Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Δωροδοκώντας με φουντούκια τον ταχυδρόμο!


Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στο "Βήμα" πριν ακριβώς πέντε χρόνια. Εξαιρουμένων κάποιων αυτοβιογραφικών στοιχείων, θα μπορούσε να είχε γραφτεί πριν 55 χρόνια, ή ακόμα και πριν 155. Το ερώτημα είναι: Μετά από πόσα χρόνια τα διδάγματα που περιέχει ένα τέτοιο κείμενο θα παραβιάζουν, πλέον, ανοικτές θύρες σε ό,τι αφορά αυτήν εδώ τη χώρα;

------------------------------------------------

Είναι κοινό μυστικό ότι στην Ελλάδα πολλοί νόμοι ψηφίζονται για να κοσμούν τα ράφια των νομικών βιβλιοθηκών, η δε εφαρμογή τους συχνά απαιτεί την ψήφιση νέων νόμων που επιβάλλουν την... εφαρμογή των παλιών! Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο οι κυβερνήσεις, στην προσπάθεια να επιδείξουν νομοθετικό έργο, να κατεβάζουν προς ψήφιση νομοσχέδια που θεραπεύουν προβλήματα τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ήδη υπάρχοντες – πλην όμως, ανενεργούς – νόμους.

Το πρόβλημα στη χώρα είναι πως, πολλοί αντιδημοφιλείς νόμοι καταργούνται στην πράξη από τους ίδιους τους πολίτες, ενώ οι κυβερνήσεις δεν τολμούν να τους εφαρμόσουν φοβούμενες το πολιτικό κόστος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αντικαπνιστικός νόμος, ο οποίος ουδέποτε εφαρμόστηκε και του οποίου η παράβαση ουδέποτε επέσυρε ποινές.

Υπάρχουν, βέβαια, και «οπισθοδρομικά» μέρη του κόσμου όπου τα «σκουριασμένα» μυαλά των πολιτών και των κρατικών λειτουργών επιμένουν να παίρνουν τους νόμους του κράτους στα σοβαρά. Κάποιες φορές, μάλιστα, μέχρι σημείου υπερβολής!

Ο ταχυδρόμος στην κωμόπολη της Utah ήταν πάντα φιλικός και ευπροσήγορος, παρά την φιλοπαίγμονα διάθεση του σκύλου μου απέναντί του, την οποία δεν έδειχνε να συμμερίζεται! Όταν ερχόταν αλληλογραφία από Ελλάδα, άκουγα από μακριά τη φωνή του να αναγγέλλει χαρούμενα: “Hey, Papachristou, letter from Greece!”

Στα πακέτα που μου έστελναν οι δικοί μου, συχνά τρύπωναν και λίγους ξηρούς καρπούς, αγαπημένο σνακ ανθρώπων και σκύλου σ’ εκείνο το σπίτι. Κάποια φορά έκανα κάτι που θεωρούσα, τότε, εντελώς φυσικό. Από καθαρή ευγένεια, ετοίμασα ένα μικρό σακουλάκι φουντούκια και πήγα να το προσφέρω στον φιλότιμο ταχυδρόμο.

Ξάφνου, η γνώριμη φιλική του έκφραση εξαφανίστηκε και το ύφος του πήρε μια απρόσμενη τροπή προς το αυστηρό: «Αν δεν σε εκτιμούσα τόσο, Papachristou, θα μπορούσα να σε αναφέρω στις αρχές!» Καθώς έμεινα εμβρόντητος, μου εξήγησε: «Η χειρονομία σου θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόπειρα δωροδοκίας κρατικού λειτουργού!» Διακρίνω ήδη την ειρωνική έκφραση στο πρόσωπο του αναγνώστη...

Φαντάζομαι πως, ίσως ακόμα κι αρκετοί Αμερικανοί θα εύρισκαν μια τέτοια στάση ιδιαίτερα τυπολατρική. Το περιστατικό, όμως, είναι ενδεικτικό της προσήλωσης μιας κοινωνίας στους νόμους που οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της ψηφίζουν. Μιας κοινωνίας στην οποία η φοροδιαφυγή αποτελεί μέγιστο αδίκημα και επισύρει βαρύτατες ποινές, όπως και η οδήγηση κάτω από συνθήκες μέθης (στη χώρα μας, μόνο οι «ξενέρωτοι» οδηγούν πάντα ξεμέθυστοι!).

Η παρακάτω ερώτηση κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διδακτορικής διατριβής για μαθηματικούς και στατιστικολόγους: Σε πόσα κιλά (ή μάλλον, πόσους τόνους) φουντουκιών αντιστοιχούν τα «φακελάκια» που έχουν κατά καιρούς εισπράξει επίορκοι Έλληνες γιατροί, εφοριακοί, υπάλληλοι της πολεοδομίας, ή όσοι άλλοι κρατικοί «λειτουργοί» θα κουραζόμουν να αναφέρω;

Το χειρότερο όμως είναι πως, σαν κοινωνία, έχουμε εθιστεί επικίνδυνα στην ιδέα ότι η παράβαση των νόμων δεν είναι σπουδαία υπόθεση, «αρκεί να μη μας πιάσουν»! Γιατί, λίγο-πολύ, όλοι κάποτε χρειάστηκε να δώσουμε «φουντούκια» για να κάνουμε πιο εύκολα τη δουλειά μας, συναλλασσόμενοι με ένα σύστημα όπου οι συνειδήσεις είναι διάτρητες και οι νόμοι αφορούν αποκλειστικά την συμπαθή, πλην όμως απαξιωμένη, τάξη των «κορόιδων»...

Κλείνω το σημείωμα με μία ιδιαίτερα σοβαρή ομολογία: Αν ήμουν περισσότερο δίκαιος, στους δωροδοκούμενους με φουντούκια θα έπρεπε να συμπεριλάβω και τον ίδιο το σκύλο μου! Πράγματι, οι εν λόγω ξηροί καρποί αποτελούσαν το σύνηθες διαπραγματευτικό μέσον για να καταδεχθεί να σηκώσει το μπροστινό της πόδι για «χειραψία». Αλλά, είπαμε: για κάποιους προνομιούχους, οι νόμοι δεν ισχύουν παρά μόνο για τους... άλλους!

Aixmi.gr

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Κουίζ για... σινεφίλ Αεκτζήδες!

Ερώτηση: Στην επική ταινία "Η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου" (1969) υπάρχει μία σκηνή στην οποία πρωταγωνιστούν δύο γνωστοί Αεκτζήδες. Όμως, μόνο ο... ένας είναι άνθρωπος! Ποια είναι η σκηνή;

Απάντηση: Δείτε το video!



Ο Νίκος Ξανθόπουλος και η "αρκούδα" (Ανέστης... από costaspap

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Και όμως, ο Βίλντερς είχε δίκιο!


