Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Εκεί που το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι πολιτική διαστροφή

Μια μακρινή ανάμνηση από ένα εκπαιδευτικό σύστημα όπου το πανεπιστημιακό άσυλο εφαρμόζεται στην μόνη σωστή του εκδοχή...


Το περιστατικό που θα αφηγηθώ είναι απολύτως αληθινό. Συνέβη κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και υπήρξα αυτόπτης μάρτυς του.

Είχε πάρει να βραδιάζει όταν τέλειωσε το καθιερωμένο βδομαδιάτικο σεμινάριο για μεταπτυχιακούς φοιτητές της Φυσικομαθηματικής Σχολής, σε ένα Πανεπιστήμιο κάπου στα δυτικά των ΗΠΑ. Για λόγους ασφαλείας, ο φύλακας είχε κλειδώσει μερικές δευτερεύουσες εισόδους του κτιρίου, αφήνοντας μόνο την κεντρική και κάποιες πλαϊνές εισόδους ανοιχτές.

Ως γνήσιοι Έλληνες που πάντα αναζητούν το ανορθόδοξο, επιλέξαμε τις δευτερεύουσες εξόδους μη γνωρίζοντας πως ήταν κλειδωμένες. Βλέποντας τον φύλακα να περνά από εκεί, μία φοιτήτρια τον πλησίασε βιαστικά και με σπαστά αγγλικά, δυνατή φωνή και έντονες, «μεσογειακές» κινήσεις, άρχισε να τον ρωτά γιατί η πόρτα ήταν κλειδωμένη.

Ο φύλακας την διέκοψε, ρίχνοντάς της ταυτόχρονα ένα αγριεμένο βλέμμα. Με τόνο αυστηρό που δεν σήκωνε συζήτηση, της είπε:

– Αυτό που μόλις έκανες, να μην το ξανακάνεις! Θα πρέπει να προσέχεις πώς απευθύνεσαι σε άνθρωπο που είναι οπλισμένος και έχει εκπαιδευτεί να βάζει το χέρι στο πιστόλι όταν νιώσει τον παραμικρό κίνδυνο. Κι εσύ ήρθες ξαφνικά από πίσω μου και με αιφνιδίασες μιλώντας έντονα και κάνοντας απότομες κινήσεις. Το ξέρεις ότι θα μπορούσα ακόμα και να σε είχα πυροβολήσει;

Ο φιλότιμος φύλακας, πάντως, ξεκλείδωσε πρόθυμα την πόρτα για να μην ταλαιπωρηθούμε κάνοντας τον γύρο του κτιρίου...

Πιθανή απορία «πολιτικοποιημένου» φοιτητή που σπουδάζει σε πανεπιστήμιο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης:

– Μα, καλά, πώς ανέχονται οι φοιτητικοί σύλλογοι εκεί στην Αμερική την παρουσία οπλισμένων μπάτσων στα πανεπιστήμια;

Η απάντηση είναι απλή και προκαλεί μελαγχολία σε συσχετισμό με όσα θλιβερά συμβαίνουν εδώ και χρόνια στη χώρα μας. Σε ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο, οι φοιτητές δεν εισέρχονται με πρωταρχικό (συχνά αποκλειστικό) σκοπό να ενταχθούν σε κομματικά ελεγχόμενους φοιτητικούς συλλόγους. Δεν χρησιμοποιούν τον πανεπιστημιακό χώρο σαν «επαναστατικό» ορμητήριο και εργαστήριο παρασκευής αυτοσχέδιων εκρηκτικών. Δεν διανοούνται να ακουμπήσουν τους διδάσκοντες – πόσο μάλλον να χειροδικήσουν πάνω τους – ούτε να εισβάλουν στα γραφεία τους καταστρέφοντας συγγράμματα, υπολογιστές και ό,τι άλλο βρουν μπροστά τους, επειδή και μόνο δεν συμφωνούν με τις πολιτικές απόψεις τους. Η ιδέα της «κατάληψης» πανεπιστημιακού χώρου είναι άγνωστη, και μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο (ή, κάποιος που έχει την διαστροφική διάθεση να καταλήξει στη φυλακή)...

