Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η ΔΕΗ, τα ΕΛΤΑ, και ο καταναλωτής που πληρώνει την ανάρμοστη σχέση τους


Για το πόσο αξιόπιστα είναι σήμερα τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ) σε ό,τι αφορά την διανομή της αλληλογραφίας, έχουμε γράψει σε προηγούμενο σημείωμα (*). Την τραυματική εμπειρία της «αξιοπιστίας» των ΕΛΤΑ, όμως, βίωσαν πρόσφατα και οι καταναλωτές της ΔΕΗ που επέλεξαν να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς τους μέσω Ταχυδρομείου. Ως γνωστόν, για λόγους που ο καθένας μπορεί να υποθέσει, τα ΕΛΤΑ παρακρατούσαν τις εισπράξεις με αποτέλεσμα να βρεθούν οι καταναλωτές αντιμέτωποι με πλασματικές ληξιπρόθεσμες οφειλές στη ΔΕΗ και να απολέσουν την «έκπτωση συνεπείας» του 15%.

Την δυσλειτουργία του συστήματος κλήθηκαν να πληρώσουν οι ίδιοι οι καταναλωτές, με απίστευτη ταλαιπωρία σε ατέλειωτες ουρές στα καταστήματα της ΔΕΗ όπου στήθηκαν για να αποδείξουν ότι «δεν είναι ελέφαντες», κατά την λαϊκή ρήση. Για πολλούς ηλικιωμένους, το βάρος της ταλαιπωρίας εκ των πραγμάτων έπεσε σε συγγενικά ή άλλα πρόσωπα. Σε κάποιους, η έλλειψη προνοητικότητας και κοινωνικής ευαισθησίας εκ μέρους της ΔΕΗ μετέτρεψε ένα πρακτικό πρόβλημα σε εφιάλτη! Το παρακάτω περιστατικό συνέβη σε αναγνώστρια, η οποία μου το μετέφερε.

Η κυρία Ι.Χ. είναι υπέργηρη και καθηλωμένη στο κρεβάτι λόγω σοβαρών κινητικών προβλημάτων. Την Παρασκευή, αργά το μεσημέρι και ενώ λίγες ώρες νωρίτερα ο αρμόδιος υπουργός έδινε εξηγήσεις και υποσχέσεις στη Βουλή για την διόρθωση του προβλήματος που είχε προκύψει ανάμεσα σε ΔΕΗ και ΕΛΤΑ, δέχθηκε τηλεφώνημα από περιφερειακό κατάστημα της ΔΕΗ όπου με αυστηρό τόνο την «ενημέρωσαν» ότι ο τελευταίος λογαριασμός της ήταν απλήρωτος. Η κυρία Χ. διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι ποτέ δεν αφήνουν απλήρωτους λογαριασμούς στο σπίτι της, πράγμα που ελάχιστα έδειξε να συγκινεί την υπάλληλο της ΔΕΗ καθώς συμβουλευόταν το υπηρεσιακό κομπιούτερ της: «Κυρία μου, εδώ βλέπω ότι ο λογαριασμός σας δεν έχει εξοφληθεί!»

Λεπτομέρεια: Αν και βέβαιο είναι ότι γνώριζε το πρόβλημα που υφίσταται με τα ΕΛΤΑ, η υπάλληλος απέφυγε να κάνει την αυτονόητη ερώτηση αν ο λογαριασμός είχε ήδη εξοφληθεί εκεί, και αν ναι, να σπεύσει να καθησυχάσει την ηλικιωμένη γυναίκα. Πράγματι, τον λογαριασμό είχε προ πολλού εξοφλήσει εμπρόθεσμα στο Ταχυδρομείο της περιοχής η κόρη της κυρίας Χ. Η οποία κόρη, επιστρέφοντας στο σπίτι βρήκε την μητέρα της σε κατάσταση σοκ, ενώ μάταια προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον τηλεφωνικό αριθμό από τον οποίο είχε γίνει η κλήση (ο αριθμός όντως ανήκει σε κατάστημα της ΔΕΗ) αφού κανείς δεν υπήρχε, ή απλά δεν ήθελε, να σηκώσει το τηλέφωνο.

Για τις δύο γυναίκες ξεκίνησε έτσι ένα ψυχολογικά βασανιστικό τριήμερο, αφού θα έπρεπε να περιμένουν ως τη Δευτέρα το πρωί για να επικοινωνήσουν με τη ΔΕΗ και να βρουν την άκρη σε ένα αδιανόητο πρόβλημα που τους είχε προκύψει από το «πουθενά». Ίσως κάποιος άλλος στη θέση της κόρης να είχε μπει στον πειρασμό να προβεί ακόμα και σε μηνύσεις για το τηλεφωνικό «μπούλινγκ» που είχε εισπράξει η μητέρα της!

Η συνέχεια της ιστορίας: Δευτέρα πρωί, η κόρη της κυρίας Χ. πήγε στην τοπική ΔΕΗ με το δελτίο πληρωμής από τα ΕΛΤΑ ανά χείρας. Θεωρούσε αυτονόητο ότι, με την επίδειξη του πολύτιμου τεκμηρίου εξόφλησης, η ΔΕΗ αυτομάτως θα διέγραφε το πλασματικό χρέος από τα κομπιούτερ της. Διαπίστωσε προς απογοήτευσή της, όμως, ότι το αυταπόδεικτο δεν συμβαδίζει πάντα με το αυτονόητο σ’ αυτό τον τόπο. Με απλά ελληνικά, και με βάση τις ενδείξεις που υφίστανται τούτη τη στιγμή (αφού το τοπίο είναι εξόχως θολό και κάθε διαπίστωση υπόκειται σε ενδεχόμενη αναθεώρηση), ο ίδιος ο καταναλωτής θα συνεχίσει να χρωστά στη ΔΕΗ όσο συνεχίσουν να της χρωστούν τα ΕΛΤΑ! (Σε κομψή διατύπωση, μέχρι η ΔΕΗ να λάβει τα ηλεκτρονικά αρχεία με τις λίστες από τα ΕΛΤΑ...)

