Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Σεξισμός και χυδαιότητα στο «Star Academy»


Η πατρότητα της φράσης αποδίδεται στον Γιώργο Ζαμπέτα. Κάποτε ζήτησαν τη γνώμη του για μια εκκολαπτόμενη σταρ του λαϊκού πενταγράμμου. Αφού την άκουσε, είπε το ανεπανάληπτο:

– Από φωνή, μ**νί. Αλλά από μ**νί, «φωνάρα» !

Το παραπάνω αξιολογικό κριτήριο ερμηνείας… τραγουδιού είχε στο νου του, ως φαίνεται, ο «πρόεδρος» της κριτικής επιτροπής στο διαβόητο talent (sic) show, «Star Academy» της 22-4-2017, όταν κλήθηκε δια της (διπλά προσμετρούμενης) ψήφου του να αποφασίσει για την αποχώρηση διαγωνιζόμενου από το show, έχοντας να επιλέξει ανάμεσα σε μία σχετική και μία απόλυτη μετριότητα – αγόρι και κορίτσι, αντίστοιχα. Λεπτομέρεια: το κορίτσι ήταν ξανθό και – κατά την άποψη, τουλάχιστον, του προέδρου – γενικώς ευειδές!

Αν άκουσα καλά (γιατί, πιθανόν είναι να με γέλασαν τ’ αυτιά μου) ο «ποιοτικός», ο «ασυμβίβαστος», ο αδιαπραγμάτευτα «αντισυμβατικός» πρώην σημαίνων μουσικοσυνθέτης και λάτρης του Βάγκνερ είπε πως, αν είχε ερεθιστεί η ακοή του από τις φωνητικές ερμηνείες, ίσως έδινε ευνοϊκή ψήφο στο αγόρι. Όμως, ελλείψει αμφίπλευρου ακουστικού ερεθισμού, επέλεξε με βάση το «οπτικό» ερέθισμα και μόνο, ψηφίζοντας τελικά υπέρ της παραμονής της κοπέλας στο show. Με άλλα λόγια, το αγόρι μειοδοτούσε de facto λόγω φύλου και παρουσίας. Η επιτομή του σεξισμού!

Σημειώνουμε ότι, στην ίδια εκπομπή, μία εκ των κριτών (η μόνη, τελικά, που έχει επιδείξει επίπεδο, και απορώ πώς βρέθηκε μέσα σ’ αυτό το κακόγουστο πανηγύρι!) αρνήθηκε ακόμα και απλά να βαθμολογήσει άλλον διαγωνιζόμενο ο οποίος, σε πρόσφατο σεξιστικό παραλήρημά του, καταφέρθηκε εναντίον συν-διαγωνιζομένου κάνοντας χρήση των αθλιότερων, ελεεινότερων και χυδαιότερων εκφράσεων που έχουν ποτέ ακουστεί στην ελληνική τηλεόραση!(*)

Η εμπορική φιλοσοφία κάποιων τηλεοπτικών μέσων είναι μάλλον προφανής: Η ευτέλεια «κάνει νούμερα» και φέρνει χρήμα. Η χυδαιότητα, το ξέσκισμα, η ανθρωποφαγία, ακόμα και ο σεξισμός στη χειρότερη εκδοχή του (πού είναι ο περιβόητος αντι-ρατσιστικός νόμος, οέο;) πουλούν. Φυσικά, πάντα σε συνάρτηση με το μέσο επίπεδο του τηλεοπτικού κοινού – και, εν επεκτάσει, του ίδιου του λαού…

Κατά τα άλλα, μοναδική παθογένεια και κορυφαίο πρόβλημα στην ιδιωτική τηλεόραση ήταν το «συστημικό» Mega, ο «αντιπαθητικός» Πρετεντέρης, και κάτι λίγα ακόμα που ξεχνώ…

(*) http://www.aixmi.gr/index.php/jefyge-paikths-sto-star-academy/

Aixmi.gr

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Μασημένες τσίχλες και λόγια-στιλέτα (μικρές ιστορίες ρίψεων και καταρρίψεων)


Υπάρχουν πολλοί τρόποι να περάσει κάποιος ένα μήνυμα κατάρριψης. Μερικές φορές δεν απαιτούνται λόγια: ένα απλό βλέμμα, ένας μορφασμός, ακόμα και μια απλή σύσπαση του προσώπου, αρκούν. Άλλες φορές τα μέσα επικοινωνίας χρειάζεται να είναι πιο χειροπιαστά. Έτσι, επιστρατεύονται οι λέξεις. Που είναι συχνά κοφτερές σαν τα μαχαίρια. Και μάλιστα, «μαχαίρια» που τα πετά κανείς από μακριά, με τη σιγουριά που χαρίζει η ασφάλεια της απόστασης. Ή, με το υπερφίαλο αίσθημα που προσδίδει το κύρος.

Αν, πάλι, οι λέξεις δεν είναι αρκετές, θα μπορούσε κάποιος να αναζητήσει υποκατάστατα μαχαιριών στη μορφή «αβλαβών» αντικειμένων, για να τα εκτοξεύσει στο στόχο προκαλώντας του ηθική μόνο και όχι (ορατή, τουλάχιστον) σωματική βλάβη. Τα γαλακτοκομικά και η ντομάτα αποτέλεσαν, ιστορικά, δημοφιλή τέτοια υποκατάστατα. Με την πάροδο του χρόνου, ο άνθρωπος έγινε ακόμα πιο πρακτικός στις επιλογές του, πετώντας ό,τι του ήταν πιο βολικό την κάθε στιγμή. Ας πούμε, ακόμα και μασημένες τσίχλες!

Θα διηγηθώ, ενδεικτικά, τρεις σύντομες ιστορίες επικοινωνίας μέσω «ρίψεων» – αντικειμενικών ή ρητορικών. Η πρώτη αναδεικνύει την ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής εκεί που η Φύση δεν υπήρξε γενναιόδωρη σε όλα τα υπόλοιπα. Σίγουρα δεν εντάσσεται στις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, και την παραθέτω κυρίως για λόγους ηθικής και συναισθηματικής εξισορρόπησης του κειμένου. Οι άλλες δύο αποτελούν οδυνηρή διαπίστωση πως η Επιστήμη και η Τέχνη – τα δύο πράγματα που λάτρεψα – δεν εκπροσωπούνται πάντα από ανθρώπους με ψυχικά χαρίσματα. Ακόμα και εκεί που η διάνοια πλεονάζει...

Ιστορία πρώτη: Πολιτεία της Γιούτα, ΗΠΑ, αρχές δεκαετίας του ’80...

Κάπου στο μέσο της διαδρομής από το Πανεπιστήμιο στο σπίτι, συναντούσα ένα σπιτάκι, από τα πιο ταπεινά της πόλης. Όπως όλα τα σπίτια εκεί, είχε γκαζόν στην αυλή και – αυτό ειδικά το σπίτι – ήταν περιφραγμένο. Ο λόγος προφανής: ένα παιδί με νοητική υστέρηση, κάπου στην πρώιμη εφηβεία, έπαιζε πάντα πίσω από το φράχτη.

Το είχαν κουρέψει να φαίνεται στους περαστικούς σαν αγόρι, μα ήταν κορίτσι. Θεώρησαν ίσως ότι αυτό θα εξέθετε το παιδί σε λιγότερους κινδύνους, καθώς ο κύριος Μπράουν έτρεχε όλη μέρα για το πενιχρό μεροκάματο, ενώ η υπέρβαρη κυρία Μπράουν σπανίως έβγαινε έξω από το σπίτι.

Η πρώτη μου εικόνα από το παιδί – ήμουν νεοφερμένος τότε στην πόλη – με είχε οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Το είχα δει να κόβει κομμάτια από το γρασίδι και, βγάζοντας κάποιους άναρθρους ήχους, να τα πετά με ορμή πάνω από το φράχτη σε κάθε περαστικό. Είπα μέσα μου, «αυτό το παιδί θα γίνει πολύ επιθετικό σαν μεγαλώσει»!

Την αλήθεια την έμαθα αργότερα από την κυρία Μπράουν. Στον νοητικό κόσμο του παιδιού, το γρασίδι που πετούσε ήταν ο τρόπος για να πει «καλημέρα» και, γενικά, να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Που αλλιώς θα περνούσαν και θα έφευγαν χωρίς καν να του δώσουν σημασία.

Από τότε, κάθε φορά που γύριζα από το πανεπιστήμιο δεν ξεχνούσα να πω μια «καλημέρα» όταν περνούσα έξω από το φράχτη. Το παιδί χαιρόταν και χαμογελούσε! Δεν ξαναέσκυψε ποτέ να κόψει γρασίδι...

Ιστορία δεύτερη: Πόλη της Φιλαδέλφειας, ΗΠΑ, Οκτώβριος 1986...

Στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο Μαθηματικής Φυσικής επικρατεί μεγάλη έξαψη. Το παρακολουθεί ως επίτιμος προσκεκλημένος ο βραβευμένος με Νόμπελ διάσημος Φυσικός Eugene Wigner (1902–1995), από τους θεμελιωτές της ατομικής φυσικής και της κβαντικής θεωρίας. Γέρων σεβάσμιος πλέον αλλά, όπως μου φάνηκε αρχικά, κοινωνικός και, γενικά, ευχάριστος.