Σε κριτική τοποθέτησή του στο Ολλανδικό κοινοβούλιο, με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup για εκταμίευση 8.5 δισ. ευρώ προς την Ελλάδα, και απευθυνόμενος στον Ολλανδό υπουργό οικονομικών και πρόεδρο του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, ο αρχηγός του ακροδεξιού κόμματος «Κόμμα για την Ελευθερία» Γκέερτ Βίλντερς έθεσε το παρακάτω (προσχηματικώς ευθύ, αλλά κατ’ ουσίαν ρητορικό) ερώτημα:

«Συμμερίζεστε την άποψη που λέει ότι δεν μπορείτε (σ.σ: οι Έλληνες) να ξοδεύετε όλα τα χρήματά σας σε σουβλάκι και ούζο και στη συνέχεια να ζητάτε κοινωνικά επιδόματα; Αν ναι, πότε σκοπεύετε να πείτε στους Έλληνες ότι δεν θα ανταμείβονται άλλο πια για την απάτη και την εξαπάτησή τους; Αν όχι (σ.σ: αν δεν το πράξετε), πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό στους Ολλανδούς, οι οποίοι μόλις και μετά βίας μπορούν να τα βγάλουν πέρα;»

Θα δικαιώσω απόλυτα τον – με εκτυφλωτικά Άριο παρουσιαστικό – Ολλανδό βουλευτή, έστω και αν αυτό μου κοστίσει μαζικά “dislikes” από τους αναγνώστες! Τι είπε ο άνθρωπος; Ότι οι Έλληνες (υποθέτω αναφέρεται στον μέσο Έλληνα, όχι στον «Κροίσο») ξοδεύουν όσα βγάζουν σε σουβλάκια (το ούζο ας το αφήσουμε απέξω, δεν πάει με τα εν λόγω φαγώσιμα). Ψέματα είναι;

Ο Έλληνας, που κι αυτός μόλις και μετά βίας μπορεί πλέον να τα βγάλει πέρα, που άρχισε πια να συμβιβάζεται με δουλειές «ό,τι κάτσει» (αν υπάρχουν κι αυτές) με αμοιβές «όσο-όσο», και με δεδομένο ότι πρέπει αυτονοήτως να τραφεί για να επιζήσει (εκτός αν ο Άριος οραματίζεται κρυφά την Ελλάδα ως ένα απέραντο, νέο Άουσβιτς!), είναι φυσικό να επιλέξει την τροφή του και (αν όχι αποκλειστικά) με κριτήριο το κόστος. Γνωρίζει ο – εις εκλεκτό ανθρώπινο είδος ανήκων – πολιτικός ποια είναι η πλέον φθηνή τροφή που κρατά κάποιον στα πόδια του, σε τούτον εδώ τον τόπο; Εμείς, πάντως, γνωρίζουμε...

Όπως λένε, «από παιδί κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια». Αποκλείοντας, εν προκειμένω, την περίπτωση του παιδιού, βλέπουμε την παροιμία να επιβεβαιώνεται και πάλι. Ναι, λοιπόν, ο Βίλντερς είχε δίκιο όταν είπε πως όσα βγάζουμε τα τρώμε σε σουβλάκια και ούζο! Τώρα, ειδικά, που έπαψαν πια να είναι «τρέντυ» οι σαμπάνιες, το χαβιάρι και οι αστακοί...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η Αριστερά στη Ζώνη του Λυκόφωτος

Θυμάμαι ένα επεισόδιο της σειράς “The Twilight Zone” που είχα δει στην αμερικανική τηλεόραση. Ένας καθηγητής Ιστορίας σε κάποιο πανεπιστήμιο, περιγράφει στους φοιτητές ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου. Μιλά με απίστευτο πάθος, και ο τόνος της φωνής του προδίδει οργή. Θα ‘λεγε κανείς πως είχε ζήσει από κοντά αυτά τα γεγονότα, έναν αιώνα πριν! Και όμως, αυτή ακριβώς ήταν η αλήθεια. Ο άνθρωπος αυτός, που η ηλικία του ήταν απροσδιόριστη, είχε τη σπάνια ιδιότητα να μη γερνά ποτέ. Στη «Ζώνη του Λυκόφωτος» όλα μπορούν να συμβούν!

Αναρωτιέται κανείς, εν τούτοις, αν τέτοια μεταφυσικά φαινόμενα θα ήταν δυνατό να συμβαίνουν και στην πραγματική ζωή. Η οργή του φανταστικού καθηγητή Ιστορίας ωχριά μπροστά σε εκείνη που επιδεικνύουν σχετικά νέοι σε ηλικία πολιτικοί ή πολιτικολογούντες στο χώρο της ελληνικής Αριστεράς, όταν αναφέρονται σε θέματα που σχετίζονται με την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Τόσο που θαρρεί κανείς πως τα έζησαν από μέσα!

Για παράδειγμα, με την υπογραφή του πρώτου μνημονίου μάθαμε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμα και δρουν «δωσίλογοι» και «γερμανοτσολιάδες» (πού ήταν άραγε κρυμμένοι κάπου εβδομήντα χρόνια, και σε ποια κατάψυξη τους διατηρούσαν ζωντανούς;).

Πρόσφατα, μετά τον θάνατο ενός πρώην πρωθυπουργού, διαβάσαμε από θυμωμένες αριστερές γραφίδες ότι ήταν εκείνος που «έφερε τον εμφύλιο στην Κρήτη»!

Ακόμα πιο πρόσφατα, μία υστερική νέα γυναίκα, την οποία λόγοι πολιτικού νεποτισμού αλλά και πολιτικού καιροσκοπισμού έφεραν κάποτε να καταλάβει κορυφαίο θεσμικό αξίωμα στο ελληνικό κοινοβούλιο, παραλίγο να τινάξει στον αέρα την τελετή μνήμης για τη Σφαγή του Διστόμου από τα ναζιστικά στρατεύματα (1944) όταν βγήκε μπροστά από το πλήθος και, σε τόνους παθιασμένης ακτιβίστριας, απευθύνθηκε στον Γερμανό πρεσβευτή τη στιγμή που ήταν έτοιμος να καταθέσει στεφάνι στη μνήμη των θυμάτων, απαιτώντας να κάνει μεταβολή και να γυρίσει στη θέση του!

Το ενδιαφέρον σε όσα ανέφερα πιο πάνω είναι πως ένα ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς και της Αντίστασης, που είχε πράγματι ζήσει την Κατοχή και τον Εμφύλιο, ήταν εκείνο που αποκατέστησε την αλήθεια και την τιμή του πρώην πρωθυπουργού και πολιτικού αντιπάλου του. Και ήταν το ίδιο πρόσωπο που, λίγο αργότερα, πήρε από το χέρι τον Γερμανό πρεσβευτή οδηγώντας τον στο μνημείο και βοηθώντας τον να καταθέσει το στεφάνι. Πράξη για την οποία η «αριστερή» κόρη, που βρήκε και διάβηκε πολιτικό δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα, χυδαιολόγησε με περισσή ιταμότητα στα social media εναντίον του ανθρώπου που διακινδύνευσε κάποτε τη ζωή του κατεβάζοντας τη ναζιστική σημαία, λέγοντάς του πως την είχε μόλις... επανατοποθετήσει στη θέση της!

Δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς τη μεγαλοσύνη του παλιού αγωνιστή της Αριστεράς, του Μανόλη Γλέζου, που βαδίζει προς τη δύση της ζωής του αφήνοντας ως παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές την υπέρβαση των παθών, την εθνική συμφιλίωση και, πάνω απ’ όλα, το πολιτικό ήθος.