Σε κάθε περίπτωση, και έχοντας ξεκάθαρα αποδώσει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ταλαιπωρία χιλιάδων καταναλωτών της ΔΕΗ στην (ύποπτη) συμπεριφορά των ΕΛΤΑ, δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε και την έλλειψη ευαισθησίας εκ μέρους της ίδιας της ΔΕΗ απέναντι στο πρόβλημα που αντιμετώπισαν, όχι με δική τους υπαιτιότητα, οι πελάτες της. Τους οποίους έσπευσε να χαρακτηρίσει «ενόχους μέχρις αποδείξεως του εναντίου», χρεώνοντάς τους με πλασματικές ληξιπρόθεσμες οφειλές και – σαν να μην έφτανε αυτό – παρενοχλώντας τους τηλεφωνικά και αντιμετωπίζοντάς τους, γενικά, σαν κοινούς «μπαταχτσήδες»!

Οι παλιότεροι αναγνώστες θα θυμούνται ίσως το κλασικό διαφημιστικό σλόγκαν, «Είδες η ΔΕΗ;». Θέλουμε να πιστεύουμε ότι πρόθεση της εταιρείας είναι να συνεχίσει να επαληθεύει την αυθεντική του, θετική σημασία. Όσο για τα ΕΛΤΑ, ίσως ήρθε η ώρα να εξεταστεί το ζήτημα της εν γένει λειτουργίας τους σε όλη του την έκταση. Και, αν χρειάζεται, να ληφθούν αποφάσεις. Όχι απαραίτητα καθολικά αρεστές...

(*) ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-8-2017, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=896930

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Κουίζ...

(Επιλέξτε την πιο σωστή απάντηση)

Η προτροπή "κοιτάτε αλλά μην αγγίζετε" αφορά τη συμπεριφορά:

- του προϊσταμένου προς τη γραμματέα του,

- του επισκέπτη μουσείου προς ευαίσθητα εκθέματα,

- της ΑΕΚ προς τους μεταγραφικούς της "στόχους".

Η απάντηση, φοβάμαι, προφανής...

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Πόσο «δεξιός» ήταν ο Χίτλερ;


Άκουσα πριν καιρό κάποιον από τον χώρο της Αριστεράς να χαρακτηρίζει τους σημερινούς (νεο)φιλελεύθερους αντιπάλους του ως πολιτικούς απογόνους των συμπαθούντων τους Ναζί. Ομολογώ ότι, ως ακραία αντισυμβατικό χιούμορ, το βρήκα χαριτωμένο! Φαντάζομαι ότι ακόμα περισσότερο χαριτωμένος θα ακουγόταν ένας ισχυρισμός του τύπου, π.χ., ότι ο Χίτλερ υπήρξε πιο αριστερός από τον Μπαράκ Ομπάμα. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως, κατά μία έννοια, αυτό το δεύτερο έχει μεγάλη δόση αλήθειας!

Τους πολιτικούς όρους «δεξιός» και «αριστερός» συνηθίζουμε να τους χρησιμοποιούμε χωρίς να πολυ-σκεφτόμαστε τη σημασία τους, σαν a priori έννοιες που δεν υπόκεινται σε ορισμό αλλά επιδέχονται μονοσήμαντη και αυτονόητη ερμηνεία. Κάτι που αντιλαμβάνεται κάποιος σχεδόν διαισθητικά, αλλά το περίγραμμά του είναι τόσο σαφές ώστε με βάση αυτό να μπορούν να κατηγοριοποιούνται άνθρωποι και καθεστώτα. Για πολλούς, δεξιό είναι απλά κάθε πολιτικό σύστημα που «ευνοεί τους πλούσιους», ενώ αριστερό, κάθε σύστημα που «ευνοεί τους φτωχούς».

Η σύγχρονη φιλοσοφική τάση, εν τούτοις, είναι να αντιλαμβανόμαστε το δίπολο «αριστερά – δεξιά» με βάση το αντίστοιχο «ισότητα – ελευθερία». Η αντιστοίχιση, όμως, δεν είναι τόσο γραμμική όσο φαίνεται, αφού υπάρχει μία παράμετρος που συχνά παραβλέπουμε. Αυτή αφορά τον διαχωρισμό ανάμεσα στην κοινωνική (και, κατ’ επέκταση, πολιτική) και την οικονομική διάσταση των πραγμάτων. Αν ληφθεί υπόψη και αυτό το κριτήριο, ούτε η ισότητα είναι αποκλειστικά «αριστερό» προνόμιο, ούτε η ελευθερία αποκλειστικά «δεξιό».

Σε πολύ γενικούς όρους, θα λέγαμε συμβολικά ότι η κοινωνική διάσταση σχετίζεται με το «είμαι», ενώ η οικονομική με το «έχω». Έτσι, τόσο η ελευθερία, όσο και η ισότητα, μπορούν να αξιολογηθούν με βάση δύο διαφορετικές (αλλά συμπληρωματικές) θεωρήσεις.

Κοινωνική (συμπεριλαμβάνοντας και την πολιτική) ελευθερία σημαίνει ελευθερία στον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοδιαχείριση του ατόμου. Σημαίνει ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων η ελευθερία στην πίστη, στον λόγο, στην αντίληψη και διαχείριση του σώματος, στην κοινωνική και πολιτική ένταξη, κλπ.

Η οικονομική ελευθερία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό (αν και οι λεγόμενοι φιλελεύθεροι τείνουν αυτό να το αρνούνται). Σημαίνει ελευθερία του ατόμου να επιδιώκει την απόκτηση περισσότερων αγαθών μέσα σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού βάσει θεσμοθετημένων κανόνων (η θεσμοθέτηση των οποίων, εν τούτοις, δεν γίνεται πάντα με τρόπο που σέβεται τις πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα...). Αυτό το είδος ελευθερίας δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε κρατική συμμετοχή ή παρέμβαση (πέραν των αναγκαίων ελαχίστων) σε οικονομικά ζητήματα, ενώ έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με το κράτος πρόνοιας.

Κοινωνική ισότητα σημαίνει ίσα δικαιώματα και ισότιμη μεταχείριση των ανθρώπων μιας κοινωνίας, ανεξάρτητα από χαρακτηριστικά όπως η φυλή, το φύλο, οι εθνικές και πολιτισμικές καταβολές, κλπ. Αυτονόητα, το είδος αυτό της ισότητας δεν είναι συμβατό με έννοιες όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ακόμα και ο εθνικισμός.