Μπήκε στην αίθουσα την ώρα που ένας νέος επιστήμων είχε φτάσει στο μέσο, περίπου, της ομιλίας του. Μετά το τέλος, ο ομιλητής απευθύνθηκε στο ακροατήριο για τις καθιερωμένες ερωτήσεις. Πριν καν προλάβει κάποιος να θέσει ένα ερώτημα, ακούστηκε από το βάθος της αίθουσας η επιβλητική φωνή του 84χρονου νομπελίστα:

– Μα, τι ανοησίες ήρθατε εδώ να μας πείτε σήμερα; Ποιο επιστημονικό περιοδικό θα δεχθεί να δημοσιεύσει αυτά τα πράγματα;

Υπερνικώντας το ξαφνικό σοκ, και με φωνή που πρόδιδε σεμνότητα αλλά και σεβασμό για τον κριτή, ο νέος επιστήμων απάντησε πως η έρευνά του είχε ήδη δημοσιευθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα διεθνή περιοδικά θεωρητικής Φυσικής. Ο μεγάλος Wigner, όμως, δεν είχε ακόμα πει την τελευταία του λέξη:

– Θέλετε να πείτε ότι το International Journal of... δημοσιεύει τώρα άρθρα τέτοιου επιπέδου; Αδυνατώ να το πιστέψω!

Δεν μπήκε στον κόπο να εξηγήσει επιστημονικά τους λόγους της διαφωνίας του. Άλλωστε, δεν είχε καν παρακολουθήσει ολόκληρη τη διάλεξη. Απλά, πέταξε με ελαφριά καρδιά το στιλέτο της κατάρριψης σε έναν νέο επιστήμονα που είχε τολμήσει να βαδίσει στα δικά του χνάρια, τα «χνάρια του θεού»! Και, την ίδια στιγμή, κατέρριψε για πάντα και τη δική του μεγαλοπρεπή εικόνα στη συνείδησή μου.

Είχα παγώσει τότε, θυμάμαι, στη σκέψη πως ο επόμενος ομιλητής βάσει προγράμματος ήμουν εγώ. Ευτυχώς το θέμα δεν το κατείχε εκείνος και, σε κάθε περίπτωση, δεν τον ενδιέφερε. Ίσως και να βγήκε πάλι από την αίθουσα...

Ιστορία τρίτη: Αθήνα, Μάρτιος 2017...

Σε έναν τηλεοπτικό «διαγωνισμό ταλέντων», ανάμεσα στους κριτές βρίσκεται ένας διάσημος μουσικοσυνθέτης της ροκ όπερας, γνωστός και για τις κατά καιρούς ακραία ιδιόρρυθμες συμπεριφορές του. Θέλοντας να «επιδοκιμάσει», υποτίθεται, την απόδοση μιας νεαρής τραγουδίστριας, εκτόξευσε σ’ αυτήν από μακριά τη μασημένη τσίχλα του. Δεν αποκλείεται να θεώρησε ότι πρόσφερε στη διαγωνιζόμενη ένα σπάνιο και εξαιρετικά τιμητικό δώρο: την ευκαιρία να νιώσει πάνω της το ιερό άγγιγμα από την «τσίχλα του θεού»! Όπως και να ‘χει, γνώριζε καλά (είναι ευφυής) ότι με τη χειρονομία του αυτή ουσιαστικά εξευτέλιζε την «κοινή θνητή» που, άθελά της, εισέπραξε τα ιπτάμενα απομασήματά του.

Αν θέλαμε να εξετάσουμε το ζήτημα βαθύτερα, θα λέγαμε ότι αυτό που διέπραξε την ευτέλεια της εκτόξευσης δεν ήταν τόσο ένα συμβατικό ανθρώπινο χέρι, όσο η αλαζονεία μιας υπέρμετρα προβεβλημένης «αντισυμβατικότητας». Που θάβει σιγά-σιγά, κάτω από τα ερείπια του αυτο-εξευτελισμού, τα απομεινάρια ενός σχεδόν ξεχασμένου πια αληθινού καλλιτεχνικού ταλέντου...

Είχαμε γράψει σε παλιότερο σημείωμα ότι η αλαζονεία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το μεγαλύτερο ανθρώπινο αμάρτημα, αν δεν της έκλεβε την πρωτιά η αχαριστία. Και, πράγματι, η αλαζονεία της διασημότητας προϋποθέτει και συνεπάγεται αχαριστία για τα δωρισμένα φυσικά ή πνευματικά χαρίσματα που εξασφάλισαν τη φήμη.

Όσο κι αν ακουστεί, έτσι, «ιερόσυλο», τείνω να αισθάνομαι όλο και μικρότερο δέος όταν διαβάζω για το «θεώρημα Wigner–Eckart», ή, όλο και λιγότερη συγκίνηση όταν ακούω τους «Δαίμονες» (τα αναφέρω καθαρά ενδεικτικά). Αντίθετα με την εικόνα, που κράτησα ανεξίτηλη, ενός παιδιού με νοητική υστέρηση, να κόβει και να πετά χόρτα στους περαστικούς – σαν για να πει «καλημέρα» – σε ένα φτωχόσπιτο, σε κάποια κωμόπολη της Γιούτα...

* Εικόνα: "Το σπίτι με το φράχτη" (φωτογραφία της Θάλιας Χρόνη)

Aixmi.gr

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Περί «εκλογικής πελατείας»


Σε μια υγιή δημοκρατία – έστω και αν αυτή βασίζεται σε ένα δικομματικό σύστημα – οι πολιτικές αντιθέσεις λειτουργούν προς όφελος της κοινωνίας, αφού μέσα από τις αντιθέσεις αυτές προκύπτουν δημιουργικές συνθέσεις που οδηγούν στις καλύτερες δυνατές λύσεις για τα προβλήματα της χώρας.

Εν τούτοις, το τέρας της εγχώριας, νοσηρής εκδοχής του δικομματισμού αυτοσυντηρείται διαχρονικά καλλιεργώντας με μέθοδο και συνέπεια την απαραίτητη τροφή του: τον διχασμό της κοινωνίας. Έτσι, ακόμα και κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς περιστάσεις που απαιτούν εθνική ενότητα, το τέρας αυτό χωρίζει τους πολίτες της χώρας σε «καλούς» και «κακούς» κατά περίπτωση, ανάλογα με τις εκλογικές τους προτιμήσεις. Σε κάποιες ιστορικές συγκυρίες, τούτο έχει οδηγήσει ακόμα και σε εμφύλιες συγκρούσεις και εθνικές τραγωδίες.

Αποφεύγοντας ιστορικές αναδρομές, θα περιοριστώ στα της εποχής μας. Η πρώην «αντισυστημική» Αριστερά κατέκτησε την εξουσία επιτυγχάνοντας, με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα και – κυρίως – με ρητορείες μίσους, την διχοτόμηση των πολιτών σε «κακούς μνημονιακούς» και «καλούς αντιμνημονιακούς». Αποκορύφωμα του επικίνδυνου αυτού διχασμού ήταν το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015, που οδήγησε τη χώρα στα πρόθυρα ενός ακήρυκτου εμφυλίου πολέμου – αν και, προσωπικά, πλάι στον χαρακτηρισμό «ακήρυκτος» θα τοποθετούσα ένα μεγάλο ερωτηματικό(*).

Μετά την εκ των πραγμάτων κατάρρευση του αντιμνημονιακού μύθου, νέες διχαστικές γραμμές ήταν αναγκαίο να αναζητηθούν από την εξουσία. Χαρακτηριστική ήταν η πρωθυπουργική συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ το περασμένο Φθινόπωρο, όπου με εμφανή κυνισμό (αν όχι και χαιρεκακία) ο πρόεδρος της κυβέρνησης διαχώρισε τους εργαζόμενους της χώρας (κάνοντας ειδική αναφορά στα μέσα ενημέρωσης, αλλά με αυτονόητες τις γενικεύσεις) σε «καλούς που εργάζονται για το κράτος» (για τους οποίους, επομένως, είναι μη-πρέπον να αποστερούνται το δικαίωμα στην εργασία) και «κακούς που εργάζονται για τα συμφέροντα ιδιωτών εργοδοτών» (επομένως, «ας πρόσεχαν!»).

Τον ίδιο διχαστικό διαχωρισμό, με αντεστραμμένα όμως τα ηθικά πρόσημα, υιοθετεί το αντίπαλο «φιλελεύθερο» χαράκωμα του δικομματισμού. Ακούμε συχνά στα μέσα ενημέρωσης τους εκπροσώπους του να χαρακτηρίζουν συλλήβδην τους κρατικούς λειτουργούς της χώρας ως «τεμπέληδες», «κηφήνες» και «άχρηστους», τοποθετώντας εξ ορισμού φωτοστέφανο στους δραστηριοποιούμενους στην ιδιωτική οικονομία. Αυτό που συχνά διαφεύγει την προσοχή, εν τούτοις, είναι το γεγονός ότι η θετική διάθεση εξαντλείται στον επιχειρηματία. Ο «πόνος» που συχνά – και μέσω συγκριτικής ηθικολογίας – εκφράζεται για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα είναι κατά βάση προσχηματικός, αν όχι απόλυτα υποκριτικός, αν λάβει κανείς υπόψη τη «φιλελεύθερη» θεοποίηση των κανόνων της αγοράς και την απέχθεια για κάθε μορφή προστασίας της εργασίας.

