897. Όμως, σε παγκόσμια κλίμακα, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την άνοδο της ναζιστικής Γερμανίας και τη δεύτερη μεγάλη παγκόσμια τραγωδία του εικοστού αιώνα, που επακολούθησε. Με τη γνωστή εμπρηστική εθνικιστική τους ρητορεία, οι ναζί κατάφεραν να χειραγωγήσουν τον γερμανικό λαό, αξιοποιώντας πολιτικά την πικρία των Γερμανών για τον ταπεινωτικό τρόπο με τον οποίο είχε επισφραγισθεί η ήττα της χώρας στο Μεγάλο Πόλεμο (1914–1918), αλλά και την εξάντληση της κοινωνίας από τις συνέπειες μιας ακραίας οικονομικής κρίσης.

Ο Χίτλερ είχε δείξει από νωρίς τις προθέσεις του για το ποιους θα επρόκειτο να στοχοποιήσει ως «εχθρούς» του Τρίτου Ράιχ, δαιμονοποιώντας την εβραϊκή φυλή στο σύνολό της και ορίζοντάς την αυθαίρετα ως αποκλειστικά υπεύθυνη για δεινά της Γερμανίας. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε καλά...

Αντισυστημικός λαϊκισμός

...Όπου ως «σύστημα» νοείται κάποια ελίτ, μια κατεστημένη – και, κατά μία έννοια, προνομιούχα – κοινωνική τάξη που προβάλλεται ως πόλος ανισοτικής σχέσης απέναντι στο λαό.

Ως πρόσφατο παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, και η ενθρόνισή του στο Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ αξιοποίησε έξυπνα την αγανάκτηση μιας μεγάλης μερίδας Αμερικανών για τις καταχρήσεις και τις ακρότητες της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας», την οποία είχε κατορθώσει να επιβάλει η ακαδημαϊκή ελίτ στην αμερικανική κοινωνία. Πατώντας, επί πλέον, στο πρόβλημα της ανεργίας, στοχοποίησε ως κύριο (αν όχι αποκλειστικό) αίτιο τους μετανάστες που διαμένουν στη χώρα. Το ότι μελέτες έγκριτων αναλυτών κατέδειξαν ότι άλλα ήταν τα αίτια της οικονομικής ύφεσης, μάλλον δεν φαίνεται να επηρέασε τον μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο (αν και, πρέπει να σημειώσουμε, ο Τραμπ πήρε σε εθνικό επίπεδο λιγότερες ψήφους από την ηττηθείσα αντίπαλό του!).

Για τον εγχώριο αντισυστημικό λαϊκισμό δεν απαιτείται να πούμε πολλά, αφού την πραγματικότητά του βιώνουμε εδώ και κάποια χρόνια, από το ξεκίνημα της παρούσας οικονομικής κρίσης. Οι δυνάμεις του λαϊκισμού αξιοποίησαν στο έπακρο την αγανάκτηση του κοινωνικού συνόλου για τις συνέπειες της κρίσης (απέναντι στην οποία η κοινωνία βρέθηκε απόλυτα απροετοίμαστη), καθώς και τους φόβους των ανθρώπων για τα πιθανά αποτελέσματα μιας παγκόσμιας φιλελευθεροποίησης της οικονομίας.

Ως «εχθροί του λαού» (συστατικό εκ των ων ουκ άνευ σε κάθε λαϊκιστική πολιτική) ορίστηκαν οι εταίροι και δανειστές και οι «ντόπιοι εκπρόσωποί τους», το μνημόνιο (και όσοι εξέφρασαν υποστηρικτικές απόψεις για την αναγκαιότητά του), τα «διαπλεκόμενα συμφέροντα», κλπ.

«Φιλελεύθερος» λαϊκισμός

Ο τύπος αυτός πολιτικού λαϊκισμού (αναφέρομαι πάντα στην Ελλάδα) βρίσκεται στον αντίποδα του αντισυστημικού. Είναι κομψότερος, πιο επεξεργασμένος κι εξευγενισμένος. Έχει ρητορική κοσμιότητα κι ακαδημαϊκή ευπρέπεια. Οι διακηρυγμένοι στόχοι του είναι η «μεταρρύθμιση» και ο «εκσυγχρονισμός» της χώρας, έτσι ώστε αυτή – σύμφωνα με το αφήγημα – να σταθεί επάξια δίπλα στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες της ηπείρου.