Από διαφορετική σκοπιά, οικονομική ισότητα σημαίνει άμβλυνση, κατά το δυνατό (έως και πλήρη εξάλειψη, σε ακραίες περιπτώσεις) των οικονομικών ανισοτήτων σε μία κοινωνία. Και, επειδή μια τέτοια διαδικασία είναι αδύνατο να συντελεστεί με αυθόρμητο τρόπο, η κρατική παρέμβαση καθίσταται αναγκαία. Μια τέτοια παρέμβαση στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία, καθώς και στην προσβασιμότητα όλων των πολιτών σε τομείς όπως η παιδεία και το σύστημα υγείας (αυτό που ονομάζουμε, δηλαδή, κράτος πρόνοιας).

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:

1. Το καθεστώς Πινοσέτ στη Χιλή (1973–1990) αντιπροσωπεύει το απόλυτο κοντράστ ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομική ελευθερία. Ένα από τα πλέον αιμοσταγή και τυραννικά δικτατορικά καθεστώτα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, υπήρξε ταυτόχρονα το πεδίο εφαρμογής του πρώτου πειράματος στην άνευ ορίων οικονομική φιλελευθεροποίηση (αυτό που ονομάζουμε – και θεωρώ τον όρο απόλυτα δόκιμο – νεοφιλελευθερισμό). Όπως είναι φυσικό, το πείραμα επέφερε κοινωνική ανισότητα και οδήγησε μεγάλα τμήματα του λαού της Χιλής σε οικονομική εξαθλίωση. [Οι λεγόμενοι «φιλελεύθεροι» συχνά αποσιωπούν την επιστημονική και ηθική υποστήριξη που πρόσφερε στον Πινοσέτ το ακαδημαϊκό πρότυπό τους, ο Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος και καθηγητής Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman). Μια πράξη που θα στιγματίζει για πάντα την υστεροφημία του...]

2. Το καθεστώς του Στάλιν, ακραίο έως απάνθρωπο πρότυπο σκληρού Μαρξιστικού συστήματος, επέβαλε την πολιτική της οικονομικής ισότητας καταλύοντας με βία και μαζικές δολοφονίες κάθε έννοια ατομικής, κοινωνικής, ακόμα και πολιτιστικής ελευθερίας. Γενικά μιλώντας, θα λέγαμε ότι η κομμουνιστική ιδεολογία, στοχεύοντας στην εξίσωση των ανθρώπων μιας κοινωνίας μέσω ολικής κατάργησης της ελευθερίας τους, αποτελεί την αυθεντικότερη εκδοχή της αριστερής κοσμοθεώρησης (με βάση, τουλάχιστον, το διπολικό κριτήριο «ισότητα – ελευθερία», στο οποίο αναφερθήκανε νωρίτερα).

3. Η διακυβέρνηση Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα αντίθεσης ανάμεσα στην οικονομική και την κοινωνική ελευθερία. Από τη μία, η περίοδος Ρέιγκαν σήμανε το οριστικό τέλος της μεταπολεμικής Κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής και την επάνοδο στον κλασικό οικονομικό φιλελευθερισμό, στα πρότυπα του νεοφιλελευθερισμού του Πινοσέτ στη Χιλή και της Θάτσερ στην Αγγλία. (Φυσικά, ο Μίλτον Φρίντμαν καλοδέχτηκε και ύμνησε δεόντως αυτή τη μετάβαση!) Από την άλλη, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την επιστροφή της χώρας στον κοινωνικό συντηρητισμό, με μία απόπειρα περιορισμού ή και ολικής κατάργησης πολλών κοινωνικών ελευθεριών που είχαν κατακτηθεί κατά την περασμένη δεκαετία (π.χ., μέσω προώθησης υπερσυντηρητικών δικαστών από τον Ρέιγκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ).

4. Οι υπέρμαχοι των ιδεών του κοινωνικού φιλελευθερισμού στις ΗΠΑ (Liberals), παραδοσιακά ανήκοντες στο Δημοκρατικό Κόμμα και, κατά μία έννοια, πολιτικοί απόγονοι του Ρούσβελτ, θεωρούνται ως οι εκπρόσωποι της «Αριστεράς» στη χώρα εκείνη. Στον τομέα της οικονομίας ασπάζονται τις Κεϋνσιανές ιδέες (αυξημένος κεντρικός έλεγχος της οικονομίας και σχετικός περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας, εργασία για όλους, πρόσβαση στο σύστημα εκπαίδευσης και το σύστημα υγείας για κάθε πολίτη, απέχθεια για τον οικονομικό φιλελευθερισμό, κλπ.). Σε κοινωνικό επίπεδο, μάχονται υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας, ενώ υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα και εναντιώνονται σε κάθε φαινόμενο που παραπέμπει σε ρατσισμό ή σεξισμό.

Τις τελευταίες δεκαετίες, εν τούτοις, ο αμερικανικός κοινωνικός φιλελευθερισμός μοιάζει να προδίδει τις ίδιες τις αρχές του υιοθετώντας το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό δόγμα της πολιτικής ορθότητας, το οποίο θέτει ασφυκτικούς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και έχει οδηγήσει σε ένα παρανοϊκό «κυνήγι μαγισσών» για όσους δεν υποτάσσονται στις επιταγές του.

5. Ποιο διαβόητο καθεστώς υπήρξε, ιστορικά, το πρώτο που συνέλαβε και εφάρμοσε στην πράξη (στον τομέα της οικονομίας μόνο, φυσικά!) τις Κεϋνσιανές ιδέες, πριν ακόμα το διανοηθεί ο ίδιος ο Ρούσβελτ για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης της δεκαετίας του ’30 στην Αμερική (και, φυσικά, πολύ πριν ασπαστούν τις ιδέες αυτές οι Αμερικανοί κοινωνικοί φιλελεύθεροι); Πιθανώς το μαντέψατε: το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία, το οποίο ανέλαβε την εξουσία το 1933 αλλά είχε προ πολλού αποφασίσει το είδος της οικονομικής πολιτικής που επρόκειτο να εφαρμόσει!

Όπως σημειώνουν σε άρθρα τους [1,2] φιλελεύθεροι Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές όπως ο David Gordon και ο L.H. Rockwell, Jr., ήδη από το 1920 το ναζιστικό κόμμα είχε προτείνει ένα οικονομικό πρόγραμμα το οποίο, μεταξύ άλλων, προέβλεπε κοινωνικοποίηση των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίες θα ενοικιάζονταν φθηνά, στη συνέχεια, σε μικρο-επιχειρηματίες. Ο ίδιος ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, μάλιστα, μετέπειτα διαβόητος Υπουργός Προπαγάνδας, υπήρξε φανατικός αριστερός στην αρχή της πολιτικής καριέρας του!