Κοινό στοιχείο στη ρητορεία των δύο πόλων του δικομματισμού (αλλά ως ένα βαθμό, τουλάχιστον, και του λοιπού πολιτικού συστήματος) είναι η αναφορά σε «εκλογικές πελατείες». Πρόκειται για ανεπίτρεπτο γλωσσικό ατόπημα όταν ο χαρακτηρισμός αυτός εκφέρεται από εκλεγμένους εκπροσώπους ενός δημοκρατικού συστήματος. Δεν ισχύει, ασφαλώς, το ίδιο όταν πρόκειται για «συζητήσεις καφενείου», αλλά ακόμα και για σοβαρές δημοσιογραφικές προσεγγίσεις. Ο (πανθομολογούμενα) ελάχιστα σοβαρός γράφων έχει άλλωστε πολλάκις μεταχειριστεί την έκφραση αυτή σε κείμενά του!

Θα προσπαθήσω να εξηγήσω το σκεπτικό μου: Ο χαρακτηρισμός «πελάτης» παρεμφαίνει συμφέρον, εξαγορά, συναλλαγή. Έτσι, στο εννοιολογικό πλαίσιο όπου ο όρος αυτός χρησιμοποιείται, αυτονόητα φέρει αρνητικό ηθικό πρόσημο. Όμως, σε όλα τα δημοκρατικά καθεστώτα ο ψηφοφόρος κάνει τις πολιτικές επιλογές του και με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον του. Οι πολίτες μιας χώρας που θα φέρουν ένα κόμμα στην εξουσία δεν θα είναι στην πλειονότητά τους αγνοί ιδεολόγοι, αλλά άνθρωποι που θα πιστέψουν ότι με την συγκεκριμένη διακυβέρνηση θα καλυτερέψουν και οι δικές τους ζωές.

Δεν είναι, λοιπόν, πολιτικά δόκιμο να απαξιώνει ένα κόμμα ως «πελάτες» τους ψηφοφόρους των αντιπάλων του, απονέμοντας παράλληλα τα εύσημα του «σωστού δημοκράτη» στους δικούς του και μόνο ψηφοφόρους. Όποια κι αν είναι η εκλογική τους προτίμηση, οι πολίτες ασκούν ένα δημοκρατικό τους δικαίωμα χωρίς να οφείλουν να απολογούνται για τα κίνητρα των επιλογών τους. Και χωρίς να επιτρέπεται να κρίνονται με βάση αυτά από το ίδιο το πολιτικό σύστημα!

Φυσικά, η παραπάνω δεοντολογική τοποθέτηση δεν έχει την ίδια ισχύ αν πρόκειται για κάποιους που απλά εκφέρουν δημόσια άποψη χωρίς, εν τούτοις, να ανήκουν στο πολιτικό σύστημα. Πράγματι, ο εκλεγόμενος πολιτικός επιτρέπεται να κρίνει μόνο τον αντίπαλο πολιτικό, όχι τον ψηφοφόρο. Ο τελευταίος, εν τούτοις, έχει το δικαίωμα να τους κρίνει όλους: και το σύστημα εξουσίας που ρυθμίζει, ως ένα βαθμό, την ποιότητα της ζωής του, αλλά και τους συμπολίτες του που ανέδειξαν την εξουσία αυτή.

Όμως, υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο «κρίνω κάποιον» για τις επιλογές του και το «κάνω κάποιον εχθρό μου» γι’ αυτές. Την εχθρότητα αυτή που διχάζει, αποδυναμώνει και τελικά αποσυνθέτει την κοινωνία, μεθοδικά καλλιεργεί και επιδέξια συντηρεί ο εγχώριος δικομματισμός, που βλέπει τον πολίτη ως «πελάτη» και τη χώρα ως «μαγαζί». Όποιοι κι αν υπήρξαν διαχρονικά, και όποιοι κι αν είναι στην παρούσα ιστορική συγκυρία, οι δύο πόλοι του...

Φυσικά, η ποιότητα ενός δημοκρατικού πολιτικού συστήματος αντανακλά τη βούληση του λαού τον οποίο το σύστημα αυτό εκπροσωπεί. Με απλά ελληνικά, αν το εθνικό μας DNA δεν περιείχε τα στοιχεία της εγωπάθειας, του διχασμού και, εν τέλει, της αυτοκαταστροφής, κανένα πολιτικό σύστημα δεν θα ήταν ικανό να οδηγήσει τη χώρα στο σημερινό της πολιτιστικό, πολιτικό και οικονομικό κατάντημα.

Και τότε, δικαίως θα μπορούσαμε να επικρίνουμε έναν ιδιαίτερα ευτραφή πρώην υπουργό που είπε κάποτε μία αλήθεια που δεν άρεσε σε κανέναν, για την συνενοχή λαού και εξουσίας στην καταστροφή της χώρας!


(*) Δείτε, για παράδειγμα, ένα παλιότερο κείμενό μας:
http://www.aixmi.gr/index.php/politika-didagmata-apo-mia-symfonia-tou-tsaikofski/

Aixmi.gr

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Ο φιλελευθερισμός και το τέλος της ηθικής


Το περιστατικό είναι αυθεντικό: Η «ψυχή» της γυναικοπαρέας είχε κέφια καθώς αφηγείτο με κομπασμό μια πρόσφατη εμπειρία της. Είχε βρεθεί τις προάλλες προσκεκλημένη σε δείπνο από ένα ζευγάρι γνωστών. Η οικοδέσποινα αντιμετώπιζε από καιρό σοβαρό πρόβλημα υγείας που της είχε προκαλέσει αναπηρία και την υποχρέωνε σε μερική ακινησία. Θέλοντας να προβάλει εμφατικά τη δική της καλή κατάσταση υγείας και την άριστη κινητικότητά της, η «ψυχή» άρχισε να χορεύει προκλητικά υπό τους ήχους της μουσικής του ραδιοφώνου και υπό το λάγνο βλέμμα του (προφανώς, στερημένου) κυρίου και το μελαγχολικό εκείνο της (ήδη παραιτημένης από τη ζωή) κυρίας…

Κάποιοι αναγνώστες θα μιλήσουν για την πιο απεχθή μορφή ανηθικότητας. Δεν θα διαφωνήσω μαζί τους. Θα επισημάνω, εν τούτοις, ότι η αυτοσχέδια χορεύτρια εξάσκησε ένα απόλυτα κατοχυρωμένο δικαίωμά της: να ορίζει η ίδια την κίνηση του σώματός της. Εκτός αυτού, δεν προκάλεσε την παραμικρή επιπρόσθετη σωματική βλάβη στην ανάπηρη κυρία. Ο χορός της προσκεκλημένης αποτελεί μια γνήσια έκφραση φιλελευθερισμού. Το αν είναι ή όχι ηθική πράξη, είναι μια άλλη ιστορία που αφορά, ίσως, τους θεολόγους. Ή τους οπισθοδρομικούς φιλοσόφους…

Διαβάστε τη συνέχεια...

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Τα πρόσωπα του λαϊκισμού


1. Εισαγωγή


Αν κάποιος θέσει τη λέξη «λαϊκισμός» στη γνωστή μηχανή αναζήτησης του Διαδικτύου, θα ξανοιχτεί μπροστά του ένα από τα μεγαλύτερα και ζωηρότερα πολιτικά debates της εποχής. Υπάρχει, καταρχήν, σαφής ορισμός του λαϊκισμού, ή μήπως ο όρος δεν είναι καν εννοιολογικά δόκιμος; Κι αν όντως ο όρος αντιστοιχεί σε κάτι υπαρκτό, είναι αυτό τόσο κακό όσο του αποδίδεται; Και, μήπως εν τέλει κι ο ίδιος ο αντι-λαϊκισμός είναι μια άλλη όψη του λαϊκισμού, «πασπαλισμένη» με τη χρυσόσκονη της λεκτικής κομψότητας και του ακαδημαϊκού ύφους;

Το παρόν σημείωμα δεν ισχυρίζεται ότι διαθέτει γενικά αποδεκτές απαντήσεις. Θεωρούμε, όμως, χρήσιμο να συνοψίσουμε κάποια στοιχεία που ενδέχεται, αν μη τι άλλο, να βοηθήσουν στην αξιολόγηση μιας πολιτικής συμπεριφοράς ως προς το κατά πόσον εμπεριέχει ή όχι λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Τα στοιχεία που παρατίθενται αντανακλούν, ασφαλώς, απολύτως προσωπικές απόψεις και δεν διεκδικούν δάφνες οικουμενικότητας!

2. Τυπικά γνωρίσματα του λαϊκισμού


Τον λαϊκισμό δεν θα τον θεωρήσουμε εδώ ως πολιτική ιδεολογία αλλά ως πολιτική νοοτροπία και πρακτική. Ως τέτοια, μπορεί να παρεισφρέει σε κάθε ιδεολογική απόχρωση, νοθεύοντάς την, αποσυνθέτοντάς την και, σε ακραία περίπτωση, μετατρέποντάς την σε ιδεολογική διαστροφή!