Στα αμερικανικά πανεπιστήμια υπάρχει σαφής και απόλυτος διαχωρισμός ρόλων. Ο φοιτητής είναι φοιτητής και ο δάσκαλος είναι δάσκαλος. Είναι αδιανόητο να αξιώνουν οι φοιτητές πάγια και θεσμικά κατοχυρωμένη εκπροσώπηση στα όργανα διοίκησης του πανεπιστημίου. Οι καθηγητές συναποφασίζουν για τις λεπτομέρειες του προγράμματος σπουδών, και οι φοιτητές υποχρεούνται να σεβαστούν τις αποφάσεις τους. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι καθηγητές κωφεύουν στις απόψεις, τις τυχόν ενστάσεις και τα αιτήματα των φοιτητών – κάτι τέτοιο δεν θα ήταν συμβατό με ένα δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα σαν αυτό των ΗΠΑ. Η τελική ευθύνη των αποφάσεων, όμως, βαρύνει αποκλειστικά τους διδάσκοντες.

Ο οπλισμένος φύλακας ενός αμερικανικού πανεπιστημίου τυγχάνει απόλυτου σεβασμού από τους φοιτητές, αφού υπάρχει εκεί για τη δική τους ασφάλεια. Ακόμα και η αμερικανική Αριστερά καλοδέχεται τις υπηρεσίες που προσφέρει και δεν τον αντιμετωπίζει με βάση το γνώριμό μας, συμπλεγματικό μετεμφυλιοπολεμικό δόγμα, «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Τυχόν απουσία φύλακα προκαλεί αίσθημα ανασφάλειας, όχι ανακούφισης, στους φοιτητές!

Οι οποίοι φοιτητές – περιττό που το επισημαίνω – βρίσκονται εκεί με μοναδικό σκοπό να μορφωθούν και να πάρουν εφόδια για τη ζωή τους. Πολλοί μάλιστα εργάζονται στον ελεύθερο χρόνο τους ώστε να καλύψουν τα έξοδα των σπουδών τους. Για κακή τους τύχη, από το πρόγραμμα σπουδών απουσιάζει το μάθημα του «επαναστατικού» χαβαλέ. Το οποίο θα πρέπει να είναι αρκετά ενδιαφέρον, αν κρίνω από το γεγονός ότι είναι το μόνο στο οποίο πολλοί (ευτυχώς όχι οι περισσότεροι) Έλληνες συμφοιτητές τους κατά κανόνα αριστεύουν. Ενίοτε, μάλιστα, φτάνουν να κατακτήσουν ως και υψηλά αξιώματα στην ελληνική πολιτεία!

Έχει αυτή η πολιτεία την θέληση και την δυνατότητα να προστατέψει εκείνους τους πολλούς που μπαίνουν στα πανεπιστήμια της χώρας με αληθινό σκοπό να μορφωθούν; Ή, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, θα εφαρμόσει αποφασιστικά στην πράξη τον πρόσφατο θεσμικό εξορθολογισμό του «πανεπιστημιακού ασύλου», το οποίο είχε μετατρέψει τα πανεπιστήμια σε πολιτικές χωματερές (για να μην χρησιμοποιήσω κάποια άλλη, λιγότερο πολιτικά ορθή έκφραση);

Δύσκολο το βλέπω... Φοβούμαι πως τα γνωστά κουκουλοφόρα τάγματα του «προοδευτικού» χώρου δεν πρόκειται να αφήσουν πεζοδρόμιο αξήλωτο σ’ ολόκληρη την πόλη! Εκτός αν οι (άμεσοι ή έμμεσοι) ιδεολογικοί καθοδηγητές τους έχουν λάβει, πλέον, τα μηνύματα της κοινωνίας. Κι έχουν αποφασίσει να ωριμάσουν πολιτικά...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Άρχουσα τάξη…


Στον Hermann Göring, νούμερο 2 του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία του Χίτλερ, αποδίδεται (εν μέρει τουλάχιστον) η διαβόητη ρήση:

«Εγώ και μόνο θα αποφασίσω ποιος είναι (και ποιος δεν είναι) Εβραίος!»

Είναι κατ’ ουσίαν μία διακήρυξη του υποτιθέμενου δικαιώματός του να κρίνει εκείνος και μόνο για το ποιοι είναι «άξιοι» αφανισμού, και να προχωρεί στην δολοφονική εκτέλεσή τους χωρίς τον παραμικρό φόβο λογοδοσίας απέναντι στους νόμους. Εξ άλλου, στη ναζιστική Γερμανία ο «νόμος» ήταν εκείνος ο ίδιος!