Απέναντι σε όλα αυτά, μόνο θλίψη προκαλεί η μικρότητα και η εμπάθεια μιας νέας γενιάς «αριστερών», γαλουχημένων στις «καταλήψεις», τις «επαναστάσεις» επί χάρτου – συνοδεία φραπέ – και τη ρητορεία των κραυγών και των εύκολων συνθημάτων.

Πού να βρίσκεται, άραγε, κρυμμένο σήμερα το αριστερό ήθος; Αν εξαιρέσει κανείς λίγους εναπομείναντες θύλακες αληθινά αριστερής ευπρέπειας στη σύγχρονη πολιτική σκηνή, ίσως θα πρέπει πλέον να το αναζητήσουμε σε τόπους μακρινούς και μεταφυσικούς. Κάτι σαν τη Ζώνη του Λυκόφωτος, δηλαδή...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το καρναβάλι των social media


Η ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Γάμος αλά Ελληνικά» – ίσως η πιο φιλοσοφημένη του ελληνικού κινηματογράφου – αποτελεί μια ειρωνική σπουδή πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Η υπόθεση έχει ως εξής:

Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη... Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο... Δεν υποπτεύονται καν ότι ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που τους είναι αδύνατο να αναγνωριστούν μεταξύ τους δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, έξω απ’ τα κοστούμια που φορούσαν εκείνη τη «μαγική» νύχτα του καρναβαλιού που είχαν γνωριστεί – και που έμελλε να είναι η μοναδική... Στο φινάλε της ταινίας ακούγεται μία από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού σινεμά, αληθινή αποθέωση του παράλογου που μόνο η σάτιρα μπορεί να χαρίσει:

«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εσύ εκείνος που αγαπούσα!»

Το καρναβάλι είναι μια σύντομη φυγή από την πραγματικότητα σε έναν κόσμο όπου ο καθένας μπορεί ελεύθερα να ορίσει τον εαυτό του όπως εκείνος επιθυμεί, δίνοντάς του ιδιότητες που ενδεχομένως θα ήθελε, μα δεν του είναι δυνατό, να έχει. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μία βραχύβια, αθώα παραχάραξη της ίδιας της ζωής. Μετά το τέλος του, ο άνθρωπος καλείται να βρεθεί και πάλι αντιμέτωπος με τις πραγματικότητες από τις οποίες θέλησε για λίγο να αποδράσει...

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και την έλευση των social media – ιδιαίτερα του πλέον δημοφιλούς εξ αυτών, του Facebook – ένα νέο «καρναβάλι», τούτη τη φορά ηλεκτρονικό και σε ισχύ 365 μέρες το χρόνο, απλώθηκε ώσπου να φτάσει σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Σε κάθε χρήστη του δικτύου παρέχεται μία εντυπωσιακή δυνατότητα απόλυτου και αδιαμφισβήτητου αυτοπροσδιορισμού μέσα σε ένα επιλεγμένο από τον ίδιο κοινωνικό υποσύνολο που φέρει τον ευφημιστικό χαρακτηρισμό «φίλοι» (τα εισαγωγικά ουδόλως περισσεύουν!).

Έτσι, ο μέσος χρήστης, μπροστά σε ένα εικονικό και εξ ορισμού δεκτικό κοινό (οι εκφράζοντες ενστάσεις και οι αμφισβητίες μπορούν αυτομάτως να διαγράφονται από τη λίστα των «φίλων»!) αποκτά, αν το επιθυμεί, τη δυνατότητα να αυτο-αναγορεύεται σε καλλιτέχνη, σε ποιητή, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό επιστήμονα (ή και απλά πολιτικά σκεπτόμενο ον), οικονομολόγο, ψυχολόγο, δημοσιογράφο, εραστή, και άλλα αναρίθμητα. (Δεν αναφέρομαι, ασφαλώς, σε χρήστες που πραγματικά διαθέτουν τις ιδιότητες που συνοδεύουν το προφίλ τους!)

Η οικονομική κρίση γέννησε μια νέα γενιά «καρναβαλιστών» των social media: τους οργισμένους τιμωρούς. Είδαμε, έτσι, ακόμα και «επώνυμους» – που θα όφειλαν, ως δημόσια πρόσωπα, να είναι αυτοσυγκρατημένοι και νηφάλιοι – να μετέρχονται εκφραστικά μέσα χαμαιτυπείου για να διοχετεύσουν το μένος τους εναντίον όσων κατά την κρίση τους ευθύνονται για τα δεινά της χώρας. Συνήθεις στόχοι ήταν και είναι, ασφαλώς, όσοι συνέδεσαν άμεσα το όνομά τους με τα υπέρμετρα δαιμονοποιηθέντα μνημόνια. Αλλά και άλλοι που απλά δεν τάχθηκαν ποτέ με την πλευρά των λεγόμενων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων (λες και υπάρχει «φιλομνημονιακός» Έλληνας, που αγαπά, δηλαδή, τα μνημόνια!).

Δύο πρόσφατα γεγονότα – η τρομοκρατική απόπειρα κατά της ζωής ενός πρώην πρωθυπουργού που «έβαλε πλάτη» για να ξεπεράσει η χώρα μια δύσκολη στιγμή κατά τα πρώτα χρόνια της κρίσης, και ο θάνατος, σύντομα μετά, ενός προγενέστερου πρωθυπουργού ο οποίος, σε χρόνους ανύποπτους, είχε προειδοποιήσει για μια επερχόμενη κρίση (αλλά οι πάντες εκώφευσαν) – έδειξαν ως πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη μικροψυχία και ποια είναι (αν υφίστανται καν) τα όρια του πολιτικού μίσους.

Όχημα για την έκφραση των παραπάνω ήταν – τι άλλο; – τα social media. Με βάση τους οχετούς υβριστικών λόγων που αναρτήθηκαν εκεί από ανώνυμους κι επώνυμους, έγκριτοι πολιτικοί αναλυτές σε σοβαρά μέσα ενημέρωσης (ηλεκτρονικά κυρίως) έστησαν μία ευρεία συζήτηση για το κατάντημα του πολιτικού λόγου και ήθους σ’ αυτή τη χώρα. Άρχισαν, μάλιστα, δειλά-δειλά να κάνουν την εμφάνισή τους ποικίλοι προβληματισμοί γύρω από την οριοθέτηση ή μη της ελευθερίας του λόγου (σε κάποιες περιπτώσεις τα ίδια τα social media αναγκάστηκαν να διαγράψουν αναρτήσεις που ξέφευγαν από τα συμβατικά όρια της «απλής» χυδαιότητας).

Μια δεύτερη, όμως, και ίσως πιο ψύχραιμη προσέγγιση στο φαινόμενο θα οδηγήσει σε έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισής του. Θα μπορούσε, δηλαδή, κάποιος να αναρωτηθεί αν θα έπρεπε, τελικά, να αποδίδεται τόσο μεγάλη πολιτική βαρύτητα σε μία ανάρτηση σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα κι αν αυτή υπογράφεται από ένα δημόσιο πρόσωπο. Το ερώτημα καθίσταται ρητορικό αν δεχθούμε την «καρναβαλική» ιδιότητα των social media, όπως την περιγράψαμε νωρίτερα. Αν λάβουμε υπόψη, δηλαδή, ότι ο χρήστης συχνά (αν και δεν θα το διατυπώσουμε ως γενικό κανόνα) προβάλλει ένα κομμάτι εαυτού που θα ήταν αδύνατο να επιδείξει στις καθημερινές του λειτουργίες ως κοινωνικό μέλος, ή ακόμα και ως θεσμικό πρόσωπο.