Από εννοιολογική άποψη, ο λαϊκισμός δύσκολα επιδέχεται μονοσήμαντο και οικουμενικά αποδεκτό ορισμό. Για κάποιους, μάλιστα (μεταξύ αυτών, μερικοί ιδιαίτερα αξιόλογοι εκπρόσωποι του ακαδημαϊκού χώρου) αυτός τούτος ο όρος «λαϊκισμός» δεν είναι καν δόκιμος, αφού είναι παράγωγο μιας λέξης – «λαός» – με ασαφές περιεχόμενο και αμφίβολη εννοιολογική υπόσταση, που αντιπροσωπεύει απλά μια καθιερωμένη νοητική σύμβαση.

Παρακάμπτοντας τα δύσβατα μονοπάτια ενός γενικού ορισμού, θα αρκεστούμε στην καταγραφή των πλέον τυπικών γνωρισμάτων μιας πολιτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται, γενικά, ως λαϊκιστική:

1. Η υποκριτική, δημαγωγική και – κατά κανόνα – πολιτικά ιδιοτελής χειραγώγηση του λαού μέσω κολακευτικής προς αυτόν ρητορείας.

2. Η υπεραπλούστευση των ζητημάτων, η ρηχότητα των θέσεων και η συστηματική αποφυγή μιας σοβαρής και αντικειμενικής προσέγγισης των πραγμάτων.

3. Η στόχευση κυρίως στο θυμικό της κοινωνίας, κι ελάχιστα έως καθόλου στη λογική.

4. Η καταφυγή σε μια εύκολη (συχνά, ακόμα και χυδαία) συνθηματολογία αντί μιας πραγματικής πολιτικής επιχειρηματολογίας.

5. Η μανιχαϊστική απεικόνιση της πραγματικότητας, βάσει της οποίας το δίπολο «καλού» – «κακού» αντιπροσωπεύεται, αντίστοιχα, από τον λαό και, απέναντί του, κάποιες δυνάμεις (ή πρόσωπα) που επιβουλεύονται τα πάσης φύσεως συμφέροντά του. Αυτό οδηγεί στην αναζήτηση (ή, εν ανάγκη, στην επινόηση) «εχθρών» του λαού και στη δαιμονοποίηση προσώπων, ιδεών ή καταστάσεων.

6. Η έντεχνη διαχείριση και πολιτική αξιοποίηση του μαζικού φόβου και – κυρίως – του μαζικού θυμού.

Το στοιχείο του θυμού είναι το πιο δόλιο κι επικίνδυνο όπλο του λαϊκισμού, ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων. Είναι, θα λέγαμε, η κερκόπορτα, η ανοιχτή πληγή, μέσα από την οποία ο λαϊκισμός εισβάλλει στη συλλογική κοινωνική συνείδηση αποζητώντας πολιτικά οφέλη. Η μεθόδευση αυτή απαιτεί δύο δεδομένα: (α) Μια κοινωνία επιρρεπή, λόγω ιδιαίτερων ιστορικών συγκυριών, στο θυμό. (β) Ένα πρόσωπο, μια κοινωνική ομάδα, ή ακόμα και μια ιδέα, που μπορούν να στοχοποιηθούν ως (εσωτερικοί ή εξωτερικοί) εχθροί των λαϊκών συμφερόντων και αποκλειστικά υπεύθυνοι για τα δεινά του λαού.

3. Όψεις του λαϊκισμού


Αν και, γενικά, τα εξωτερικά του γνωρίσματα είναι κοινά, ο λαϊκισμός παρουσιάζεται με διάφορες μορφές και κατηγοριοποιείται ανάλογα, σε συνάρτηση με τις πολιτικές, κοινωνικές ή άλλες συνθήκες της εποχής. Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Εθνικιστικός λαϊκισμός

Είναι η πιο επικίνδυνη και καταστροφική εκδοχή του λαϊκισμού, αφού ο συνδυασμός του με την εθνικιστική υπερβολή δημιουργεί ένα εν δυνάμει εκρηκτικό μείγμα που συχνά οδηγεί σε πολέμους ή εθνικές καταστροφές.

Η Ελλάδα βίωσε την εμπειρία μιας τέτοιας καταστροφής στον πόλεμο του 1897. Όμως, σε παγκόσμια κλίμακα, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την άνοδο της ναζιστικής Γερμανίας και τη δεύτερη μεγάλη παγκόσμια τραγωδία του εικοστού αιώνα, που επακολούθησε. Με τη γνωστή εμπρηστική εθνικιστική τους ρητορεία, οι ναζί κατάφεραν να χειραγωγήσουν τον γερμανικό λαό, αξιοποιώντας πολιτικά την πικρία των Γερμανών για τον ταπεινωτικό τρόπο με τον οποίο είχε επισφραγισθεί η ήττα της χώρας στο Μεγάλο Πόλεμο (1914–1918), αλλά και την εξάντληση της κοινωνίας από τις συνέπειες μιας ακραίας οικονομικής κρίσης.

Ο Χίτλερ είχε δείξει από νωρίς τις προθέσεις του για το ποιους θα επρόκειτο να στοχοποιήσει ως «εχθρούς» του Τρίτου Ράιχ, δαιμονοποιώντας την εβραϊκή φυλή στο σύνολό της και ορίζοντάς την αυθαίρετα ως αποκλειστικά υπεύθυνη για δεινά της Γερμανίας. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε καλά...

Αντισυστημικός λαϊκισμός

...Όπου ως «σύστημα» νοείται κάποια ελίτ, μια κατεστημένη – και, κατά μία έννοια, προνομιούχα – κοινωνική τάξη που προβάλλεται ως πόλος ανισοτικής σχέσης απέναντι στο λαό.

Ως πρόσφατο παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, και η ενθρόνισή του στο Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ αξιοποίησε έξυπνα την αγανάκτηση μιας μεγάλης μερίδας Αμερικανών για τις καταχρήσεις και τις ακρότητες της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας», την οποία είχε κατορθώσει να επιβάλει η ακαδημαϊκή ελίτ στην αμερικανική κοινωνία. Πατώντας, επί πλέον, στο πρόβλημα της ανεργίας, στοχοποίησε ως κύριο (αν όχι αποκλειστικό) αίτιο τους μετανάστες που διαμένουν στη χώρα. Το ότι μελέτες έγκριτων αναλυτών κατέδειξαν ότι άλλα ήταν τα αίτια της οικονομικής ύφεσης, μάλλον δεν φαίνεται να επηρέασε τον μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο (αν και, πρέπει να σημειώσουμε, ο Τραμπ πήρε σε εθνικό επίπεδο λιγότερες ψήφους από την ηττηθείσα αντίπαλό του!).

Για τον εγχώριο αντισυστημικό λαϊκισμό δεν απαιτείται να πούμε πολλά, αφού την πραγματικότητά του βιώνουμε εδώ και κάποια χρόνια, από το ξεκίνημα της παρούσας οικονομικής κρίσης. Οι δυνάμεις του λαϊκισμού αξιοποίησαν στο έπακρο την αγανάκτηση του κοινωνικού συνόλου για τις συνέπειες της κρίσης (απέναντι στην οποία η κοινωνία βρέθηκε απόλυτα απροετοίμαστη), καθώς και τους φόβους των ανθρώπων για τα πιθανά αποτελέσματα μιας παγκόσμιας φιλελευθεροποίησης της οικονομίας.

Ως «εχθροί του λαού» (συστατικό εκ των ων ουκ άνευ σε κάθε λαϊκιστική πολιτική) ορίστηκαν οι εταίροι και δανειστές και οι «ντόπιοι εκπρόσωποί τους», το μνημόνιο (και όσοι εξέφρασαν υποστηρικτικές απόψεις για την αναγκαιότητά του), τα «διαπλεκόμενα συμφέροντα», κλπ.

«Φιλελεύθερος» λαϊκισμός

Ο τύπος αυτός πολιτικού λαϊκισμού (αναφέρομαι πάντα στην Ελλάδα) βρίσκεται στον αντίποδα του αντισυστημικού. Είναι κομψότερος, πιο επεξεργασμένος κι εξευγενισμένος. Έχει ρητορική κοσμιότητα κι ακαδημαϊκή ευπρέπεια. Οι διακηρυγμένοι στόχοι του είναι η «μεταρρύθμιση» και ο «εκσυγχρονισμός» της χώρας, έτσι ώστε αυτή – σύμφωνα με το αφήγημα – να σταθεί επάξια δίπλα στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες της ηπείρου.

Ισχυρίζεται ότι κατέχει τα μέσα ώστε να επιτύχει τους στόχους του, ουδείς όμως γνωρίζει ποια ακριβώς είναι η μαγική συνταγή! Εν τούτοις, η πολιτική αυτή – θα πρέπει να αναγνωρίσουμε – πατάει πάνω σε υπαρκτές παθογένειες της χώρας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα της. Και αξιοποιεί επιτυχώς την αγανάκτηση της κοινωνίας για τις διαχρονικές καταχρήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς και για τα φαινόμενα δυσλειτουργικότητας και διαφθοράς του δημοσίου.

Ως «εχθρό της κοινωνίας», ο φιλελεύθερος λαϊκισμός στοχοποιεί συλλήβδην τους δημόσιους λειτουργούς της χώρας (οι όποιοι συγκυριακοί διαχωρισμοί σε «καλούς» και «κακούς» λειτουργούς είναι εντελώς προσχηματικοί), τους οποίους χαρακτηρίζει στο σύνολό τους ως «τεμπέληδες», «άχρηστους», «κηφήνες» και «πελάτες» του πολιτικού συστήματος (λησμονώντας βολικά ότι το λεγόμενο «πελατειακό κράτος» δεν είναι, αποκλειστικά, δημιούργημα του παρόντος συστήματος εξουσίας...).