Στην ουσία, η Ναζιστική Γερμανία εφάρμοσε εξαρχής μία Κεϋνσιανή οικονομική πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας το κράτος ξόδευε όλο και περισσότερα στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής ενώ παράλληλα οδηγούσε τη χώρα στο δρόμο του πολέμου. (Όπως σημειώσαμε πιο πάνω, σε όμοια μονοπάτια κινήθηκε και ο Ρούσβελτ στην Αμερική, αν και η χώρα εκείνη σύρθηκε στον πόλεμο μετά το Περλ Χάρμπορ, έχοντας ως τότε αποφύγει να εμπλακεί σε αυτόν.)

Ο Χίτλερ, λοιπόν, χτύπησε την ανεργία ενεργοποιώντας κολοσσιαία προγράμματα δημοσίων έργων (τα οποία, βέβαια, είχε από πριν στην ατζέντα της η Δημοκρατία της Βαϊμάρης...) όπως η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων. Παράλληλα, άσκησε εκφοβισμό στον ιδιωτικό τομέα επιβάλλοντας έλεγχο των τιμών και της παραγωγικότητας, επέβαλε έλεγχο κεφαλαίων (capital controls – κάτι μας θυμίζει αυτό!), δημιούργησε εθνικό σύστημα υγείας και σύστημα ασφάλισης για ανέργους, κλπ. Γενικά, η παρεμβατική οικονομική πολιτική του ναζιστικού κόμματος αντανακλά την απέχθεια του καθεστώτος για την ελεύθερη οικονομία της αγοράς, και τον εναγκαλισμό της ιδέας ενός εθνοκεντρικού «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Εξ ου και ο όρος «Εθνικοσοσιαλισμός» – που, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, δεν αποτελεί απλά ευφημισμό. Αξίζει να αναφέρουμε, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο Κέυνς (Keynes) είχε αρχικά εκφράσει τον θαυμασμό του για την οικονομική πολιτική των Ναζί!

Η ναζιστική οικονομία, επομένως, κάθε άλλο παρά καπιταλιστική μπορεί να θεωρηθεί. Βέβαια, οι μεταρρυθμίσεις του Χίτλερ δεν πήγαν τόσο μακριά ώστε να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία ή να εθνικοποιηθούν όλα τα μέσα παραγωγής, όπως στην Σοβιετική Ένωση του Στάλιν. Όμως, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν είχαν πλέον τον έλεγχο των τιμών, αφού αυτές καθορίζονταν τώρα από την κυβέρνηση.

Τούτων λεχθέντων, το θεωρώ περιττό να αναφερθώ στη στάση του ναζιστικού καθεστώτος απέναντι σε ζητήματα όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι κοινωνικές ελευθερίες και η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων (τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και το μαζικό ρατσιστικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος στέκουν αδιάψευστοι μάρτυρες κατάργησης, στην πράξη, όλων των παραπάνω αξιών...). Είναι, όμως, τουλάχιστον γελοίο να ταυτίζει κάποιος σήμερα τους Ναζί με τους σύγχρονους νεοφιλελεύθερους, την Μέρκελ, τον Σόιμπλε, ή τους εγχώριους θαυμαστές του Μίλτον Φρίντμαν!

Οι Ναζί δεν αντιπροσωπεύουν απλά μία πολιτική ιδεολογία, ούτε ήταν απλά και μόνο κάποιο ιδιαίτερα αντιπαθές πολιτικό καθεστώς. Υπήρξαν έκφραση του ακραίου, του απόλυτου Κακού. Μια αληθινή «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία», για να θυμηθούμε τα λόγια του φιλόσοφου και θεολόγου Emil Fackenheim...

Αναφορές:

[1] David Gordon, Nazi Economic Policy

https://mises.org/library/nazi-economic-policy

[2] L. H. Rockwell, Jr., Hitler’s Economics

https://mises.org/library/hitlers-economics

Aixmi.gr

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Πώς θα εξηγήσει στην κόρη του ότι δεν πρέπει να ξαναφορέσει τη φανέλα;


Σε έναν τόπο παραθερισμού, πριν πολλά χρόνια, έγινα μάρτυς ενός απίστευτου περιστατικού. Μία κυρία, σύζυγος στελέχους μεγάλης γαλακτοβιομηχανίας, ζητούσε να αγοράσει γάλα για τα δύο μικρά παιδιά της. Για κακή της τύχη, το γάλα της εταιρείας του συζύγου είχε τελειώσει σε όλα τα σούπερ-μάρκετ εκείνη τη μέρα. Τη ρώτησα γιατί δεν αγόραζε γάλα κάποιας άλλης μάρκας. Μου απάντησε με έμφαση με το ρητορικό ερώτημα: "Τι εντύπωση θα δώσω στον κόσμο αν με δουν να αγοράζω γάλα μιας αντίπαλης εταιρείας από αυτήν του άντρα μου;" Εκείνο το βράδυ, τα παιδιά της κυρίας πήγαν στα κρεβάτια τους χωρίς να πιουν το γάλα τους...

Τα παιδιά, λοιπόν, γίνονται μέρος της επαγγελματικής εικόνας του πατέρα. Αυτό, βέβαια, δεν γίνεται πάντα με τρόπο που τα βλάπτει, όπως στην πιο πάνω ιστορία. Κάποιες φορές, μάλιστα, μπορεί ακόμα και να τα διασκεδάζει! Ας δούμε μια τέτοια περίπτωση:

Ο ποδοσφαιριστής Χ αγωνίζεται σε μία μεγάλη ομάδα και, έχοντας πετύχει μερικά θεαματικά γκολ, έχει κατορθώσει να γίνει ο αγαπημένος της εξέδρας. Για να εδραιωθεί, μάλιστα, ακόμα περισσότερο στις καρδιές των φιλάθλων, "πουλάει οπαδηλίκι" με όποιον τρόπο μπορεί. Μεταξύ άλλων, εμφανίζεται στο γήπεδο με την κορούλα του ντυμένη στα χρώματα της ομάδας του μπαμπά της. Το παιδί απολαμβάνει την αγάπη που του δείχνει ο κόσμος, και σίγουρα νιώθει όμορφα φορώντας τη στολή της ομάδας.