Ισχυρίζεται ότι κατέχει τα μέσα ώστε να επιτύχει τους στόχους του, ουδείς όμως γνωρίζει ποια ακριβώς είναι η μαγική συνταγή! Εν τούτοις, η πολιτική αυτή – θα πρέπει να αναγνωρίσουμε – πατάει πάνω σε υπαρκτές παθογένειες της χώρας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα της. Και αξιοποιεί επιτυχώς την αγανάκτηση της κοινωνίας για τις διαχρονικές καταχρήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς και για τα φαινόμενα δυσλειτουργικότητας και διαφθοράς του δημοσίου.

Ως «εχθρό της κοινωνίας», ο φιλελεύθερος λαϊκισμός στοχοποιεί συλλήβδην τους δημόσιους λειτουργούς της χώρας (οι όποιοι συγκυριακοί διαχωρισμοί σε «καλούς» και «κακούς» λειτουργούς είναι εντελώς προσχηματικοί), τους οποίους χαρακτηρίζει στο σύνολό τους ως «τεμπέληδες», «άχρηστους», «κηφήνες» και «πελάτες» του πολιτικού συστήματος (λησμονώντας βολικά ότι το λεγόμενο «πελατειακό κράτος» δεν είναι, αποκλειστικά, δημιούργημα του παρόντος συστήματος εξουσίας...).

Από την άλλη πλευρά, «χαϊδεύει» τα αυτιά των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα εκφράζοντας «πόνο» για την επισφαλή τους θέση στην αγορά εργασίας, ενώ την ίδια στιγμή θεοποιεί τους σκληρούς (συχνά απάνθρωπους) κανόνες της ελεύθερης αγοράς και αγωνίζεται σταθερά για την αύξηση της «ευελιξίας» της!

4. Η ευθύνη της κοινωνίας


Λένε, και σωστά, πως «το ταγκό θέλει δύο». Τούτο σημαίνει, εν προκειμένω, ότι λαϊκισμός δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχαν κοινωνίες δεκτικές στις μεθοδεύσεις του. Κι αυτό που τις κάνει δεκτικές και αποτελεί την πύλη εισόδου του μικροβίου του λαϊκισμού είναι η ευπάθειά τους στα κηρύγματα μίσους των επιτήδειων της πολιτικής. Ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων που επιφέρουν ανέχεια, ακόμα περισσότερο αν αυτή συνοδεύεται από εθνική ταπείνωση.

Ο λαϊκισμός είναι, ίσως, η μεγαλύτερη παθογένεια του δικομματικού συστήματος. Αν, εν τούτοις, το πολιτικό αυτό σύστημα είναι αναπόφευκτη πραγματικότητα σε μια δεδομένη δημοκρατία (όπως, π.χ., στις ΗΠΑ και – δυστυχώς ακόμα – στη χώρα μας), τότε το αποτελεσματικότερο αντίδοτο ενάντια στον λαϊκισμό είναι η σωστή ενημέρωση (αποφεύγω να πω «καθοδήγηση», γιατί ο όρος είναι εν δυνάμει παρεξηγήσιμος).

Πέραν, όμως, από τον αδιαμφισβήτητα σημαντικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης, απαιτείται οι ίδιες οι κοινωνίες να ωριμάσουν και να αποβάλουν τις όποιες βολικές κι ευχάριστες ψευδαισθήσεις. Μαγικές συνταγές και εύκολες λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα δεν υπάρχουν, και όποιοι τις ευαγγελίζονται απλά επιχειρούν να παραπλανήσουν τους ψηφοφόρους, με κίνητρα ιδιοτελή (που σ’ αυτή τη χώρα κατά κανόνα βαφτίζονται «εθνικά»).

Και, πρώτιστο γνώρισμα μιας ώριμης κοινωνίας είναι η ικανότητα υπέρβασης του εγωκεντρισμού των επιμέρους στοιχείων που την αποτελούν – σε κάθε επίπεδο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης – προς όφελος του συνόλου. Είτε πρόκειται για άτομα, για κοινωνικές ομάδες ή για επαγγελματικές συντεχνίες.

Υπάρχει πολιτικό κόμμα που θα μπορούσε να ηγηθεί μιας τέτοιας προσπάθειας εθνικής υπέρβασης; Δεν φαίνεται, προς το παρόν, στον ορίζοντα. Θα το αναδείξει, ίσως, η ίδια η κοινωνία. Αν κάποτε καταστεί άξιά του...

Aixmi.gr