Με απλά ελληνικά: Ποιος (θα ‘πρεπε να) δίνει σημασία σε προσωπικές θέσεις που αναρτώνται στα social media; Αν το ρητορικό αυτό ερώτημα παρεμφαίνει απαξίωση των μέσων αυτών και των χρηστών τους, ας μην κριθούν γι’ αυτό εκείνοι που τυχόν το θέτουν, αλλά τα ίδια τα κοινωνικά δίκτυα που αποτυγχάνουν να «φιλτράρουν» την ποιότητα των αναρτήσεων. Ένα επιστημονικό άρθρο έχει κύρος διότι περνά από αξιολόγηση πριν δει το φως της δημοσιοποίησης. Το ίδιο και ένα κείμενο σε ένα έγκριτο έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης. Στα social media, από την άλλη, κάθε «πικραμένος», κάθε οργισμένος, ή απλά κάθε λάτρης της κοινής πρόκλησης, είναι ελεύθερος να εκφορτίσει δημόσια τα απωθημένα της ψυχής του υπό τις επιδοκιμασίες (συχνά συνοδευόμενες από χαμηλής αισθητικής πολύχρωμα εικονίδια) εκατοντάδων ή ακόμα και χιλιάδων «φίλων». Γιατί αυτό θα έπρεπε να αποτελεί ζήτημα μιας σοβαρής πολιτικής ανάλυσης;

Τούτων λεχθέντων, και προς αποφυγή τυχόν παρερμηνειών των θέσεών μας, θα πρέπει να τονιστεί ότι ένα δημόσιο πρόσωπο κρίνεται και από τις σκέψεις που καταθέτει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ότι δεν αποδίδουμε, π.χ., ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα σε μία ευτελή ή χυδαία ανάρτηση ενός πολιτικού προσώπου δεν σημαίνει ότι θα μπορούσαμε, εν τούτοις, να πάρουμε το πρόσωπο αυτό στα σοβαρά όταν εκφράζεται εκτός κοινωνικών δικτύων. Απλά, μαζί με την ανάρτηση απαξιώνουμε οριστικά και το πρόσωπο, σε όλες του τις εκφάνσεις!

Κλείνω με μία συμβουλή που πηγάζει από προσωπική εμπειρία: Αν δεν μπορείς να αντέξεις τη φασαρία του καρναβαλιού και τη συνύπαρξη με τόσους μασκαράδες, πέτα τη στολή και φύγε! Οι λογαριασμοί στα social media μπορούν να κλείνουν τόσο εύκολα όσο ανοίγουν. Το κόστος ενός βραχύβιου συνδρόμου εξάρτησης είναι ασήμαντο μπροστά στο αίσθημα απελευθέρωσης που μένει, και στην επιστροφή σε μια παλιά, ξεχασμένη κανονικότητα ζωής. Εκεί που οι φίλοι είναι φίλοι. Δίχως τα εισαγωγικά...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κοινωνικά δίκτυα και διασυρμός της ελευθερίας του λόγου


Η νευρική ανορεξία είναι μία ψυχοσωματική νόσος που έχει προκαλέσει τον θάνατο σε αμέτρητους ανθρώπους. Ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμα της νόσου είναι η κατανάλωση ποσότητας τροφής και η εν συνεχεία εκούσια αποβολή της από τον/την ασθενή.

Νεότερες μελέτες έχουν δείξει, εν τούτοις, μία μεταβολή στη συμπεριφορά αρκετών ασθενών: Αφού καταναλώσουν ποσότητα τροφής, ανοίγουν στη συνέχεια το γνωστό μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Οι προκαλούμενες, τότε, αυτόματες συσπάσεις του στομάχου ακυρώνουν την ανάγκη μιας τεχνητής αποβολής του περιεχομένου του, αφού το ζητούμενο επιτυγχάνεται με τρόπο αυθόρμητο και εντελώς φυσικό με την ίδια την ανάγνωση. Λέγεται ότι τα αποτελέσματα στην εξέλιξη της νόσου είναι θεαματικά!

Ώρες-ώρες σκέφτομαι ότι η εξάρτηση από τον αρρωστημένο αυτό ιστότοπο είναι κάτι σαν την εξάρτηση από το τσιγάρο ή τις ψυχοτρόπες ουσίες: ενώ ξέρεις ότι σε βλάπτουν, δυσκολεύεσαι να απαλλαγείς από αυτά, έχοντάς τα με τον καιρό εντάξει στα "εκ των ων ουκ άνευ" της καθημερινότητάς σου. Το ερώτημα είναι: έχουμε τη δύναμη να απεξαρτηθούμε, διαγράφοντας μια και καλή τους λογαριασμούς μας;

Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, ας συμβιβαστούμε με την ιδέα (ή μάλλον, τη βεβαιότητα) ότι κολυμπάμε στην ίδια μολυσμένη θάλασσα με κάθε οργισμένο τενεκέ που (νομίζει πως) έχει "πολιτική" άποψη... Με κάθε συμπλεγματικό κριτή που αποβάλλει τα περιττώματα της άρρωστης ψυχής του προσφέροντάς τα ως "τροφή" σε συνειδήσεις εχθρών και "φίλων"... Με κάθε "καλημερατζή" και "καληνυχτατζή" που σχολιάζει ένα αναρτημένο ποίημα του Καβάφη με τα εμπνευσμένα λόγια "καληνύχτα γλυκιά μου Μαίρη", συνοδευόμενα από πολύχρωμες καρδούλες... Με κάθε εμπαθή ή καιροσκόπο διανοούμενο (χωρίς εισαγωγικά η τελευταία λέξη) που, για να κερδίσει λίγους ακόμα κομματικούς πόντους, ξεπέφτει στο επίπεδο να πολιτικολογεί αναπαράγοντας (με την δέουσα, ασφαλώς, ορθότητα στη χρήση του λόγου) την αισχρή ρητορεία ενός άξεστου υφυπουργού που κοπρολογεί μετά τον θάνατο πολιτικού του αντιπάλου...

Το εν λόγω μέσο κοινωνικής δικτύωσης (ή "εν λόγο", όπως διαβάζω συχνά σε σχόλια εκεί), το οποίο κατόρθωσε να εξαφανίσει και τα τελευταία υπολείμματα (υπαρκτών ή ανύπαρκτων) "ηθικών πλεονεκτημάτων", θα αποδειχθεί, φοβάμαι, ο μεγαλύτερος - αν όχι ο θανάσιμος - εχθρός της ελευθερίας του λόγου. Γιατί, προσφέροντας όλες τις (νόμιμες;) δυνατότητες για την κατάχρηση και τον ευτελισμό, τελικά, της ελευθερίας αυτής, συμβάλλει ταυτόχρονα στην ενδυνάμωση της φωνής εκείνων που ζητούν τον περιορισμό της.

Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι υπεύθυνο το μέσο για το γενικότερο επίπεδο των χρηστών του, όπως δεν ευθύνεται το ίδιο το πολίτευμα για το ποιόν εκείνων που ορίστηκαν να το υπηρετούν. Η ευθύνη και για τα δύο ανήκει στις επιλογές της κοινωνίας, όπου ως "κοινωνία" κατάντησε να νοείται ένα συνονθύλευμα ταξικών συμφερόντων, καθένα εκ των οποίων ωραιοποιείται και εξιδανικεύεται κάτω από το μανδύα μιας αντίστοιχης "πολιτικής ιδεολογίας".

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι απλά απεικονίσεις της ίδιας της λειτουργίας της δημοκρατίας μας. Ενός πολιτεύματος που εμείς οι Έλληνες πρώτοι γνωρίσαμε στην ανθρωπότητα - κι είμαστε εμείς που συνεχίζουμε να δείχνουμε το δρόμο για την πολιτική και ηθική αυτοκαταστροφή του. Συντηρώντας την κατάρα του εθνικού διχασμού και εμπλουτίζοντας τις ιστορικές εκδοχές του με νέα δίπολα μίσους...

Υπάρχει ελπίδα ακόμα; Ίσως, αν κάποτε ωριμάσουμε σαν λαός κι αναγνωρίσει ο καθένας μας τις ευθύνες του για το σημερινό κατάντημα της χώρας. Δεν δείχνει να 'ναι κοντά η ώρα...

Aixmi.gr

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Η Σώτη Τριανταφύλλου και οι Ταλιμπάν της «πολιτικής ορθότητας»


Το Ολοκαύτωμα είναι, αναμφίβολα, το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα στην Ιστορία. Και προσωπική άποψη του γράφοντος είναι ότι όσοι διακινούν απόψεις του τύπου «καλά τους έκαναν» ή «μακάρι να τους είχαν ξεκάνει όλους» δικαιούνται μιας θέσης στα εδώλια των κατηγορουμένων στις αίθουσες των δικαστηρίων.

Από την άλλη, το να ισχυρίζεται κάποιος ότι «το Ολοκαύτωμα δεν συνέβη ποτέ» δεν είναι υπόθεση της Δικαιοσύνης αλλά της Ψυχιατρικής! Εξ άλλου, εκτός από ψυχιάτρους υπάρχουν και έγκριτοι ακαδημαϊκοί οι οποίοι μπορούν να γελοιοποιήσουν τις απόψεις κάθε ανιστόρητου. Για να μην αναφερθώ σε σοβαρούς δημοσιογράφους, ακόμα και σε επισκέπτες των social media.

Εν τούτοις, η σύγχρονη «αντιρατσιστική» (sic) υστερία, με κορυφαία έκφανση την λεγόμενη «πολιτική ορθότητα», έχει εκχωρήσει μέρος της αρμοδιότητας των ιστορικών και των ψυχιάτρων στους δικαστές. Με αποτέλεσμα, αν πω δημόσια ότι, π.χ., «πετάει ο γάιδαρος» (το λέω συμβολικά), να είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσω μήνυση από τους φιλόζωους, παρά να παραπεμφθώ σε ειδικούς με άσπρες μπλούζες για περαιτέρω εξέταση!

Η «αντιρατσιστική» τάση της εποχής όχι μόνο επιχειρεί να ποινικοποιήσει την (έστω, εξωφρενική) άποψη ακόμα κι αν αυτή δεν επιδοκιμάζει – ή δεν εξωθεί σε – εγκληματικές πράξεις, αλλά προωθεί και μία (σκόπιμη;) σύγχυση εννοιών, με βάση την οποία μια έκφραση (ακραίου, αν θέλετε) ιδεολογικού αρνητισμού απέναντι σε μια θρησκεία να βαφτίζεται «ρατσιστική ενέργεια».

Διαβάσαμε πρόσφατα ότι η συγγραφέας και δημοσιογράφος κ. Σώτη Τριανταφύλλου σύρεται σε δίκη διότι, σε προ διετίας άρθρο της με αφορμή την πρόσφατη, τότε, σφαγή στο Παρίσι από θρησκευτικούς φονταμενταλιστές, είχε επικαλεστεί μια άποψη ιστορικού προσώπου για το εν λόγω θρήσκευμα. Το κατηγορητήριο αφορά κυρίως ένα ζήτημα ιστορικής ακρίβειας. Το κατά πόσον, δηλαδή, το ιστορικό αυτό πρόσωπο όντως διατύπωσε την άποψη που του αποδίδεται!

Μηνυτής δεν είναι, εν τούτοις (πώς θα μπορούσε άλλωστε;) η εν λόγω ιστορική προσωπικότητα, αλλά ο διαχειριστής ενός blog που ειδικεύεται στον εντοπισμό όσων κατά την άποψή του παραβιάζουν την «ιερή» πολιτική ορθότητα. Και δικαστής δεν είναι – ως θα όφειλε να είναι – ο ακαδημαϊκός ιστορικός, αλλά ο Πρωτοδίκης!

Για τους Ταλιμπάν της «πολιτικής ορθότητας» έχω κακά νέα. Βέβαια, τα γνωρίζουν ήδη: Πρόκειται για το αποτέλεσμα των τελευταίων αμερικανικών εκλογών και την εγκατάσταση στον Λευκό Οίκο του πιο επικίνδυνου εθνικιστή που γνώρισε η υφήλιος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το τι του εξασφάλισε τον «θρόνο» είναι κι αυτό γνωστό. Το είχαμε αναλύσει εδώ:

http://www.aixmi.gr/index.php/otan-i-politiki-oryhotita-ginetai/

Το πού μπορεί να οδηγήσουν – και σε όφελος ποιων να αποβούν – οι καταχρήσεις της «πολιτικής ορθότητας» στη χώρα μας, είναι μάλλον προφανές και ούτε που θα ‘θελε κανείς να το σκέφτεται! Μια χώρα που ανοίγει διάπλατα τα σύνορά της ενώ, την ίδια στιγμή, θεωρεί πράξη «ρατσισμού» την προστασία της ελευθερίας του λόγου των πολιτών της (στο βαθμό που ο λόγος αυτός, επαναλαμβάνω, δεν εγκωμιάζει εγκληματικές πράξεις και δεν εξωθεί σε αυτές!), είναι ευάλωτη σε κάθε είδους αυτόκλητους «προστάτες». Το έχουμε ήδη δει να συντελείται. Και φοβάμαι πως αυτό θα μπορούσε να είναι μόνο η αρχή...

Aixmi.gr

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

«Προανάκριση εκτελεί η Ασφάλεια Αττικής»…






...Ναι, υπήρξαν και συνένοχοι. Εκείνοι οι δήθεν επαναστάτες, οι χυδαίοι επαγγελματίες της οργής που σαν έτοιμοι από καιρό ήταν ήδη δηλητηριασμένοι με το μίσος που θα ζούσαμε όλα τα επόμενα χρόνια και έφτασαν στο σημείο να εμποδίσουν το πυροσβεστικό να πλησιάσει το φλεγόμενο κτίριο. Αυτοί που έβριζαν τους αγχωμένους πυροσβέστες, ως «τσουτσέκια του συστήματος», ενώ εκείνοι προσπαθούσαν με ηρωισμό να σώσουν συνανθρώπους τους. Και αυτοί που μετά έβριζαν τις γυναίκες που είχαν βγει στο μπαλκόνι και ικέτευαν για τη ζωή τους...