Επειδή, όμως, ο κύριος Χ είναι απλά επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και όχι οπαδός, κάποια στιγμή αποφασίζει, επειδή θεωρεί ότι τον συμφέρει καλύτερα, να μεταπηδήσει σε άλλο σύλλογο. Και, μαθημένος καθώς είναι να χρησιμοποιεί το παιδί του ως μέρος της επαγγελματικής εικόνας του, το εμφανίζει τώρα σε κάποιο άλλο γήπεδο ντυμένο με άλλη στολή και άλλα χρώματα, προσδοκώντας να κερδίσει κι εκεί την αγάπη της εξέδρας.

Καθώς σκαρώνω αυτή τη φανταστική ιστορία, αναρωτιέμαι δύο πράγματα:

- Πώς θα εξηγήσει ο Χ στο παιδί του ότι απαγορεύεται να ξαναφορέσει τα αθλητικά ρουχαλάκια που είχε αγαπήσει, με τα οποία είχε εισπράξει τόσο μεγάλη αγάπη από τον κόσμο της πρώην ομάδας του μπαμπά;

- Πώς θα εξηγήσει στο παιδί του ότι ακόμα και η "αγάπη" για μια ομάδα είναι πράγμα που πουλιέται κι αγοράζεται στο πλαίσιο μιας ψυχρής επαγγελματικής πλειοδοσίας;

Η μικρή Θάλεια, ανιψιά της γυναίκας μου, φοράει από μωρό τα κιτρινόμαυρα. Είναι τυχερή, γιατί κανείς δεν θα της πει ποτέ πως αυτό ήταν λάθος που δεν πρέπει να ξαναγίνει, κανείς δεν θα την εξαναγκάσει να μάθει να περιφρονεί (ακόμα και να μισεί) αυτό που αγαπούσε πριν! Βλέπετε, ο μπαμπάς της είναι πιστός οπαδός, όχι μισθοφόρος γυρολόγος των γηπέδων...

Το κοριτσάκι της φανταστικής ιστορίας μας, όμως, θα αναγκαστεί από νωρίς στη ζωή του να συνειδητοποιήσει μερικές σκληρές αλήθειες. Όπως, ότι το χρήμα τα πάντα κυβερνά, ακόμα και την αγάπη.

"Και τι θέλεις να κάνει ο άνθρωπος, ηλίθιε ρομαντικέ ιδεολόγε; Να μην κοιτάξει το συμφέρον του ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής;" 

Ασφαλώς να το κοιτάξει, ούτε λόγος! Όμως, ας αφήνει στο εξής το παιδί στο σπίτι, να παίζει με τα παιχνίδια του. Ή, αν επιμένει να το παίρνει μαζί στο γήπεδο, ας μην το ντύνει, τουλάχιστον, με τη στολή της ομάδας που τυχαίνει να τον πληρώνει.

Γιατί, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι τα παιδιά μπορούν εύκολα να αγαπούν και να ξε-αγαπούν τα χρώματα, ανάλογα με το συμβόλαιο που τους προσφέρεις...

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Ο Τελικός Κυπέλλου που η ΑΕΚ δεν κατέβηκε ποτέ…


Οι παρακάτω γραμμές αντανακλούν απόλυτα προσωπικές σκέψεις. Δεν βασίζονται σε οποιασδήποτε μορφής πληροφόρηση – την οποία ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε ο γράφων να έχει – και δεν διεκδικούν το αλάθητο σε ό,τι αφορά την ερμηνεία των πραγμάτων. Αφορμή γι’ αυτές υπήρξε ο Τελικός του Κυπέλλου Ελλάδος στο ποδόσφαιρο, όμως αυτός ήταν μόνο η κορύφωση μιας σειράς γεγονότων που θυμίζουν χολιγουντιανή παραγωγή...

Ο ΠΑΟΚ έπαιξε εξαιρετικό ποδόσφαιρο στον Τελικό και δίκαια κατέκτησε το Κύπελλο. Το παραδέχθηκαν απόλυτα έντιμα, άλλωστε, οι ίδιοι οι αντίπαλοί του. Απέναντί του, όμως, δεν παρατάχθηκε η ΑΕΚ – όχι τουλάχιστον η ΑΕΚ που γνωρίζαμε μέχρι το μοιραίο εκείνο παιχνίδι της Τούμπας, που δεν τέλειωσε ποτέ. Ήταν η σκιά, το φάντασμα της ομάδας που νίκησε σε όλα τα ντέρμπι και έφυγε από το Γιουρόπα Λιγκ αήττητη και με ψηλά το κεφάλι! Ήταν μια ομάδα που έδινε την εντύπωση ότι μπήκε στο γήπεδο για να χάσει...

Για να είμαστε πραγματιστές, η ΑΕΚ δεν ξεκίνησε τη φετινή σεζόν με προοπτική να χτυπήσει τίτλο πρωταθλήματος. Το μαρτυρά, άλλωστε, το σφιχτό μπάτζετ σε ό,τι αφορά το ρόστερ της ομάδας. Η ΑΕΚ απλά δεν ήταν προετοιμασμένη για έναν τίτλο που ήρθε πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι αναμενόταν (το ομολόγησαν αυτό και άνθρωποι της διοίκησής της). Αν θέλουμε να «συνωμοσιολογήσουμε» λιγάκι, θα ήταν μάλλον απίθανο (ίσως σε κάποιους να φαντάζει και προκλητικό) να «επιτραπεί» σε μία ομάδα που μόλις πριν πέντε χρόνια χρεοκόπησε, έπεσε στην Γ΄ κατηγορία, και χωρίς πολλή δυσκολία ανέβηκε ξανά στην Α΄ – κατά πολύ πλουσιότερη μάλιστα! – να κατακτήσει τίτλο πρωταθλήματος τόσο σύντομα (θυμόμαστε τα 10 χρόνια του Ολυμπιακού μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά...).

Στην ΑΕΚ, λοιπόν, είχαν αποδεχθεί τον ΠΑΟΚ ως τον πιο πιθανό πρωταθλητή, και το ενδιαφέρον των Αεκτζήδων επικεντρωνόταν κατά κύριο λόγο στην πορεία των έργων για το γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια. Τελικά, κόντρα στις προβλέψεις, το πρωτάθλημα χάθηκε για τον ΠΑΟΚ και πήγε στην άμεση ανταγωνίστριά του, που απλά έτυχε να είναι η ΑΕΚ. Τον τίτλο αυτό ουδείς έκλεψε από τους Θεσσαλονικείς – οι οποίοι, να σημειώσουμε, είχαν εξαιρετικά ευνοϊκή μεταχείριση από την διαιτησία. Τον απώλεσαν μόνοι τους «αυτοκτονώντας» σε δύο διαδοχικά ντέρμπι με Ολυμπιακό και ΑΕΚ, χάρις σε ασυλλόγιστες συμπεριφορές των οπαδών και της διοίκησής τους, αντίστοιχα.