Αν και τα μεγέθη δεν είναι, ασφαλώς, συγκρίσιμα, θυμήθηκα την πιο πάνω ρήση διαβάζοντας πρόσφατα το πόρισμα της λεγόμενης «Επιτροπής Παρασκευόπουλου» για την αντιμετώπιση της βίας στα πανεπιστήμια. Ειδικότερα, για την περίπτωση κλοπών σε πανεπιστημιακούς χώρους το πόρισμα προτείνει μεταξύ άλλων το εξής:

«Ευαισθητοποίηση των φοιτητών και των εκπροσώπων τους ώστε να γίνει σαφές ότι, όταν το θύμα είναι συνάδελφος ή καθηγητής, δεν πλήττεται η άρχουσα τάξη…»

Η παραπάνω φράση, η οποία αναφέρεται σε ηθική διαπαιδαγώγηση νέων ανθρώπων σε θέματα εγκληματικότητας, γεννά δύο ερωτήματα που ζητούν άμεσες απαντήσεις:

1. Πώς ακριβώς ορίζεται η «άρχουσα τάξη» στην οποία αναφέρεται ένα επίσημο πόρισμα (όχι κάποιο ανεύθυνο κείμενο πολιτικού ακτιβισμού, αναρτημένο στα social media); Άρα, με ποια κριτήρια μπορεί κάποιος να αποφασίσει (με λογική Göring) αν ένα υποψήφιο θύμα ληστείας ανήκει ή όχι στην «άρχουσα τάξη», έτσι ώστε να τύχει μίας λιγότερο ή περισσότερο ευαίσθητης αντιμετώπισης από τους δράστες; Επί πλέον, ποιος εγγυάται ότι οι υποψήφιοι δράστες δεν θα κατασκευάζουν κάθε φορά ad hoc κριτήρια που εξυπηρετούν την πράξη τους, βαφτίζοντας το θύμα «εκπρόσωπο της άρχουσας τάξης»; (Παράδειγμα: Ο «συνάδελφος» μπορεί να είναι γιος καναλάρχη ή κόρη μεγαλοβιομήχανου. Όσο για τον καθηγητή, ακούστηκε πως είναι και σύμβουλος στις επιχειρήσεις ενός εκ των προαναφερόμενων μπαμπάδων…)

2. Θα πρέπει, άραγε, να καταλήξουμε στο εφιαλτικό συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με το μήνυμα των συντακτών του πορίσματος σε νέους ανθρώπους με υπό διαμόρφωση συνειδήσεις, οι κλοπές και οι ληστείες (εντός ή εκτός πανεπιστημίων) χάνουν μέρος της ηθικής και νομικής τους βαρύτητας, και άρα δικαιούνται να αντιμετωπίζονται με έναν βαθμό «κατανόησης», όταν με αυτές «πλήττεται η άρχουσα τάξη» – με όποιον τρόπο και αν ορίσουμε την έννοια αυτή; Με απλά λόγια, διδάσκουμε στους μαθητές μας ότι είναι κατά βάση αποδεκτός ένας αλά καρτ σεβασμός στους νόμους, ανάλογα με το αν πλήττονται «αρεστοί» ή «μη αρεστοί» του συστήματος;

Βέβαια, το πόρισμα στο σύνολό του αντανακλά διαχρονικές ιδεοληψίες μίας μερίδας του πολιτικού συστήματος, στην οποία το υπέρμετρα δαιμονοποιημένο δίπτυχο «νόμος και τάξη» εξακολουθεί να ενεργοποιεί – αταβιστικά πλέον – ένα βαθιά ριζωμένο σύνδρομο καταδίωξης. Το επικίνδυνο είναι όταν η μερίδα αυτή κυβερνά. Τότε, το «ανομία και χάος» μπορεί ακόμα και να γίνεται, στην πράξη, νόμος του κράτους…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Κάποιος φύλακας σε Πανεπιστήμιο μακρινό…


Το περιστατικό που θα αφηγηθώ είναι απολύτως αληθινό. Συνέβη κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και υπήρξα αυτόπτης μάρτυς του.

Είχε πάρει να βραδιάζει όταν τέλειωσε το καθιερωμένο βδομαδιάτικο σεμινάριο για μεταπτυχιακούς φοιτητές της Φυσικομαθηματικής Σχολής, σε ένα Πανεπιστήμιο κάπου στα δυτικά των ΗΠΑ. Για λόγους ασφαλείας, ο φύλακας είχε κλειδώσει μερικές δευτερεύουσες εισόδους του κτιρίου, αφήνοντας μόνο την κεντρική και κάποιες πλαϊνές εισόδους ανοιχτές.