Διαβάστε το εξαιρετικό άρθρο του Ανδρέα Στασινού!

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Η ιστορία ενός «αντιμνημονιακού» μύθου


Κάνοντας εκκαθαρίσεις σε παλιά μηνύματα στο mailbox του γνωστού μέσου κοινωνικής δικτύωσης, έπεσα πάνω σε μια συνομιλία με μία πρώην «φίλη» (στην ιδιωματική γλώσσα του μέσου). Η «φιλία» αυτή με εκείνη και τον σύζυγό της είχε ξεκινήσει κατά τα πρώτα μνημονιακά χρόνια και τερματίστηκε (από τη μεριά της «φίλης») με τρόπο σχετικά άκομψο, το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015, λίγες μόλις μέρες πριν εκείνοι που δίχασαν τον ελληνικό λαό χωρίζοντάς τον σε «κακούς μνημονιακούς» και «καλούς αντιμνημονιακούς», φέρουν στον τόπο το δικό τους, ακόμα πιο δυσβάσταχτο μνημόνιο.

Παραθέτω τρία χαρακτηριστικά μηνύματα της «φίλης» που μαρτυρούν τη συνειδησιακή μετάλλαξη ενός ανθρώπου κάτω από τη δηλητηριώδη επίδραση του «αντιμνημονιακού» κλίματος της εποχής. Το πρώτο γράφτηκε μερικούς μήνες πριν η κατασυκοφαντημένη περίοδος των «Σαμαρο-Βενιζέλων» περάσει οριστικά στο ανάθεμα της Ιστορίας. Το δεύτερο, λίγες μέρες πριν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος του καλοκαιριού του 2015, που λίγο έλειψε να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλια σύγκρουση και οικονομική καταστροφή. Το τρίτο και τελειωτικό, λίγες μέρες μετά το δημοψήφισμα, όταν οι πολίτες της χώρας ζούσαν τον πρωτόγνωρο εφιάλτη των capital controls και το φάσμα των Βαρουφάκειων IOUs και των Λαπαβίτσειων συσσιτίων.

--------------------------------

* Θέλω να σου πω ότι η πένα σου έχει μεγάλη δύναμη, που φυσικά είναι εσωτερικο-κατευθυνόμενη... Όπου και να είσαι, σου ευχόμαστε καλή τύχη! Ο κόσμος έχει ανάγκη από ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ σαν και σένα! (27/10/2014)

* Φίλε Κώστα, καλημέρα! Αν και δεν συμφωνούμε ιδεολογικά, θέλω να ξέρεις ότι σε εκτιμώ πολύ! (20/6/2015)

* Αγαπητέ Κώστα, λυπάμαι που δεν θα είμαστε πλέον φίλοι, γιατί ουσιαστικά δεν ασπάζομαι την διαμετρικά αντίθετη τοποθέτησή σου σε θέματα που αφορούν σε ζωτικά θέματα της πατρίδας μου. Πρέπει σ' αυτούς τους καιρούς που η Ελλάδα βάλλεται εντός και εκτός των τειχών να μην προσθέτουμε με τα γραφόμενά μας στην αδικία που γεννά τον διχασμό. Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο! (8/7/2015)

--------------------------------

Την ευθύνη του διχασμού, όμως, ας μην την αποδίδουμε αποκλειστικά στα πολιτικά κόμματα. Αυτά, ούτως ή άλλως, έκαναν το μόνο πράγμα που γνωρίζουν από συστάσεως του ελληνικού κράτους, σε έναν λαό που φέρει το στοιχείο του διχασμού στο εθνικό του DNA. Και, τον λαό αυτό δεν τον δίχασαν αυτά καθαυτά τα μνημόνια αλλά ο βαθμός γοητείας που άσκησε στον καθένα η ρητορεία που περιέβαλε το ψευδο-δίλημμα της αναγκαιότητας ή μη-αναγκαιότητάς τους.

Αυτονόητα, κανένας σώφρων Έλληνας δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να επιθυμεί την χωρίς σοβαρό λόγο επιβολή ενός μνημονίου στην πατρίδα του! Έτσι, ο όρος «μνημονιακός» είναι λογικά άτοπος, εννοιολογικά αδόκιμος και πολιτικά παραπλανητικός. Κατά μία έννοια, κάθε αληθινός Έλληνας (οφείλει να) είναι αντιμνημονιακός σε ό,τι αφορά τα αισθήματά του απέναντι στον de facto περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας που επιβάλλουν τα μνημόνια. Το αληθινό ερώτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον κάποιος θεωρεί ότι το – αναμφίβολα κακό – μνημόνιο ήταν ένα αναγκαίο κακό, ή θα υπήρχε δυνατότητα να αναζητηθούν άλλοι τρόποι υπέρβασης της κρίσης.

Βέβαια, κανένας δρόμος εξόδου από μια κρίση τέτοιου μεγέθους δεν θα μπορούσε να είναι ανώδυνος. Το ζήτημα έτσι εστιάζεται στο τι θεωρεί κάποιος ως μη χείρον. Οι δυνατότητες επιλογής ήταν, ξεκάθαρα, δύο. Από τη μία, μνημόνιο και αυτονόητος περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας. Από την άλλη, χρεοκοπία που θα οδηγούσε σε πείνα, εξαθλίωση, ίσως και εμφύλιο σπαραγμό. Όσοι υπερασπίστηκαν την πρώτη άποψη στιγματίστηκαν ως «μνημονιακοί», «προσκυνημένοι» και «προδότες» από κάποιους που, φορώντας την «αντιμνημονιακή» πανοπλία, διεκδίκησαν για τον εαυτό τους το αποκλειστικό δικαίωμα συμμετοχής στο αίσθημα εθνικής τιμής και αξιοπρέπειας.

Αυτό που δεν έχει, εν τούτοις, επαρκώς συζητηθεί είναι η ιστορική ευθύνη που αναλογεί στους ίδιους τους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς» για την κατάσταση που οδήγησε στην επιβολή των μνημονίων. Συνηθίζουμε να μιλούμε, γενικά και αόριστα, για την κακή διαχείριση της οικονομίας από τις αστικές κυβερνήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Σε αυτό υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας, αφού οι κυβερνήσεις αυτές, για λόγους πολιτικά ιδιοτελείς, δημιούργησαν το τέρας του λεγόμενου «πελατειακού κράτους». Ένα τέρας που, φυσικά, έπρεπε να τραφεί με δανεικά!