Παρ’ όλα αυτά, στο χώρο του ΠΑΟΚ αναπτύχθηκε μία απίστευτη θεωρία συνωμοσίας για υποτιθέμενες δόλιες ενέργειες της ΑΕΚ, σε συνεργασία με το αθηναϊκό ποδοσφαιρικό κατεστημένο, που είχαν ως αποτέλεσμα την υφαρπαγή του τίτλου. Στην ενίσχυση του αφηγήματος συνέβαλαν και αθλητικοί δημοσιογράφοι – οπαδοί με νοοτροπία χούλιγκαν που, με εμπρηστικά κείμενα και ρεπορτάζ (ακόμα και στην κρατική τηλεόραση) φανάτισαν υπέρμετρα τον κόσμο του ΠΑΟΚ. Ένας φανατισμός ανάμικτος με μίσος, που άγγιξε την απόλυτη ψύχωση απέναντι στην ΑΕΚ!

Το ζήτημα έγινε σενάριο τρόμου όταν διαφάνηκε η πιθανότητα συνάντησης της ΑΕΚ με τον ΠΑΟΚ στον Τελικό του Κυπέλλου. Το κλίμα εχθρότητας (κυρίως με ευθύνη του ΠΑΟΚ) που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των δύο ομάδων θα μπορούσε να μετατρέψει ένα τέτοιο παιχνίδι σε πολεμική σύρραξη με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για την ασφάλεια των φιλάθλων, όσο και για το ίδιο το διεθνές status του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Η αλήθεια είναι ότι η ΑΕΚ κατέβαλε «φιλότιμες» προσπάθειες να μην προκριθεί στον Τελικό, και παραλίγο να το «καταφέρει». Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν τη λήξη του δεύτερου ημιτελικού με τη Λάρισα, φαινόταν σχεδόν βέβαιο ότι η θεσσαλική ομάδα θα ήταν εκείνη που θα αντιμετώπιζε τον ΠΑΟΚ στο ΟΑΚΑ στις 12 Μαΐου. Ήρθε όμως ακριβώς την τελευταία στιγμή εκείνο το απίστευτο σε εκτέλεση γκολ του Λάζαρου, που δεν είμαι βέβαιος αν ο σκόρερ το πανηγύρισε επειδή θα σήμαινε την πρόκριση της ΑΕΚ ή επειδή θα ανέβαζε ακόμα περισσότερο τις μετοχές του στο ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο εν όψει της κυοφορούμενης μετακίνησής του στο λιμάνι...

Η μοίρα, λοιπόν, αποφάσισε: ΑΕΚ–ΠΑΟΚ στον Τελικό! Το τι έγινε στο παιχνίδι εκείνο το γνωρίζουμε ήδη. Η ΑΕΚ εμφάνισε ένα θλιβερό σύνολο επιπέδου (επιεικώς) Β΄ Εθνικής, παίζοντας ποδόσφαιρο χωρίς σχέδιο, χωρίς πάθος, και κάνοντας παιδαριώδη λάθη στην άμυνα – μια άμυνα που δεν είχαν λυγίσει κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης όπως η Μίλαν και η Ντιναμό Κιέβου! Σε αντίθεση με τον ΠΑΟΚ, που κατέβηκε στο γήπεδο «με το μαχαίρι στα δόντια», η ΑΕΚ έδινε την εντύπωση ότι έπαιζε για να παίξει, σαν τον κακό υπάλληλο που πηγαίνει στην εργασία του περιμένοντας υπομονετικά να περάσει το οκτάωρο μέχρι να σχολάσει.

Ήταν κάτι παραπάνω από φανερό ότι στην ΑΕΚ δεν υπήρχε κίνητρο. Αν, σε σχέση με αυτήν, ο ΠΑΟΚ ήταν όντως η «υπερομάδα» που ανέδειξε ο Τελικός, τούτο θα είχε κατά μείζονα λόγο καταφανεί στο «καταραμένο» παιχνίδι της Τούμπας, όταν ο ΠΑΟΚ έπαιζε, μπροστά στο δικό του κοινό, ένα ολόκληρο πρωτάθλημα. Το μοναδικό έγκυρο «γκολ», όμως, της συνάντησης εκείνης σημειώθηκε στα αποδυτήρια...

Χορτασμένη, λοιπόν, από τους πανηγυρισμούς και τις φιέστες για την κατάκτηση του πρωταθλήματος, η ΑΕΚ εμφανίστηκε προκλητικά απροετοίμαστη (αν όχι ουσιαστικά αδιάφορη) στον Τελικό, με αποτέλεσμα να διασυρθεί και να δώσει δικαιώματα στους αντιπάλους της όχι μόνο να την αμφισβητήσουν αλλά και να την χλευάσουν. Αντίπαλοι – να το σημειώσουμε – που έδειξαν το ήθος τους επιδεικνύοντας στους ηττημένους την σημειολογία του «ανδρισμού» τους στη διάρκεια των πανηγυρισμών τους...

Το τι και γιατί συνέβη στον Τελικό της 12ης Μαΐου, είναι σε εμένα προφανές. Θα κρατήσω, όμως, την άποψή μου για τον εαυτό μου. Το ζητούμενο είναι να καθαρίσει τώρα η ατμόσφαιρα του ελληνικού ποδοσφαίρου από τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις που προκάλεσαν οι διαψευσμένες προσδοκίες ενός ποδοσφαιρικού νεοπλουτισμού, σε συνδυασμό με βαθιά ριζωμένα τοπικιστικά συμπλέγματα και πάγιες συνωμοτικές φαντασιώσεις.

Ο ρόλος της αθλητικής δημοσιογραφίας είναι εδώ πρωταρχικός. Αν μη τι άλλο, στο να βοηθήσει να κλείσουν οι πληγές τις οποίες τόσο επιπόλαια κι ανεύθυνα υποδαύλισε και συντήρησε ένα ακραία οπαδικό κομμάτι της...

Aixmi.gr

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Ηθικά ηττημένοι...


Εκτός από αγωνιστικές νίκες ή ήττες, υπάρχουν και ηθικές.