Ως γνήσιοι Έλληνες που πάντα αναζητούν το ανορθόδοξο, επιλέξαμε τις δευτερεύουσες εξόδους μη γνωρίζοντας πως ήταν κλειδωμένες. Βλέποντας τον φύλακα να περνά από εκεί, μία φοιτήτρια τον πλησίασε βιαστικά και με σπαστά αγγλικά, δυνατή φωνή και έντονες, «μεσογειακές» κινήσεις, άρχισε να τον ρωτά γιατί η πόρτα ήταν κλειδωμένη.

Ο φύλακας την διέκοψε, ρίχνοντάς της ταυτόχρονα ένα αγριεμένο βλέμμα. Με τόνο αυστηρό που δεν σήκωνε συζήτηση, της είπε:

– Αυτό που μόλις έκανες, να μην το ξανακάνεις! Θα πρέπει να προσέχεις πώς απευθύνεσαι σε άνθρωπο που είναι οπλισμένος και έχει εκπαιδευτεί να βάζει το χέρι στο πιστόλι όταν νιώσει τον παραμικρό κίνδυνο. Κι εσύ ήρθες ξαφνικά από πίσω μου και με αιφνιδίασες μιλώντας έντονα και κάνοντας απότομες κινήσεις. Το ξέρεις ότι θα μπορούσα ακόμα και να σε είχα πυροβολήσει;

Ο φιλότιμος φύλακας, πάντως, ξεκλείδωσε πρόθυμα την πόρτα για να μην ταλαιπωρηθούμε κάνοντας το γύρο του κτιρίου…

Πιθανή απορία «πολιτικοποιημένου» (λέμε τώρα) ελληνάρα φοιτητή που σπουδάζει σε Πανεπιστήμιο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης:

– Μα, καλά, πώς ανέχονται οι φοιτητικοί σύλλογοι εκεί στην Αμερική την παρουσία οπλισμένων μπάτσων στα Πανεπιστήμια;

Η απάντηση είναι απλή και προκαλεί μελαγχολία σε συσχετισμό με τα όσα θλιβερά συμβαίνουν εδώ. Σε ένα αμερικανικό Πανεπιστήμιο, οι φοιτητές δεν εισέρχονται για να ενταχθούν σε κομματικά ελεγχόμενους φοιτητικούς συλλόγους. Δεν χρησιμοποιούν τον πανεπιστημιακό χώρο σαν «επαναστατικό» ορμητήριο και εργαστήριο παρασκευής αυτοσχέδιων εκρηκτικών. Δεν διανοούνται να ακουμπήσουν τους διδάσκοντες – πόσο μάλλον να χειροδικήσουν πάνω τους – ούτε να εισβάλουν στα γραφεία τους καταστρέφοντας συγγράμματα, υπολογιστές και ό,τι άλλο βρουν μπροστά τους, επειδή και μόνο δεν συμφωνούν με τις πολιτικές απόψεις τους. Η ιδέα της «κατάληψης» πανεπιστημιακού χώρου είναι άγνωστη, και μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο (ή, κάποιος που έχει τη διαστροφική διάθεση να καταλήξει στη φυλακή)…

Στα αμερικανικά Πανεπιστήμια υπάρχει σαφής και απόλυτος διαχωρισμός ρόλων. Ο φοιτητής είναι φοιτητής και ο δάσκαλος είναι δάσκαλος. Είναι αδιανόητο να αξιώνουν οι φοιτητές πάγια και θεσμικά κατοχυρωμένη εκπροσώπηση στα όργανα διοίκησης του πανεπιστημίου. Οι καθηγητές συναποφασίζουν για τις λεπτομέρειες του προγράμματος σπουδών, και οι φοιτητές υποχρεούνται να σεβαστούν τις αποφάσεις τους. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι καθηγητές κωφεύουν στις απόψεις, τις τυχόν ενστάσεις και τα αιτήματα των φοιτητών – κάτι τέτοιο δεν θα ήταν συμβατό με ένα δημοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα σαν αυτό των ΗΠΑ. Η τελική ευθύνη των αποφάσεων, όμως, βαρύνει αποκλειστικά τους διδάσκοντες.