Από την άλλη πλευρά, «χαϊδεύει» τα αυτιά των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα εκφράζοντας «πόνο» για την επισφαλή τους θέση στην αγορά εργασίας, ενώ την ίδια στιγμή θεοποιεί τους σκληρούς (συχνά απάνθρωπους) κανόνες της ελεύθερης αγοράς και αγωνίζεται σταθερά για την αύξηση της «ευελιξίας» της!

4. Η ευθύνη της κοινωνίας


Λένε, και σωστά, πως «το ταγκό θέλει δύο». Τούτο σημαίνει, εν προκειμένω, ότι λαϊκισμός δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχαν κοινωνίες δεκτικές στις μεθοδεύσεις του. Κι αυτό που τις κάνει δεκτικές και αποτελεί την πύλη εισόδου του μικροβίου του λαϊκισμού είναι η ευπάθειά τους στα κηρύγματα μίσους των επιτήδειων της πολιτικής. Ιδιαίτερα σε περιόδους εθνικών κρίσεων που επιφέρουν ανέχεια, ακόμα περισσότερο αν αυτή συνοδεύεται από εθνική ταπείνωση.

Ο λαϊκισμός είναι, ίσως, η μεγαλύτερη παθογένεια του δικομματικού συστήματος. Αν, εν τούτοις, το πολιτικό αυτό σύστημα είναι αναπόφευκτη πραγματικότητα σε μια δεδομένη δημοκρατία (όπως, π.χ., στις ΗΠΑ και – δυστυχώς ακόμα – στη χώρα μας), τότε το αποτελεσματικότερο αντίδοτο ενάντια στον λαϊκισμό είναι η σωστή ενημέρωση (αποφεύγω να πω «καθοδήγηση», γιατί ο όρος είναι εν δυνάμει παρεξηγήσιμος).

Πέραν, όμως, από τον αδιαμφισβήτητα σημαντικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης, απαιτείται οι ίδιες οι κοινωνίες να ωριμάσουν και να αποβάλουν τις όποιες βολικές κι ευχάριστες ψευδαισθήσεις. Μαγικές συνταγές και εύκολες λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα δεν υπάρχουν, και όποιοι τις ευαγγελίζονται απλά επιχειρούν να παραπλανήσουν τους ψηφοφόρους, με κίνητρα ιδιοτελή (που σ’ αυτή τη χώρα κατά κανόνα βαφτίζονται «εθνικά»).

Και, πρώτιστο γνώρισμα μιας ώριμης κοινωνίας είναι η ικανότητα υπέρβασης του εγωκεντρισμού των επιμέρους στοιχείων που την αποτελούν – σε κάθε επίπεδο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης – προς όφελος του συνόλου. Είτε πρόκειται για άτομα, για κοινωνικές ομάδες ή για επαγγελματικές συντεχνίες.

Υπάρχει πολιτικό κόμμα που θα μπορούσε να ηγηθεί μιας τέτοιας προσπάθειας εθνικής υπέρβασης; Δεν φαίνεται, προς το παρόν, στον ορίζοντα. Θα το αναδείξει, ίσως, η ίδια η κοινωνία. Αν κάποτε καταστεί άξιά του...

Aixmi.gr

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τι θα εκφωνούσε ή θα έγραφε σήμερα ο Κώστας Σταυρόπουλος;

Αθήνα, 27 Απριλίου 1941, πρωί... Τα στρατεύματα των ναζί εισβάλλουν στην Αθήνα. Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών εκπέμπει το τελευταίο του ελεύθερο πρόγραμμα. Η χαρακτηριστικά ένρινη φωνή του εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου, σε μια προσπάθεια εμψύχωσης των Αθηναίων, ακούγεται να λέει (σύμφωνα με μεταγενέστερη, πασίγνωστη ηχογράφηση που έκανε από μνήμης ο ίδιος ο Σταυρόπουλος):

«Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα. Έλληνες, μην τον ακούτε! Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχιστεί μέχρι της τελικής νίκης!»

Σε λίγες ώρες, τα μικρόφωνα του σταθμού θα περνούσαν στα χέρια των φερέφωνων της γκεμπελικής προπαγάνδας...

Η σύντομη αυτή ιστορική αναφορά έχει ως σκοπό να αναδείξει την αξία ενός αγαθού που μοιάζει αυτονόητο στο πλαίσιο κάθε αληθινά – και όχι κατ’ επίφασιν – δημοκρατικού πολιτικού συστήματος: την ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης να μεταδίδουν αλήθειες και όχι τα προϊόντα μιας προπαγάνδας βολικής για το (εκάστοτε) σύστημα εξουσίας.

Αλώσεις μέσων ενημέρωσης, με σκοπό τη χειραγώγηση και τον έλεγχο της πληροφορίας, νοούνται μόνο σε αυταρχικά καθεστώτα. Την τραυματική επταετή εμπειρία των οποίων (σε ό,τι αφορά, ιδίως, την ελευθερία του λόγου) βιώσαμε και στη σχετικά πρόσφατη Ιστορία μας...

Ας είμαστε, λοιπόν, ευγνώμονες για τα αγαθά της Δημοκρατίας που μπορούμε να απολαμβάνουμε. Ανάμεσα σε αυτά, απολύτως μη - διαπραγματεύσιμη είναι η ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, έτσι ώστε να επιτελούν απρόσκοπτα το λειτούργημα χάριν του οποίου υφίστανται: την διακίνηση χρήσιμης αλήθειας.

Χρήσιμης, ασφαλώς, για τους πολίτες, όχι για τα συστήματα εξουσίας! Γιατί, η άλωση των μέσων ενημέρωσης (εμπλουτισμένων σήμερα και με το Διαδίκτυο) από την ίδια την εξουσία, με σκοπό τη χρήση τους ως οργάνων ωφέλιμης, για εκείνη, πολιτικής προπαγάνδας, παραπέμπει αλλού. Σε άλλους χρόνους και – ακόμα και σήμερα – σε άλλους τόπους...

Αν ζούσε σήμερα, ο Κώστας Σταυρόπουλος δεν θα ‘πρεπε πια να βρεθεί στην ανάγκη να εκφωνήσει ανακοινωθέν παρόμοιο με εκείνο που ακούστηκε τη μέρα της ναζιστικής εισβολής στην πόλη. Ή, αν προτιμάτε, να αρθρογραφήσει ηρωικά και εναγώνια στο ίδιο πνεύμα. Ιδιαίτερα αν το θέμα αφορούσε την επιβίωση και την ανεξαρτησία της μεγαλύτερης, ιστορικότερης και πιο φιλελεύθερης εφημερίδας της χώρας...

ΤΟ ΒΗΜΑ



Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΒΗΜΑ - Αν ζούσε σήμερα ένας φανατικός αναγνώστης του «Βήματος»...

Ο θείος μου ο Νικήτας έφυγε πριν τρία χρόνια και κάτι μήνες, πληρέστατος ημερών. Θα πρέπει να υπήρξε ένας από τους πλέον μακροχρόνιους αναγνώστες μιας ιστορικής εφημερίδας που γεννήθηκε μόλις λίγα χρόνια μετά από εκείνον...

Ο θείος Νικήτας, λοιπόν, διάβαζε ανελλιπώς και αποκλειστικά το «Βήμα» από τόσο παλιά που δεν μπορούσε κι ο ίδιος πια να θυμηθεί. Και όταν λέω «διάβαζε», εννοώ ξεκοκάλιζε! Ακόμα και τα κοινωνικά, και τις διαφημίσεις, τα πάντα. Με ιερό φανατισμό που θα ζήλευε και η θρησκόληπτη γιαγιά μου που μελετούσε πρωί-βράδυ τη «Σύνοψη». Και με μια ακρίβεια προγραμματισμού που σε άφηνε έκπληκτο: Φρόντιζε ώστε η ανάγνωση του φύλλου της προηγούμενης Κυριακής να τελειώνει ακριβώς πριν πάει για ύπνο το Σάββατο το βράδυ, ώστε πρωί-πρωί την Κυριακή να ξεκινήσει την ανάγνωση της νέας έκδοσης της εφημερίδας!

Το παρακάτω περιστατικό μπορεί να ακούγεται απίστευτο, είναι όμως πέρα ως πέρα αληθινό. Τηλεφωνώ κάποια Παρασκευή βράδυ για καλησπέρα. Ακούω στην άλλη άκρη της γραμμής το θείο Νικήτα αγχωμένο: «Μην τα ρωτάς τι έπαθα σήμερα!» Προς στιγμήν τρόμαξα: «Που λες, μας ήρθε η γειτόνισσα από δίπλα και δεν έλεγε να φύγει. Θα κάθισε ίσαμε τρεις ώρες. Και το κακό είναι ότι με καθυστέρησε και έμεινα πίσω στο διάβασμα του ‘Βήματος’. Τώρα δεν θα το έχω τελειώσει ως την Κυριακή το πρωί που θα πάρω το καινούργιο!» Το διηγούμαι πάντα σαν ανέκδοτο...