Το να αναγνωρίζεις την ανωτερότητα του αντιπάλου σου, να τον συγχαίρεις για τη νίκη του και να τον χειροκροτείς στο τέλος, είναι ηθική νίκη.

Το να χλευάζεις τον ηττημένο αντίπαλο και να δείχνεις τα (μπιπ) σου στους παίκτες, την τεχνική ηγεσία και τους φιλάθλους του, είναι όχι απλώς ηθική ήττα αλλά απόλυτη πιστοποίηση αθλητικής αναξιότητας!

Και, μια τέτοια ήττα αντανακλά όχι μόνο σε μία ομάδα αλλά σε μια πόλη ολόκληρη. Που, αν δεν αποβάλει, επιτέλους, τα συμπλέγματά της απέναντι στην Αθήνα, δεν θα γίνει ποτέ άξια του ευφημιστικού - πλην αδόκιμου - τίτλου "συμπρωτεύουσα" που, για λόγους πολιτικών και εθνικών σκοπιμοτήτων, της έχει εκχωρηθεί...

ΚΠ

Λεφτά πεταμένα...

Αν χτίζουν ολόκληρο γήπεδο για να στεγάσει την ομάδα που είδαμε χθες, πεταμένα τα λεφτά τους. Καλύτερα να τα δώσουν για καμιά μεταγραφή...

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Χάρτινοι» μύθοι για ένα δίκαιο πρωτάθλημα


Περίσσεψε τούτες τις μέρες η μικροψυχία εναντίον της ΑΕΚ. Όχι μόνο για την κατάκτηση ενός εγχώριου τίτλου στο ποδόσφαιρο αλλά ακόμα και για έναν εθνικής σημασίας θρίαμβο στο μπάσκετ. Σαν τυχαίο παράδειγμα αναφέρω ότι, σε εκπομπή δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού, με θέμα την οικονομία, ένας εκ των παρουσιαστών – δηλωμένος οπαδός του Ολυμπιακού – ακούστηκε να ρωτάει ειρωνικά «πώς το λένε αυτό το κύπελλο, Σαπόρτα;» και να χαρακτηρίζει απαξιωτικά τη σπουδαία αντίπαλο της ΑΕΚ στον τελικό «μια καλή ομαδούλα»!

Η λάσπη, όμως, που σχεδόν έπνιξε την Αθήνα δεν ήρθε από τον Πειραιά (εξαιρώ τον γραφικό – πλην συμπαθή – Τάκη Τσουκαλά!) αλλά από την λεγόμενη «συμπρωτεύουσα», με το πρώτο συνθετικό του οποίου (αδόκιμου) όρου ουδέποτε, ως φαίνεται, συμβιβάστηκαν οι άνθρωποι της πόλης εκείνης. Κουραστήκαμε, λοιπόν, να ακούμε και να διαβάζουμε ιστορίες για «χάρτινα πρωταθλήματα», ειρωνείες για «τρομοκρατημένους παίκτες», και μυθεύματα για «διαπλοκές» της πρωταθλήτριας με την δήθεν αθηνοκεντρική εξουσία. Ακόμα και στην ιστορικότερη αθλητική (και όχι μόνο) εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης, δημοσιογράφοι που σε πολλά θυμίζουν χούλιγκαν έστησαν ένα άτυπο παράρτημα του γραφείου δημοσίων σχέσεων του ΠΑΟΚ, επιτρέποντας την ελεύθερη και άνευ αντιλόγου κατασυκοφάντηση της ΑΕΚ!

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, μερικούς από τους μύθους που διακίνησε (και συνεχίζει να διακινεί) η πλευρά του ΠΑΟΚ προκειμένου να μειώσει τη σημασία του τίτλου που κατέκτησε η ΑΕΚ:

1. Ο μύθος του «πρωταθλήματος που κρίθηκε στις δικαστικές αίθουσες»

Όπως όλοι γνωρίζουμε (αλλά κάποιοι καμώνονται πως δεν θυμούνται) η ΑΕΚ ουδεμία δικαστική διευθέτηση επεδίωξε και ουδεμία προσφυγή κατέθεσε για οιονδήποτε λόγο. Αντίθετα, σύρθηκε στα αθλητικά δικαστήρια από τον ίδιο τον ΠΑΟΚ, καλούμενη πλέον de facto να υπερασπιστεί το αυτονόητο συμφέρον της και να αναδείξει την ούτως ή άλλως αυταπόδεικτη αλήθεια σχετικά με το επεισοδιακό ντέρμπι της Τούμπας, που δεν τελείωσε ποτέ. Την δικαστική οδό, επομένως, επέλεξαν άλλοι, όχι η ΑΕΚ!

2. Ο μύθος του «πρωταθλήματος που παίζεται μόνο στους αγωνιστικούς χώρους»

Το ποδόσφαιρο παίζεται στα γήπεδα, όχι μόνο στους αγωνιστικούς χώρους. Αλλιώς, οι έννοιες «εντός έδρας» και «εκτός έδρας» θα έχαναν τη σημασία τους (οι αγωνιστικοί χώροι δεν διαφέρουν από γήπεδο σε γήπεδο!). Στο παιχνίδι συμμετέχουν έμμεσα και οι φίλαθλοι. Όχι μόνο με τις ιαχές τους και την ψυχολογική υποστήριξη που προσφέρουν στην ομάδα τους αλλά και με την εν γένει συμπεριφορά τους, τα θεμιτά όρια της οποίας καθορίζει ο πειθαρχικός κώδικας ποδοσφαίρου, και τις υπερβάσεις των οποίων ορίων τιμωρεί η αθλητική δικαιοσύνη. Ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα έχει, ασφαλώς, η συμπεριφορά των διοικητικών και τεχνικών παραγόντων των ομάδων στη διάρκεια του αγώνα.

Όπως, λοιπόν, ένα αντικανονικό μαρκάρισμα εντός περιοχής μπορεί να κοστίσει μία ήττα σε κάποια ομάδα, το ίδιο μπορεί να κοστίσει και μία αντιαθλητική συμπεριφορά μερίδας φιλάθλων της ή μερικών εκπροσώπων της διοίκησης και του τεχνικού επιτελείου της. Είναι μία κανονική ήττα, όχι μια ήττα «στα χαρτιά», αφού η διακοπή του αγώνα οφείλεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα εντός γηπέδου!