Ο οπλισμένος φύλακας ενός αμερικανικού Πανεπιστημίου τυγχάνει απόλυτου σεβασμού από τους φοιτητές, αφού υπάρχει εκεί για τη δική τους ασφάλεια. Ακόμα και η αμερικανική Αριστερά καλοδέχεται τις υπηρεσίες που προσφέρει και δεν τον αντιμετωπίζει με βάση το γνώριμό μας, συμπλεγματικό μετεμφυλιοπολεμικό δόγμα, «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Τυχόν απουσία φύλακα προκαλεί αίσθημα ανασφάλειας, όχι ανακούφισης, στους φοιτητές!

Οι οποίοι φοιτητές – περιττό που το επισημαίνω – βρίσκονται εκεί με μοναδικό σκοπό να μορφωθούν και να πάρουν εφόδια για τη ζωή τους. Πολλοί μάλιστα εργάζονται στον ελεύθερο χρόνο τους ώστε να καλύψουν τα έξοδα των σπουδών τους. Για κακή τους τύχη, από το πρόγραμμα σπουδών απουσιάζει το μάθημα του «επαναστατικού» χαβαλέ. Το οποίο θα πρέπει να είναι αρκετά ενδιαφέρον, αν κρίνω από το γεγονός ότι είναι το μόνο στο οποίο πολλοί (ευτυχώς όχι οι περισσότεροι) Έλληνες συμφοιτητές τους κατά κανόνα αριστεύουν. Ενίοτε, μάλιστα, φτάνουν να γίνουν ακόμα και πρόεδροι κυβερνήσεων!

Θα προστατέψουν ποτέ οι εκπαιδευτικοί θεσμοί μας εκείνους τους πολλούς που μπαίνουν στα Πανεπιστήμια της χώρας με αληθινό σκοπό να μορφωθούν; Ή, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, θα πάρει ποτέ η Πολιτεία τη γενναία απόφαση να καταργήσει, επιτέλους, το άθλιο «πανεπιστημιακό άσυλο» που έχει μετατρέψει τα Πανεπιστήμια σε πολιτικές χωματερές (για να μη χρησιμοποιήσω κάποια άλλη, χυδαία έκφραση);

Χλωμό το βλέπω… Τα κουκουλοφόρα τάγματα του κόμματος (ονόματα δεν λέμε) δεν πρόκειται να αφήσουν πεζοδρόμιο αξήλωτο σ’ ολόκληρη την πόλη!

Aixmi.gr

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ακαδημαϊκός λόγος και ακαδημαϊκή αυταρέσκεια

Στην ποίηση, πρωταρχική σημασία έχει η ωραιότητα του λόγου, η οποία μάλιστα κάποιες φορές καθίσταται αυτοσκοπός. Έτσι, συχνά συναντούμε ποιήματα που εμπεριέχουν υπέροχα λεκτικά ευρήματα, όμως το νόημά τους είναι θολό και δυσνόητο. Άλλες φορές, ακόμα και οι τυπικοί κανόνες του λόγου παρακάμπτονται αν αυτό υπηρετεί καλύτερα το ποιητικό ύφος και την ποιητική αισθητική. Τέτοια περίπτωση είναι το περίφημο Καβαφικό «Επέστρεφε», όπου η αύξηση στην προστακτική αποτρέπει το άχρωμο και αντι-ποιητικό «επίστρεφε».

Από την άλλη μεριά, κύρια αποστολή της επιστήμης είναι η διεύρυνση, ταξινόμηση και καταγραφή της ανθρώπινης γνώσης. Ο επιστημονικός γραπτός λόγος υπηρετεί αυτήν ακριβώς την καταγραφή και είναι το όχημα για τη διάδοση των επιστημονικών γνώσεων. Η ωραιότητα του επιστημονικού λόγου είναι, ασφαλώς, ευπρόσδεκτη όταν και όπου απαντάται, δεν αποτελεί όμως συστατικό εκ των ων ουκ άνευ για τον λόγο αυτό. Ακόμα περισσότερο, στην επιστήμη ο λόγος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εντυπωσιασμού. Εκεί, είναι η ίδια η ανακάλυψη νέας αλήθειας που (οφείλει να) εντυπωσιάζει!