Ο θείος μου διάβαζε κάθε βδομάδα και τα δικά μου κείμενα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας (πριν καν αποκτήσω μόνιμη στήλη). Καθώς δεν χειριζόταν υπολογιστή, τα τύπωνα και του τα πήγαινα στο σπίτι. Στο τέλος της ανάγνωσης, άκουγα πάντα το στερεότυπο μονολεκτικό σχόλιο: «Μάλιστα...» Αν ζητούσα πιο πολλές εξηγήσεις, δευτερολογούσε αναλυτικότερα: «Τι τα θέλεις, τώρα, και τα γράφεις αυτά;» Χωρίς να το ξέρει, συμφωνούσε με τη γνώμη των 99 από τους 100 αναγνώστες. (Ο 100ός ήταν ο ίδιος ο αρθρογράφος, αν και ούτε γι’ αυτόν παίρνω όρκο...)

Αυτό που με έκανε να θυμηθώ το θείο σε συσχετισμό με το «Βήμα», ήταν η είδηση που έπεσε πριν μέρες ως κεραυνός εν αιθρία – για εμάς τους απ’ έξω, φυσικά: Υπήρχε κίνδυνος η ιστορική εφημερίδα να κλείσει. Και μάλιστα, την Κυριακή ίσως το «Βήμα» να μη βρισκόταν στα περίπτερα!

Κάνοντας, τότε, ένα μεταφυσικό άλμα στο χωροχρόνο, και μια συνακόλουθη στρέβλωση της πρόσφατης πραγματικότητας, φαντάστηκα το θείο Νικήτα να βρίσκεται ακόμα ανάμεσά μας. Και τον «είδα» να τρέχει Κυριακή πρωί στο περίπτερο, να προλάβει να αγοράσει την πλήρη έκδοση της εφημερίδας του πριν εξαντληθεί (λες και όλη η Αθήνα θα έτρεχε ξημερώματα στα περίπτερα να πάρει το «Βήμα»!). Και «είδα» μετά το συννεφιασμένο βλέμμα του και την έκφραση απογοήτευσης στο πρόσωπό του όταν ο περιπτεράς τού είπε πως «Βήμα σήμερα δεν υπάρχει, μάλλον πάει για κλείσιμο!».

Κι ο θείος γύρισε σπίτι και άνοιξε αμέσως την τηλεόραση, μήπως μάθει κάτι παραπάνω γι’ αυτό το αναπάντεχο κακό που απειλούσε να αλλάξει για πάντα την ιερή καθημερινότητά του. Και άκουσε, τότε, τον Πρωθυπουργό της χώρας να λέει τα εξής:

«Αρνήθηκε η κυβέρνηση αυτή να τους κάνει τη χάρη...»

«Οι επιχειρήσεις τους ήταν μια φούσκα και τώρα σκάει...»

«Βρισκόμαστε δίπλα σε αυτούς τους εργαζόμενους...»

Η μεταφυσική μού επιτρέπει να προβάλλω γεγονότα, όχι όμως να προβλέπω σκέψεις (αν και δεν μου είναι καθόλου δύσκολο να τις μαντέψω). Προσθέτω, λοιπόν, και τον εαυτό μου στο σκηνικό, καθισμένο στον παλιό καναπέ του σαλονιού του θείου, να ακούω μαζί του τις πρωθυπουργικές δηλώσεις. Και να σχολιάζω πως, τα διαχρονικά συμπλέγματα μιας πολιτικής παράταξης απέναντι σε κάθε «αστικό» μέσο έκφρασης που δεν την «χαϊδεύει», δύσκολα κρύβονται πλέον.

Να λέω στο θείο πως, μέσα σε λίγες φράσεις, στον πρωθυπουργικό λόγο συμπυκνώνεται αλαζονεία («ΕΓΩ τους έκλεισα!»), ιταμότητα («φούσκα» ακόμα και η ιστορικότερη εφημερίδα της χώρας!) και απύθμενη υποκρισία (με ποιον τρόπο, άραγε, βρίσκεται «δίπλα» στους εργαζόμενους του Τύπου; μήπως όπως «δίπλα» στους εργαζόμενους των ιδιωτικών σταθμών της τηλεόρασης, για τους οποίους μόνο χολή δεν έσταζε πριν λίγους μήνες στη Θεσσαλονίκη;).

Ο θείος Νικήτας, βέβαια, δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Βρίσκεται όμως κρεμασμένη ακόμα στα περίπτερα η αγαπημένη του εφημερίδα. Και τούτο, χάρις στο φιλότιμο και την επαγγελματική ευσυνειδησία απλήρωτων εργαζόμενων του Τύπου που, πάνω απ’ όλες τις προτεραιότητες και τις ανάγκες της ζωής – και μάλιστα, σε καιρούς δύσκολους – έβαλαν το λειτούργημα της ενημέρωσης το οποίο υπηρετούν.

Δεν είμαι ένας από αυτούς, και δεν ξέρω αν στη θέση τους θα επιδείκνυα την ίδια γενναιοψυχία. Αυτό που μπορώ να κάνω από τη θέση τούτη είναι να ευχηθώ καλή δύναμη και Καλή Χρονιά, σ’ αυτούς και τις οικογένειές τους. Είμαι βέβαιος, εξ άλλου, ότι εκφράζω απόλυτα και το θείο Νικήτα. Απ’ όπου κι αν βρίσκεται...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Σκέψεις με αφορμή το τελευταίο μάθημα του Δημήτρη Λιαντίνη


Σε μία πρόσφατη περιδιάβαση στο YouTube, είδα (ή μάλλον, άκουσα) και πάλι μια γνώριμή μου διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη. Ίσως τη συγκλονιστικότερη που έδωσε ποτέ, αφού ήταν η τελευταία του, στην οποία κατ’ ουσίαν προανήγγειλε το καλά μελετημένο τέλος του. Είχα την ευκαιρία, έτσι, να ρίξω ξανά μια ματιά και στα σχόλια των επισκεπτών της ιστοσελίδας. Ανάμεσα στις αμέτρητες προσωπολατρικές μεγαλοστομίες, διέκρινα και μία αλλιώτικη σκέψη, διατυπωμένη με λόγο σχεδόν απλοϊκό – όσο απλή είναι συχνά κι η ίδια η αλήθεια:

«Ίσως φοβόταν τα γεράματα και ήθελε να τον θυμούνται νέο...»

Στο σχόλιο είχε σπεύσει να απαντήσει μια γυναίκα. Από εκείνες, πιθανώς, που, αθεράπευτα ερωτευμένες με την εικόνα – και όχι τόσο με την ίδια τη σκέψη – του φιλοσόφου, τον λάτρεψαν σαν επίγειο θεό. Και επιχειρούν να «υπερασπιστούν», όπως φαντάζονται, την υστεροφημία του με κάθε μέσο, ακόμα κι αν αυτό άπτεται της απόλυτης χυδαιότητας:

«Αν αυτό κατάλαβες, μάλλον έχει σκατά το κεφάλι σου!»

Όταν πρωτοδιάβασα τον διάλογο, είχα παρέμβει με δικό μου απαντητικό σχόλιο απευθυνόμενος όχι προς την εξ ειδωλολατρικής υστερίας διακατεχόμενη θαυμάστρια του Λιαντίνη, αλλά προς τον ίδιο τον αρχικό σχολιαστή. Αφού του συνέστησα να αγνοεί τις ύβρεις των εμπαθών, οι οποίες μπορεί να έχουν θέση σε γήπεδα ή σε κομματικές συγκεντρώσεις αλλά όχι σε σελίδες εκπαίδευσης και φιλοσοφίας, του επεσήμανα ότι η τοποθέτησή του φαίνεται βάσιμη αν κάποιος διαβάσει προσεκτικά και αποκωδικοποιήσει σωστά τα γραφόμενα του ίδιου του Λιαντίνη.

Η επίδραση που άσκησε η προσωπικότητα του Σωκράτη πάνω στον Λιαντίνη είναι ολοφάνερη στο κύκνειο άσμα του τελευταίου, τη Γκέμμα. Αυτό που διδάσκεται κανείς από τον Λιαντίνη είναι ότι ο φόβος του θανάτου είναι ασυγκρίτως περισσότερο διαχειρίσιμος από το φόβο της παρακμής που αναπόφευκτα φέρνουν μαζί τους τα γηρατειά και η αρρώστια. Η «απόδραση» από τη ζωή, λοιπόν, «πρέπει» να γίνεται έγκαιρα, όσο ακόμα ο άνθρωπος βιώνει τη ζωή του με αξιοπρέπεια. Το δρόμο, άλλωστε, είχε δείξει χιλιάδες χρόνια πριν ο ίδιος ο Σωκράτης!

Αν κάποιος δει τη ζωή από καθαρά βιολογική σκοπιά, θα πρέπει εξ ορισμού να προσεγγίσει το φαινόμενο της φυσικής παρακμής – αυτό που τόσο τρόμαζε τον Λιαντίνη – μέσα από τους ίδιους τους νόμους της Φύσης. Η σκέψη αυτή μου φέρνει στο νου ένα άρθρο δημοσιευμένο κοντά πέντε χρόνια πριν στο «Βήμα». Παρουσιάζω εδώ κάποιες από τις ιδέες του σε ένα κατά τα άλλα πλήρως αναθεωρημένο κείμενο. Το εναρκτήριο ερώτημα του άρθρου, το οποίο επέλεξα να διατηρήσω στην παρούσα εκδοχή του κειμένου, αντανακλά την αγωνία της εποχής εκείνης. Ήταν τα πρώτα χρόνια της «κρίσης», τότε που είχαμε ακόμα τη δύναμη (ή τη διάθεση) ν’ αγωνιούμε...