3. Ο μύθος της «πραγματικής βαθμολογίας που αναδεικνύει πρωταθλητή τον ΠΑΟΚ»

Ας δούμε συνοπτικά τα δεδομένα πριν και μετά το διακοπέν παιχνίδι ΠΑΟΚ–ΑΕΚ στο γήπεδο της Τούμπας, το βράδυ της 11ης Μαρτίου 2018. Η ΑΕΚ έχει ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη με έναν «αέρα» +5 βαθμών και γνωρίζοντας ότι θα παίξει μπροστά σε άδειες εξέδρες λόγω τιμωρίας του ΠΑΟΚ για το ματς με τον Ολυμπιακό (το οποίο δεν άρχισε ποτέ για τους γνωστούς λόγους). Μέσα στην άγρια νύχτα, ο αθλητικός δικαστής αποφασίζει να επιστρέψει στον ΠΑΟΚ τους 3 βαθμούς που του είχαν πρωτόδικα αφαιρεθεί, αλλά και να ανοίξει τις θύρες στην Τούμπα.

Η ΑΕΚ, λοιπόν, ξεκινά τελικά το παιχνίδι με πλεονέκτημα +2 βαθμών, χωρίς να έχει ακουστεί η παραμικρή διαμαρτυρία από τη μεριά της. Παίζει καλό ποδόσφαιρο και χάνει σημαντικές ευκαιρίες να προηγηθεί στο σκορ. Ώσπου φτάνουμε στη μοιραία φάση, λίγα λεπτά πριν τη λήξη του παιχνιδιού, όταν ο Βαρέλα σκοράρει για τον ΠΑΟΚ. Βλέποντας το replay της φάσης, ήταν φανερό πως υπήρχε περίπτωση off-side (δεν θα το αναλύσω εδώ). Ο διαιτητής, εν τούτοις, αρχικά κατακυρώνει το τέρμα. Ξαφνικά, ο επόπτης στέλνει σήμα πως κάτι δεν πάει καλά. Δεν γνωρίζουμε τις ενδοσυνεννοήσεις διαιτητή και επόπτη, αυτό όμως που όλοι είδαμε ήταν τον διαιτητή σαφώς να ακυρώνει το τέρμα και τους παίκτες της ΑΕΚ να πανηγυρίζουν και να κατευθύνονται προς την περιοχή τους για να εκτελέσουν ελεύθερο.

Τη στιγμή εκείνη εισβάλλει οργισμένος στον αγωνιστικό χώρο ο πρόεδρος του ΠΑΟΚ, συνοδευόμενος από άνδρες της ασφαλείας του. Αργότερα έγινε γνωστό πως ήταν οπλισμένος με περίστροφο... Παράλληλα, ο τεχνικός διευθυντής των γηπεδούχων κατευθύνεται προς τον διαιτητή και από τις χειρονομίες του γίνεται φανερό ότι του απευθύνεται απειλητικά.

Ο διαιτητής αποφασίζει, ως οφείλει εκ των κανονισμών, την διακοπή του αγώνα και κατευθύνεται στα αποδυτήρια, ακολουθούμενος από τους ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων. Από τη στιγμή εκείνη και μετά δεν βγήκε ποτέ στον αγωνιστικό χώρο για να σφυρίξει την επανέναρξη του αγώνα, πράγμα που σημαίνει την οριστική διακοπή του παιχνιδιού. Για λόγους άγνωστους σε εμάς, εν τούτοις, στο φύλλο αγώνα αντιστρέφει τη χρονική τάξη των γεγονότων, αναφέροντας ότι πρώτα ακύρωσε το γκολ του Βαρέλα και μετά, σε συνεννόηση με τον επόπτη, αποφάσισε να το θεωρήσει έγκυρο! (Γιατί, άραγε, πανηγύριζαν τότε οι παίκτες της ΑΕΚ, και για ποιο λόγο εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο ο πρόεδρος και ο τεχνικός διευθυντής του ΠΑΟΚ;)

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι για την διακοπή του αγώνα ευθύνεται αποκλειστικά η πλευρά των γηπεδούχων, ήταν φυσική η αφαίρεση βαθμών από τον ΠΑΟΚ και η κατακύρωση του παιχνιδιού υπέρ της ΑΕΚ. Ας κάνουμε, όμως, την μεταφυσική υπόθεση ότι ούτε βαθμοί είχαν αφαιρεθεί από τον ΠΑΟΚ, ούτε η ΑΕΚ είχε πάρει «στα χαρτιά» (όπως αρέσκονται κάποιοι να λένε) το παιχνίδι. Αυτό σημαίνει ότι, μετά την Τούμπα, η ΑΕΚ θα είχε απλά διατηρήσει το πλεονέκτημα των +2 βαθμών που είχε από τον ΠΑΟΚ. Στα παιχνίδια που απέμειναν ως τη λήξη του πρωταθλήματος, ο ΠΑΟΚ έκανε μόνο νίκες ενώ η ΑΕΚ έχασε 2 βαθμούς σε ένα παιχνίδι – αγγαρεία στην Κέρκυρα. Έτσι, με βάση την μεταφυσική μας βαθμολογία, ΑΕΚ και ΠΑΟΚ θα τελείωναν το πρωτάθλημα με τους ίδιους βαθμούς. Αλλά, υπάρχει μία λεπτομέρεια: η ΑΕΚ είχε πλεονέκτημα στην ισοβαθμία λόγω της νίκης της επί του ΠΑΟΚ στον πρώτο γύρο. Άρα, ακόμα και αν ο ΠΑΟΚ γλίτωνε τις συνέπειες για τη διακοπή του αγώνα της Τούμπας (πράγμα, φυσικά, αδύνατο) το πρωτάθλημα θα πήγαινε και πάλι στην ΑΕΚ!

Καλοί οι μύθοι, λοιπόν, στο βαθμό που απευθύνονται μόνο σε αφελείς και σε τυφλά φανατισμένους. Και, αν κρίνουμε από τους (συχνά αήθεις) σχολιασμούς που διαβάσαμε στα αθλητικά sites και τα social media, οι κατηγορίες αυτές ευδοκιμούν, δυστυχώς, σε αυτή τη χώρα. Στην εξάλειψη (ή έστω την άμβλυνση) του φαινομένου ελάχιστα συμβάλλει από τη μεριά της η αθλητική (διάβαζε: οπαδική) δημοσιογραφία. Που, αντί να ωθεί τους ανεγκέφαλους να ανέβουν επίπεδο, πέφτει συχνά στο θλιβερό δικό τους...

ΤΟ ΒΗΜΑ