Τέλος, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, αποστολή της είναι το μεθοδικό χτίσιμο της γνώσης στον διδασκόμενο και η καθοδήγησή του ώστε να κάνει χρήση της γνώσης αυτής αυτονομούμενος, τελικά, από τον διδάσκοντα. (Για κάποιους «αιθεροβάμονες» εκπαιδευτικούς, βαθύτερος σκοπός της παιδείας είναι η ανάπτυξη αυτογνωσίας. Η φιλοσοφική αυτή θέση πέρασε, εν τούτοις, στο περιθώριο από τότε που ένας σημαντικός εκπρόσωπός της υποχρεώθηκε να πιει το κώνειο...) Το τι οφείλει να υπηρετεί ο παιδαγωγικός λόγος είναι, νομίζω, αυτονόητο.

Είναι δυνατόν ο επιστημονικός λόγος να είναι ταυτόχρονα και παιδαγωγικός; Αυτό εξαρτάται από δύο παραμέτρους: τη διάθεση του ίδιου του επιστήμονα να διαπαιδαγωγήσει, και τον χώρο που του διατίθεται για να αναπτύξει τη σκέψη του. Παλιά, τα επιστημονικά περιοδικά εκδίδονταν αποκλειστικά σε έντυπη μορφή. Έτσι, πολλά από αυτά έθεταν περιορισμούς στην έκταση ενός επιστημονικού άρθρου, το οποίο δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει έναν μέγιστο αριθμό σελίδων. Αλλά, ακόμα και όταν τυπικά δεν υπήρχαν τέτοιοι περιορισμοί, τα περιοδικά συχνά ζητούσαν από τον συγγραφέα να απαλείψει ολόκληρα κομμάτια από το άρθρο αν αυτά περιείχαν θέματα που ήταν ήδη γνωστά. Όπως είναι φυσικό, μερικές «ξερές» αναφορές στη βιβλιογραφία στο τέλος του άρθρου κάθε άλλο παρά προσέδιδαν σε αυτό παιδαγωγική αξία!

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και τη δυνατότητα διακίνησης επιστημονικών ιδεών σε ηλεκτρονική μορφή, οι περιορισμοί στην έκταση των επιστημονικών άρθρων χαλάρωσαν σημαντικά ή και εξαλείφθηκαν πλήρως. Μάλιστα, και με δεδομένη την άρση των παραπάνω περιορισμών, πολλά επιστημονικά περιοδικά απαιτούν πλέον κάθε υποβαλλόμενο άρθρο να έχει ευρύτερη αναγνωσιμότητα, πέραν του αυστηρά εξειδικευμένου επιστημονικού κοινού στο οποίο το άρθρο πρωταρχικά απευθύνεται.

Η παραπάνω απαίτηση ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο επιστήμων ξεδιπλώνει τις γνώσεις και τις ιδέες του σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα μαζικής επικοινωνίας. Εκεί, απευθύνεται σε ένα ευρύτατο κοινό, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του οποίου θα αδυνατούσε να κατανοήσει μία επιστημονική δημοσίευση του αρθρογράφου σε κάποιο επαγγελματικό περιοδικό. Έτσι, όταν απευθύνεται σε γενικό κοινό, ο επιστήμων οφείλει να είναι και δάσκαλος!

Παραδόξως, οι θετικοί επιστήμονες – που έχουν τη χειρότερη φήμη για το δυσνόητο των θεμάτων τους και την αναπόφευκτη στρυφνότητα της επιστημονικής τους γραφής – είναι εκείνοι που δείχνουν να σέβονται περισσότερο αυτό τον άγραφο νόμο. Παραπέμπω, ως παράδειγμα, στα εξαιρετικής παιδαγωγικής αξίας άρθρα στις φυσικές επιστήμες, τα οποία δημοσιεύονται σε αυτό εδώ το site και την αντίστοιχη κυριακάτικη εφημερίδα.

Αυτό που μερικές φορές προσωπικά με προβληματίζει είναι η ανάγνωση σε ειδησεογραφικά φύλλα, ή σε sites του Διαδικτύου, κάποιων κειμένων ακαδημαϊκής φύσης στην περιοχή των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Εκεί ο λόγος μοιάζει να υπηρετεί όχι τόσο τη διάδοση ιδεών και γνώσεων, όσο την αυτάρεσκη ανάγκη του αρθρογράφου να εντυπωσιάσει για την ευρηματικότητα των γλωσσικών του επινοήσεων. Έτσι, διαβάζουμε κείμενα στα οποία δεσπόζουν οι (συχνά ad hoc) νεολογισμοί και τα υπερ-σύνθετα λεκτικά σχήματα, αφήνοντας στο τέλος τον μέσο αναγνώστη να αναρωτιέται «τι θέλει να πει ο ποιητής» – κατά τη γνωστή έκφραση – αν όχι να αισθάνεται ολότελα ηλίθιος! Θα έλεγε κάποιος ότι απώτερος στόχος των ακαδημαϊκών αυτών είναι να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον μέσω δημόσια εκτιθέμενου λόγου, υπερθεματίζοντας αλληλοδιαδόχως σε ανούσια πολυπλοκότητα που οδηγεί, τελικά, σε νοηματική κενότητα.