------------------------------------------------

Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ στην επίφαση ευτυχίας που γνωρίζαμε; Ή θ’ αποχαιρετήσουμε για πάντα – με αξιοπρέπεια, έστω – την Αλεξάνδρεια;

Στη Θερμοδυναμική (περιοχή της Κλασικής Φυσικής) δεσπόζουν δύο θεμελιώδεις νόμοι. Ο Πρώτος Θερμοδυναμικός Νόμος αφορά τη διατήρηση της ενέργειας και, στην πιο απλή του διατύπωση, ηχεί ως αυτονόητος: «Η ενέργεια που προσφέρουμε σε ένα σύστημα είναι ισόποση με την αύξηση του ενεργειακού αποθέματος του συστήματος.» Αν ο νόμος αυτός ήταν ο μοναδικός που δέσμευε την ύλη κατά τις μεταβολές της, ο κόσμος που ξέρουμε θα ήταν πολύ διαφορετικός. Θα υπήρχε, π.χ., τρόπος να μη γερνάμε ποτέ (ίσως και να γίνουμε αθάνατοι), ενώ ο προϊστορικός άνθρωπος θα είχε ανακαλύψει την ψύξη και τον κλιματισμό με την ίδια ευκολία που έμαθε να ζεσταίνεται απ’ τη φωτιά!

Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής βάζει τέλος σε τέτοιες φιλοδοξίες. Αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να αναιρεθούν, πως το ποτάμι μερικών φαινομένων δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Έτσι, π.χ., ενώ ένα ζεστό σώμα μπορεί αυθόρμητα να δώσει λίγη από τη ζέστη του σε ένα πιο κρύο, το αντίθετο είναι απίθανο να συμβεί: ένα κρύο σώμα δεν μπορεί, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, να δώσει μέρος από τη λιγοστή του θερμότητα(*) σε ένα ζεστό, έτσι που το ένα να γίνει ακόμα πιο κρύο και το άλλο ακόμα πιο ζεστό. Η ζέστη φεύγει και δεν γυρίζει ποτέ πίσω από μόνη της. Το ίδιο και η νεότητα στον άνθρωπο, που φεύγει ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω της τη φθορά που οδηγεί στο γήρας και το θάνατο. Φαίνεται πως η συνειδητότητα αυτής της τελευταίας αλήθειας ήταν που κατηύθυνε τα υπαρξιακά βήματα του Σωκράτη στο κλείσιμο της επίγειας ζωής του. Όπως, ίσως, και αυτά του Δ. Λιαντίνη...

Η βασική φιλοσοφία του νόμου είναι απλή: Αν βάλεις ένα φυσικό σύστημα σε τάξη και μετά το αφήσεις στην τύχη του, το πιο πιθανό είναι πως η τάξη αυτή θα χαθεί. (Αυτό το γνωρίζουν καλά οι μητέρες που συγυρίζουν καθημερινά τα δωμάτια των παιδιών τους!) Αντίθετα, είναι απίθανο το σύστημα αυτό να μεταβεί αυθόρμητα από την αταξία πίσω στην τάξη. Θα πρέπει η υπομονετική μητέρα να συγυρίσει και πάλι το δωμάτιο.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλοι οι φόβοι στον άνθρωπο σχετίζονται με το αμετάστρεπτο, την αδυναμία του να αναιρέσει μεταβολές που δεν του είναι επιθυμητές. Η ζωή μας είναι γεμάτη από αγωνίες για όλων των ειδών τις ισορροπίες που μπορεί να ανατραπούν ανεπανόρθωτα. Ανησυχούμε για τη φυσική μας κατάσταση και γι’ αυτή των αγαπημένων μας προσώπων, για τη φθορά των υλικών αγαθών που με θυσίες αποκτήσαμε, για τις οικονομίες που μαζέψαμε μια ζωή και μπορεί να χαθούν μέσα σε μία νύχτα, για την κοινωνική υπόληψη που με κόπο χτίσαμε και μπορεί να απειληθεί θανάσιμα από έναν λάθος χειρισμό ή μια κακοτυχία...

Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων οδηγεί μοιραία σε ένα αίσθημα ματαιότητας.

Όμως, πόσο μάταιο είναι ένα ταξίδι στην Ιθάκη; Το ερώτημα γίνεται ρητορικό, και η υπονοούμενη απάντηση αισιόδοξη, αν ορίσουμε τη ζωή όχι ως πεδίο άνισης – και εν τέλει άσκοπης – μάχης ενάντια στην παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου, αλλά ως πορεία αυτεπίγνωσης που, στο τέλος της, οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Όπου «αιώνιο» εννοούμε εδώ το άχρονο, αφού ο χρόνος (όπως κι ο χώρος) είναι απλά μια φυσική διάσταση που εφηύρε ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα φαινόμενα που τον περιβάλλουν.

Η Ιθάκη μπορεί, επομένως, να είναι η ίδια η κατάκτηση της αθανασίας. Έστω κι αν, στη στερνή γραφή του, ένας σύγχρονος φιλόσοφος και διάσημος δραπέτης της ζωής χαρακτήρισε «πιθήκους» εκείνους που τολμούν να το πιστέψουν!

------------------------------------------------

Εν είδει (εκτενούς, ομολογώ) υστερόγραφου, θα ήθελα να απευθυνθώ σε φανατικούς θαυμαστές του Λιαντίνη που υπηρετούν το δόγμα πως κανείς δεν δικαιούται να μιλά γι’ αυτόν αν δεν τον εκθειάζει. Αυτό μειώνει το ακαδημαϊκό ανάστημα του Λιαντίνη, και εξηγώ το γιατί:

Ελάχιστα τιμούν έναν επιστήμονα διθυραμβικές κραυγές του τύπου «μπράβο Δάσκαλε, τι ωραία που τα λες και πόσο σε θαυμάζω»! Η όποια αξιολόγησή του, η οποία άλλωστε αναδεικνύει και τη σπουδαιότητά του, γίνεται αποκλειστικά μέσω της κριτικής. Και, όσο αυστηρότερη είναι η κριτική, τόσο περισσότερο καταδεικνύεται η σοβαρότητα – άρα και το κύρος – της αξιολόγησης. Και τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η αξία του κρινόμενου!

Επέλεξα να προσεγγίσω τον Λιαντίνη με όρους καθαρά ακαδημαϊκούς, όχι από τη σκοπιά ενός «ειδωλολάτρη». Αυτό δεν μου το συγχώρησαν κάποιοι φανατικοί θαυμαστές του, ακόμα κι αν ήταν φίλοι (εξαιρώ εδώ την αγαπητή φίλη Ελένη Α., που κατόρθωσε τελικά να κάνει τις αναγκαίες υπερβάσεις...). Δέχθηκα, επίσης, την κριτική πως έκρινα ένα συγκεκριμένο βιβλίο του Λιαντίνη χωρίς να συνεκτιμήσω το σύνολο του έργου του. Και αυτή η άποψη, όμως, αντίκειται στην επιστημονική πρακτική.

Πράγματι, κάθε ακαδημαϊκό πόνημα κρίνεται αυτόνομα, όχι ως απλό τμήμα μιας ενιαίας κι αδιαίρετης προσωπικής βιβλιογραφίας. Όταν στέλνω ένα άρθρο μου σε ένα επιστημονικό περιοδικό για δημοσίευση, ο κριτής δεν οφείλει να αξιολογήσει το σύνολο του επιστημονικού έργου μου παρά μόνο το πολύ συγκεκριμένο κείμενο που βρίσκεται στα χέρια του. Έχει συμβεί, άλλωστε, κι ο ίδιος ο Αϊνστάιν να πει πράγματα που δεν ήταν απόλυτα σωστά!

Σημειώνω, τελειώνοντας, ότι οπαδούς χρειάζονται οι θρησκείες, τα πολιτικά κόμματα και οι ποδοσφαιρικές ομάδες. Όχι οι φιλόσοφοι! Αυτούς τους τελευταίους ελάχιστα τους τιμά κανείς με προσωπολατρικές υπερβολές, κι ακόμα λιγότερο με οργισμένες χυδαιολογίες προς τους αντιφρονούντες, σαν εκείνη της «θαυμάστριας» που συνέταξε το υβριστικό σχόλιο στο YouTube. Οι φιλόσοφοι (αυτοί, τουλάχιστον, που θαύμαζε ο ίδιος ο Λιαντίνης) δείχνουν κατεύθυνση στοχασμού, δεν παράγουν θέσφατα. Και μας προτρέπουν να τους προσεγγίζουμε πάντοτε με κριτική σκέψη. Γιατί μόνο έτσι θα τους ανακαλύψουμε αληθινά!


(*) Για τους σχολαστικούς: Βάλτε εδώ «εσωτερική ενέργεια» ή «θερμική ενέργεια», στη θέση της λέξης «θερμότητα».