Όμως, είναι τα αστικά αυτά συστήματα διακυβέρνησης τα μόνα υπεύθυνα για την κρίση; Ή μήπως στη χώρα αυτή η έννοια «κυβέρνηση» αποδείχθηκε στην πράξη ασθενέστερη της έννοιας «εξουσία»; Και, αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν, τελικά, την απόλυτη εξουσία που θεσμικά προβλέπεται, ποιες ήταν εκείνες οι δυνάμεις που καταχράστηκαν το όποιο πλεόνασμά της;

Όσο κι αν σε πολλούς δεν αρέσει να λέγεται αυτό, υπήρξαν κατά το παρελθόν πολιτικοί ηγέτες που διέβλεψαν την κρίση και επιχείρησαν ένα «συμμάζεμα» της οικονομίας με μέτρα που, σε σύγκριση με αυτά που σήμερα εφαρμόζονται ή προαναγγέλλονται, φαντάζουν σαν το ανεπαίσθητο τσίμπημα μιας καρφίτσας! (Το ότι οι πολιτικοί αυτοί ηγέτες ανήκαν σε διαφορετικά πολιτικά κόμματα και διέφεραν σημαντικά ως προς τον σωματότυπο, λίγη σημασία έχει.) Ποιοι αντιστάθηκαν στις απαραίτητες, όπως τώρα αποδεικνύεται, μεταρρυθμίσεις, και τελικά κατόρθωσαν να τις ματαιώσουν; Σωστά το μαντέψατε: οι πολιτικά πρωτοστατούντες σήμερα στον «αντιμνημονιακό» αγώνα! Κυρίως, οι δυνάμεις της Αριστεράς και της «προόδου».

Αρχές δεκαετίας του ’90... Μια ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα πανίσχυρα συνδικάτα του δημοσίου, τα οποία έχουν παραλύσει τη χώρα. Καθημερινές πολύωρες διακοπές στην ηλεκτροδότηση έχουν φέρει σε απόγνωση νοικοκυριά και μικρο-επιχειρήσεις. Χαλασμένα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα πετιούνται στα σκουπίδια, και η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω της αφόρητης ζέστης. Οι συγκοινωνίες υπολειτουργούν, ενώ και η μερική ιδιωτικοποίησή τους ελάχιστα έχει επιλύσει το πρόβλημα λόγω των βίαιων αντιδράσεων των συνδικάτων.

Η Αριστερά, αλλά και ένα σημαντικό κομμάτι της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, βαφτίζουν τις συντεχνίες του δημοσίου «λαό» και τις εκβιαστικές κι απάνθρωπες κινητοποιήσεις τους «λαϊκούς αγώνες». Δίνουν απόλυτη πολιτική στήριξη στις απεργίες αλλά, την ίδια στιγμή, αγνοούν τους αληθινά αδύναμους και μη προνομιούχους που εργάζονται στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα χωρίς να έχουν την παραμικρή συνδικαλιστική προστασία και, συνεπώς, την όποια δυνατότητα αντίδρασης.

Μέσα σε αυτό το χάος, η τότε πρόεδρος του «Συνασπισμού της Αριστεράς» έκανε μία δημόσια δήλωση που μου φάνηκε προκλητική. Απάντησα με μια ανοιχτή επιστολή που δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ το φθινόπωρο του 1992. Καθώς δεν έχει σωθεί σε ηλεκτρονική μορφή, βρίσκω την ευκαιρία να την αναδημοσιεύσω εδώ, σαν μακρινή ηχώ μιας εποχής που αποτέλεσε, όπως αποδείχθηκε, την απαρχή μιας μακράς πορείας προς την τελική οικονομική καταστροφή της χώρας. Ο τίτλος του κειμένου ήταν «Αδιευκρίνιστα σημεία...».

--------------------------------

Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς διετύπωσε την άποψη ότι η εξουσία στη χώρα μας οραματίζεται και επιδιώκει την διαμόρφωση μιας «κοινωνίας χωρίς αντιστάσεις». Η ενδιαφέρουσα αυτή ρήση εμπεριέχει κάποια λεπτά και αδιευκρίνιστα σημεία. Αναρωτιέται κανείς, για παράδειγμα, γιατί ο όρος «κοινωνία» χρησιμοποιείται (εδώ και αλλού) με τόση ευκολία σαν συνώνυμος όρων όπως «συντεχνία» ή «οργανωμένη μειοψηφία». Όπως και δεν είναι πλήρως κατανοητό το ποιοι είναι, τελικά, οι υποτιθέμενοι αποδέκτες των «αντιστάσεων» για τις οποίες ομιλεί η κ. πρόεδρος: η κυβέρνηση του τόπου, ή μήπως το πάντοτε απροστάτευτο και μη προνομιούχο κοινωνικό σύνολο;

Διακρίνει κανείς εδώ μια μάλλον ηθελημένη (και ίσως σκόπιμη πολιτικά) σύγχυση εννοιών και αξιών. Τι είναι, λοιπόν, μια «κοινωνία που ανθίσταται»; Με βάση τις δημόσιες τοποθετήσεις πολλών (αυτοαποκαλούμενων προοδευτικών) πολιτικών προσώπων σε σχέση με την πρωτοφανή αναταραχή που γνώρισε πρόσφατα ο τόπος, μια τέτοια «κοινωνία» συμπεριφέρεται, σε γενικές γραμμές, ως ακολούθως:

1. Διακόπτει, δίκην στρατού κατοχής, την ηλεκτροδότηση της χώρας, βυθίζοντας στο σκοτάδι και την απόγνωση χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις (κυρίως μικρομεσαίες), τραυματίζοντας θανάσιμα τον τουρισμό, και δίνοντας τη χαριστική βολή στην ήδη βαρέως πάσχουσα εθνική οικονομία.

2. Στο πλαίσιο εξάσκησης των «δημοκρατικών της δικαιωμάτων», παραλύει τη δημόσια ζωή στην πρωτεύουσα, δημιουργώντας κυκλοφοριακό χάος και αδιέξοδο όποτε εκείνη κρίνει σκόπιμο.

3. Εξευτελίζει και διαπομπεύει συνανθρώπους της (ενίοτε μάλιστα δια δημοσίου, και με τηλεοπτική κάλυψη, βιασμού) που απλώς έχουν τη θέληση να εξασκήσουν το ιερό δικαίωμα στην εργασία, και καταστρέφει από «δικαιολογημένη αγανάκτηση» τις περιουσίες τους. [Σημείωση: Η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε βίαια επεισόδια που είχαν προκαλέσει οι συνδικαλιστές των λεωφορείων σε βάρος (προσωρινών, τελικά) ιδιοκτητών των μέσων μεταφοράς. Η λέξη «βιασμός» δεν είναι απλό σχήμα λόγου...]

4. Περιφρονεί, γενικά, τους νόμους του κράτους, ενώ ταυτόχρονα καθυβρίζει ιταμώς τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης.

Θα μπορούσαμε, από την πλευρά μας, να αντιπαραθέσουμε μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της άλλης κοινωνίας, αυτής «χωρίς αντιστάσεις»:

1. Θεωρεί χρέος της να αποδώσει σπονδές στους «θεούς» (διάβαζε: συνδικαλιστές) όταν εκείνοι, εν τη ευσπλαχνία τους, αποφασίζουν να της επιτρέψουν τη χρήση αγαθών τα οποία αυτή έχει (μερικώς, τουλάχιστον) ήδη προπληρώσει.

2. Αισθάνεται άκρως προνομιούχος όταν (των αρμοδίων «θεών» συγκατατιθεμένων) κατορθώσει να τρυπώσει σε ένα από εκείνα τα ακριβοθώρητα σαρδελοκούτια που κατ’ ευφημισμόν ονομάζονται μαζικά μέσα μεταφοράς, για να μεταβεί στην (κάκιστα αμείβουσα) εργασία της.