Οι υπηρετούντες την ακαδημαϊκή εκπαίδευση διακατεχόμαστε στην πλειονότητά μας από ένα βαθύτερο, ανομολόγητο σύμπλεγμα. Αισθανόμαστε ότι ο «μύθος» μας απειλείται κάθε φορά που τολμούμε να γίνουμε κατανοητοί σε όσους δεν μοιράζονται την ίδια με εμάς επιστημονική εξειδίκευση. Έτσι, π.χ., ένα άρθρο σε κάποια ειδική περιοχή των μαθηματικών οφείλει να είναι δυσνόητο έως πλήρως ακατανόητο σε όποιον δεν διαθέτει ως ελάχιστη προϋπόθεση ένα διδακτορικό στην περιοχή αυτή! Επίσης – αυτό το γνωρίζουν καλά οι αναγνώστες – ένα φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό, ιστορικό, κλπ., άρθρο γραμμένο από εκπρόσωπο του ακαδημαϊκού χώρου σε μια εφημερίδα ή κάποιο ειδησεογραφικό site ευρείας επισκεψιμότητας, δεν επιτρέπεται να περιέχει ακατάληπτους νεολογισμούς και δυσνόητες ορολογίες σε ποσοστό μικρότερο του 10-20% (το λέω, ασφαλώς, καθ’ υπερβολήν και με αίσθηση πικρού χιούμορ). Έτσι, πολλά δημοσιευμένα άρθρα τείνουν να μοιάζουν με αυτάρεσκα επαγγελματικά «ραβασάκια» που ανταλλάσσονται υπερήφανα από ακαδημαϊκούς, με απώτερο στόχο τον εντυπωσιασμό εαυτών και αλλήλων.

Αυτό που δεν πρέπει, όμως, να ξεχνούμε είναι ότι ο Δάσκαλος (με δέλτα κεφαλαίο) δεν εξασκεί απλά ένα επάγγελμα αλλά υπηρετεί ένα λειτούργημα. Ο παιδαγωγικός του ρόλος, επομένως, δεν εξαντλείται μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας αίθουσας διδασκαλίας ή ενός αμφιθεάτρου, ούτε μέσα σε προκαθορισμένα ωράρια εργασίας, αλλά εκτείνεται κάθε στιγμή σε κάθε του επαφή με την κοινωνία. Ο ρόλος του δασκάλου είναι να φωτίζει τον δρόμο προς την αλήθεια, όχι το ίδιο του το πρόσωπο προς τέρψη του «εγώ» του και ικανοποίηση της ματαιοδοξίας του.

Αυτή η τελευταία αδυναμία θα μπορούσε, ίσως, να συγχωρηθεί στους ποιητές. Αυτοί όμως ούτως ή άλλως δεν μπορούν – ίσως κι ούτε πρέπει – να κρίνονται με τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα. Στους κοινούς θνητούς που έχει ανατεθεί το βάρος της παιδαγωγικής καθοδήγησης της κοινωνίας (όχι μόνο εκείνου του μικρού τμήματός της που χωρά σε ένα αμφιθέατρο) αντιστοιχούν διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια. Και, σε αντίθεση με ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε, οι σημαντικότεροι κριτές μας δεν είναι οι φοβεροί referees των επιστημονικών περιοδικών: Είναι όσοι δίψασαν να μάθουν, μα τους αφήσαμε διψασμένους και με πρόσθετο το αίσθημα της αυτοαμφισβήτησης...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

Ορίζοντας τον έρωτα: ένα Λιαντινικό αίνιγμα


Στο κεφάλαιο με τίτλο «Μικρός Κριτής» του βιβλίου «Γκέμμα», τελευταίου και πιο σημαντικού, από φιλοσοφική και λογοτεχνική άποψη, συγγράμματος του Δημήτρη Λιαντίνη, ο φιλόσοφος προτείνει τον πιο αινιγματικό, ίσως, ορισμό της έννοιας του έρωτα που θα μπορούσε κάποιος να επινοήσει:

«Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις»

(χωρίς τόνο στο «του» – κι αυτό έχει τη σημασία του, όπως θα δούμε αργότερα). Αλλά, να φεύγεις πώς;

«Έτσι, που η σφαγή που θα νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από τη σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις» («Γκέμμα», σελ. 170).