Aixmi.gr

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Φόνος της ποίησης δι’ «αποκεφαλισμού» (ή, αναζητώντας το χαμένο ακαδημαϊκό ήθος)


Ο πιο ταπεινωτικός θάνατος για την ποίηση είναι δι’ «αποκεφαλισμού» της! (Αγνώστου) 

(Σημ.: «Αποκεφαλισμός» λέξης = αποκοπή του πρώτου γράμματός της)

Κάποιοι πεπαιδευμένοι δείχνουν να αγνοούν τη βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν δημόσιο λειτουργό και έναν οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Ο δεύτερος υποχρεούται να εκτελεί συγκεκριμένα καθήκοντα μέσα σε καθορισμένα χωροχρονικά πλαίσια, πέραν των οποίων ουδείς δύναται να τον υποχρεώσει να ασκεί τις όποιες δεξιότητες για τις οποίες αμείβεται. Αντίθετα, ο πρώτος επιτελεί κοινωνικό έργο ύψιστης σημασίας, η άσκηση του οποίου δεν οριοθετείται με βάση το χώρο και το χρόνο. Για παράδειγμα, ο γιατρός μπορεί να κληθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του οπουδήποτε και ανά πάσα στιγμή, σε κάθε συνάνθρωπο που έχει την ανάγκη του, ακόμα κι αν η άσκηση αυτή του λειτουργήματός του θα πρέπει να υπερβεί τυπικά ωράρια εργασίας.

Ακόμα πιο ευαίσθητο είναι το λειτούργημα του δασκάλου, αφού κεντρικό του αντικείμενο είναι η διαμόρφωση συνειδήσεων σε νέους ανθρώπους. Και στη διαμόρφωση αυτή σημαντικό ρόλο παίζει το παράδειγμα συμπεριφοράς του ίδιου του δασκάλου. Ένα παράδειγμα που δεν περιορίζεται στο στενό χώρο ενός αμφιθεάτρου ή μιας οποιασδήποτε αίθουσας διδασκαλίας, αλλά οφείλει να ισχύει παντού και πάντοτε. Ο δάσκαλος διδάσκει σε κάθε του δημόσια εμφάνιση, με κάθε του τοποθέτηση ή συμπεριφορά. Δάσκαλος με ωράριο λειτουργίας απλά δεν υπάρχει!

Την παραπάνω αρχή φαίνεται να αγνοεί ο αγαπημένος των προγραμμάτων λαϊκής κατανάλωσης της τηλεόρασης, καθηγητής (καλοπροαίρετα, δεν τοποθετώ εισαγωγικά στον τίτλο) Κ. Ζουράρις. Κάθε του δημόσια εμφάνιση αποτελεί σεμινάριο περισπούδαστης οίησης, υπερφίαλου ακαδημαϊκίζοντος ύφους και υπερχειλίζουσας ωραιοπάθειας. Οι παροιμιώδεις, ατάκτως ερριμμένες αρχαιοελληνικές ατάκες του αποσκοπούν εμφανώς στον εντυπωσιασμό (αν όχι και στην πνευματική τρομοκράτηση) του ακροατή, και όχι στην επί ίσοις όροις ανταλλαγή ιδεών. Εξάλλου, ο καισαρικός θρόνος στον οποίο μονίμως βρίσκεται καθήμενος δεν του επιτρέπει να θεωρεί εαυτόν ισότιμο με οποιονδήποτε κοινό θνητό! Ούτε καν με τον Σωκράτη, που στο αποκορύφωμα της σοφίας του έφτασε στο ταπεινόφρον συμπέρασμα ότι η υπέρτατη πνευματική κατάκτηση είναι η συνειδητότητα της άγνοιάς μας...

Μια περιδιάβαση στο YouTube θα αρκούσε για να διαμορφώσει ο επισκέπτης την επικοινωνιακή εικόνα του καθηγητή. Αυτό που σε κάποιες περιπτώσεις προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι το οξύμωρο της συνύπαρξης (ή μάλλον, της εναλλαγής) περίτεχνου λόγου – συχνά προϊόν ευφυούς λεξιπλασίας – με ευτελείς εκφράσεις «του πεζοδρομίου». Παραθέτω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, ένα χρονολογούμενο και ένα πολύ πρόσφατο:

Το 2009, στην εκπομπή «Ζούγκλα» με θέμα το Μακεδονικό (https://youtu.be/tO-71JISvYc) η συζήτηση αφορούσε την αναζήτηση αποδεκτής από την Ελλάδα ονομασίας για την ΠΓΔΜ. Μεταξύ των καλεσμένων ήταν ο λαλίστατος καθηγητής πολιτικών επιστημών. Κάποια στιγμή, ο παρουσιαστής ζήτησε από τον έγκριτο επιστήμονα να καταθέσει τη δική του πρόταση για την ονομασία του γειτονικού κράτους. Για να εισπράξει ως απάντηση την κοινότοπη χυδαία αναφορά στις ανατομικές λεπτομέρειες που επικυρώνουν περήφανα το φύλο του «μάτσο» ακαδημαϊκού! Με δεδομένη την παντελή απουσία επιστημονικής βαρύτητας από την απάντηση, το μόνο που μπορώ να εικάσω είναι ότι ο κ. καθηγητής άρπαξε απλά την ευκαιρία να επαναβεβαιώσει ακόμα και τους τελευταίους εναπομείναντες αμφισβητίες ότι... «τα διαθέτει»!

Στο video της εκπομπής, ο καθηγητής ακούγεται επίσης να χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «χωματερή των Αθηνών» ή «ψευδοκράτος των Αθηνών» που, αν όχι ευθέως προτρέπουν, τουλάχιστον παραπέμπουν σε εθνικό διχασμό. Το να απορρίπτει κάποιος, εν τούτοις, ως εθνικά επιζήμιες τις ονομασίες του τύπου «άνω και κάτω Μακεδονία», ενώ την ίδια στιγμή ηγείται μιας ρητορείας που θέλει την ύπαρξη μιας «άνω και κάτω Ελλάδας», αποτελεί, αν μη τι άλλο, καταφανές δείγμα ασυνέπειας λόγου.

Ερχόμαστε στο «σήμερα», που βρίσκει τον πληθωρικό ακαδημαϊκό ως δεύτερο τη τάξει στο πολύ σημαντικό Υπουργείο Παιδείας. Η θέση και μόνο που κατέχει, αυτονόητα επιβάλλει ευπρέπεια ύφους σε κάθε δημόσια τοποθέτηση. Το πώς αντιλαμβάνεται αυτές τις έννοιες ο κ. Υφυπουργός Παιδείας (επαναλαμβάνω την ιδιότητα) το έδειξε σε πρόσφατη ραδιοφωνική συνέντευξή του με αφορμή την κηδεία του ηγέτη της Κούβας, Φιντέλ Κάστρο (https://youtu.be/vU8_fgCzKdc).

Σε ερώτηση του δημοσιογράφου για το πώς θα έπρεπε να χαρακτηριστούν εκείνοι που θεωρούν ότι ο Κάστρο υπήρξε δικτάτορας, ο προβεβλημένος πολιτικός επιστήμων, καθηγητής και συγγραφέας κατέθεσε μονολεκτικά και χωρίς το παραμικρό ίχνος αναστολής την ετυμηγορία του: «Μ@λ@κες!» Απαξίωσε, μάλιστα, να αιτιολογήσει τον ελαφρώς αποκλίνοντα του ακαδημαϊκού ύφους χαρακτηρισμό του, αρκούμενος σε ένα μπλαζέ «βαριέμαι»! Ως ανήκων στην τάξη των υιοθετούντων την περί δικτάτορος άποψη, αλλά και ως πολίτης της Αθήνας, επιστρέφω από τη θέση τούτη τη φιλοφρόνηση στο νεόκοπο μέλος της «χωματερής» και του «ψευδοκράτους» των Αθηνών! Υπενθυμίζοντάς του, ταυτόχρονα, ότι μία μορφή δικτατορίας είναι και η αφ’ υψηλού περιύβριση της αντίθετης άποψης...

Μπορώ μόνο να υποθέσω πώς αισθάνεται ένας σοβαρός μαθητής του εν λόγω πανεπιστημιακού ακούγοντας τέτοιου επιπέδου τοποθετήσεις από τον «δάσκαλο». Τι θα αποκομίσει από το λόγο του – σε ύφος και περιεχόμενο – μια νεανική συνειδητότητα που διψάει για θετικά μοντέλα συμπεριφοράς ώστε να χτίσει τον αυριανό πνευματικό άνθρωπο; Και, τι χρειάζονται, άραγε, οι περίβλεπτοι ακαδημαϊκοί τίτλοι αν τα «επιστημονικά» πορίσματα επί ζητημάτων ουσίας ελάχιστα διαφέρουν από τις ευτελείς ρητορείες του πεζοδρομίου;

Εκτός αν η επιστημονική ιδιότητα και η αναλόγως προσήκουσα ακαδημαϊκή συμπεριφορά παύουν ισχύουσες εκτός των πολύ στενών χωροταξικών ορίων ενός πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου. Όμως, ο Δάσκαλος (οφείλει να) διδάσκει ήθος και έξω από τα αμφιθέατρα. Ή, μάλλον, κυρίως έξω από αυτά!

Aixmi.gr