3. Δεν ευτυχεί ποτέ να μετέχει σε «αγωνιστικές κινητοποιήσεις», αφού ουδείς (μηδέ των προοδευτικών δημαγωγών και των περί αυτούς συνδικαλιστών εξαιρουμένων) θα σπεύσει να της προσφέρει την παραμικρή συμπαράσταση και αναγκαία προστασία.

Ας είναι, λοιπόν, λίγο πιο σαφείς οι πολιτικοί μας ηγέτες όταν φλυαρούν μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα των μέσων ενημέρωσης. Για να γνωρίζουμε, τουλάχιστον, προς ποίους απευθύνονται...

(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/9/1992)

--------------------------------

Συμπληρώνω ότι, σύμφωνα με τα συνδικαλιστικά ήθη της εποχής, η λύση μιας απεργίας στον δημόσιο τομέα έθετε συχνά ως προϋπόθεση την καταβολή των «δεδουλευμένων» για την περίοδο της απεργίας! Ο «λαός» είχε πάντα δίκιο, και αυτό καμία από τις αδύναμες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει.

Βέβαια, υπήρχε πάντα και ο λαός δεύτερης κατηγορίας: Ο κακοπληρωμένος και συνδικαλιστικά ακάλυπτος υπάλληλος (δημόσιος ή – ακόμα περισσότερο – ιδιωτικός), που θα έπρεπε να κόψει το λαιμό του να βρει τρόπο να πάει στη δουλειά του εν μέσω παρατεταμένων απεργιών των δημόσιων μέσων μεταφοράς (εκτός αν του περίσσευαν καθημερινά για ταξί)... Ο μικρο-μαγαζάτορας, που απόθετε ευπαθή προϊόντα στους κάδους των σκουπιδιών μετά από πολύωρες ή και πολυήμερες διακοπές στην ηλεκτροδότηση... Ο απλός φορολογούμενος πολίτης, που επί μέρες στερούνταν απαραίτητες υπηρεσίες τις οποίες είχε συχνά προπληρώσει (αναφέρω, ενδεικτικά, την κάρτα «απεριορίστων» διαδρομών στα μέσα μαζικής μεταφοράς)... Οι μελλοντικές γενιές, που καταδικάστηκαν να γεννηθούν και να ζήσουν σε μια χρεοκοπημένη χώρα, θύματα της αφροσύνης του πολιτικού συστήματος και της απληστίας των οργανωμένων συμφερόντων...

Θυμάμαι τις εκπομπές του αείμνηστου Λυκούργου Κομίνη στον «Flash». Τις άκουγα, τότε, καθημερινά. Όχι γιατί συμφωνούσα με τις απόψεις του αλλά, σαν από κάποια περίεργη μαζοχιστική διάθεση, επειδή οι απόψεις αυτές συχνά με εξόργιζαν. Κάποια μέρα ειρωνεύτηκε όσους αγανακτούσαν με τις συνεχείς διακοπές στην ηλεκτροδότηση, παρομοιάζοντάς τους με την κυρία της «καλής» κοινωνίας που φοβόταν μήπως δεν έχει ρεύμα για να ανάψει το αμπαζούρ της!

Η σκέψη τού, κατά τα άλλα αξιόλογου, Κομίνη απεικονίζει την πολιτική φιλοσοφία της (στενότερης και ευρύτερης) Αριστεράς την εποχή εκείνη. Τότε που «λαός» και «κοινωνία» σήμαιναν «συντεχνία», ενώ «δημοκρατικός» πολίτης ήταν αποκλειστικά ο κομματικά συνδικαλιζόμενος πολίτης. Και αν τολμούσες να διαφωνήσεις με την κυρίαρχη πολιτική ρητορεία, ήσουν εξ ορισμού «φασίστας». Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ο αρχι-συνδικαλιστής εκείνης της περιόδου ανταμείφθηκε αργότερα για τους «αγώνες» του με υπουργική θέση!

Ερχόμαστε στο «σήμερα»... Το πώς φτάσαμε στα μνημόνια είναι, πιστεύω, ένα ζήτημα που έχει ήδη απαντηθεί. Το ερώτημα, όμως, που συνεχίζει να διχάζει ειδικούς και μη είναι το αν υπήρχε, τελικά, άλλος δρόμος εξόδου από την κρίση.

Προσωπικά, θεωρώ την απάντηση δεδομένη και μονοσήμαντη. Το ίδιο, ενδεχομένως, ισχύει γενικότερα για όσους απορρίπτουν τη λέξη «μνημονιακός» ως εννοιολογικά αδόκιμη, ενώ αναγνωρίζουν στο περιεχόμενο του όρου «αντιμνημονιακός» την αυτονόητη ιδιότητα της οικουμενικότητας. Εκείνους, δηλαδή, που έχουν πάψει να πιστεύουν – αν πίστεψαν ποτέ – σε πολιτικούς μύθους με αγαθούς ήρωες και κακούς δράκους. Στους δικούς τους μύθους, πάντως, σπανίως τον ρόλο του προδότη παίζουν όσοι απλά τυχαίνει να έχουν αντίθετη άποψη...

Aixmi.gr

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Μερικές σκέψεις με αφορμή την πρόκριση της ΑΕΚ

Μερικές σκόρπιες σκέψεις μόνο, για τον χθεσινό (και τον προηγούμενο) ημιτελικό:

* Ο Ολυμπιακός μένει με τη χαρά του πρωταθλητή, αφού το πρωτάθλημα είναι ο σπουδαιότερος τίτλος. Επίσης, μένει με την τιμητική νίκη εκτός έδρας στον δεύτερο ημιτελικό, όπου αποκλείστηκε μόνο λόγω των εκτός έδρας τερμάτων.

* Ο ΟΣΦΠ σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να αναμετρηθεί σε τελικό κυπέλλου με τον ΠΑΟ, που βρίσκεται σε δαιμονιώδη φόρμα αυτό τον καιρό. Μια πιθανή ήττα από τον "αιώνιο" όχι μόνο θα επισκίαζε τη χαρά του πρωταθλήματος, αλλά θα έβαζε τη διοίκηση των κόκκινων σε μπελάδες, αφού ο κόσμος θα ζητούσε επίμονα πρωτοκλασάτες μεταγραφές και άλλα τινά δαπανηρά! Ενώ τώρα...

* Η ΑΕΚ μένει με τη χαρά του αποκλεισμού του Ολυμπιακού (το σύμπλεγμα κατωτερότητάς της απέναντί του είναι γνωστό, τη ευγενή φροντίδι και του δημοσιογράφου Κ. Κετσετζόγλου στο aek365), ενώ μια ήττα από τον ΠΑΟ σε τελικό δεν θα είναι δα και καταστροφή γι' αυτήν!

* Αν έμπαινε το δοκάρι και γινόταν το 0-2; Ε, γι' αυτό υπάρχουν στο ποδόσφαιρο αντεπιθέσεις, παρατάσεις, πέναλτι, κλπ.

Να βάλω και υποτίτλους; Δεν νομίζω χρειάζεται...