Ο Λιαντίνης δεν δείχνει πρόθυμος στη συνέχεια να αναλύσει περαιτέρω τον – κάθε άλλο παρά συμβατικό – ορισμό του. Περιγράφει με απίστευτη λογοτεχνική δεινότητα την ερωτική συμπεριφορά (κυρίως σε ό,τι αφορά τον άντρα), όμως η ίδια η έννοια του έρωτα, έτσι όπως εκείνος επιχειρεί να την ορίσει, παραμένει αινιγματική.

Οι ακαδημαϊκοί του φιλοσοφικού χώρου, που θα μπορούσαν ίσως να μας δώσουν μια αξιόπιστη ερμηνεία του ορισμού, απέφυγαν, γενικά, να ασχοληθούν στο βάθος που θα έπρεπε με το έργο του Λιαντίνη. (Κάτι ήξεραν: Κάποιοι από τον ακαδημαϊκό χώρο των θετικών επιστημών, που επιχείρησαν να μιλήσουν με όχι προσωπολατρικό τρόπο για τον Λιαντίνη, το πλήρωσαν με σκληρές επιθέσεις εναντίον τους – συχνά στα όρια του προσωπικού εξευτελισμού – από τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του φιλοσόφου...)

Από την άλλη, οι μαθητές και, εν γένει, οι θαυμαστές του Λιαντίνη αντιμετωπίζουν τον ορισμό αυτό του έρωτα ως θέσφατο, είτε αποφεύγοντας να τον ερμηνεύσουν με τρόπο πειστικό, είτε ακόμα και δίνοντας αυθαίρετες ερμηνείες (κάπου διάβασα, π.χ., ότι «πρέπει να βρίσκουμε τη δύναμη να φεύγουμε από μια ερωτική σχέση που μας πληγώνει»!). Δεν γνωρίζω αν ο ίδιος ο Λιαντίνης έδωσε μια εξήγηση σε κάποια από τις διαλέξεις του (ας με διαφωτίσουν εδώ οι αναγνώστες). Η μελέτη του βιβλίου, πάντως, δεν οδηγεί σε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα...

Το βέβαιο είναι ότι ο αινιγματικός αυτός ορισμός δεν επιδέχεται μονοσήμαντη κι απόλυτη ερμηνεία. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να προτείνουμε κάποιες δικές μας ερμηνείες, χωρίς να ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι θα τις προσυπέγραφε ο ίδιος ο Λιαντίνης! Αυτό που θα ήθελα, πάντως, να τονίσω εξαρχής είναι ότι δεν συνδέω τον ορισμό αυτό του Λιαντίνη με τον γνωστό Λιαντινικό συσχετισμό του έρωτα με την καταστροφή, την οδύνη και τον θάνατο. Αυτά μπορεί να αποτέλεσαν και να αποτελούν αντικείμενα της Τέχνης, το ίδιο το βίωμά τους, όμως, δεν μπορεί να συνιστά τέχνη! Και ο Λιαντίνης ζύγιζε πολύ προσεχτικά τις λέξεις του...

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Ο φιλελευθερισμός και το τέλος της ηθικής


Το περιστατικό είναι αυθεντικό: Η «ψυχή» της γυναικοπαρέας είχε κέφια καθώς αφηγείτο με κομπασμό μια πρόσφατη εμπειρία της. Είχε βρεθεί τις προάλλες προσκεκλημένη σε δείπνο από ένα ζευγάρι γνωστών. Η οικοδέσποινα αντιμετώπιζε από καιρό σοβαρό πρόβλημα υγείας που της είχε προκαλέσει αναπηρία και την υποχρέωνε σε μερική ακινησία. Θέλοντας να προβάλει εμφατικά τη δική της καλή κατάσταση υγείας και την άριστη κινητικότητά της, η «ψυχή» άρχισε να χορεύει προκλητικά υπό τους ήχους της μουσικής του ραδιοφώνου και υπό το λάγνο βλέμμα του (προφανώς, στερημένου) κυρίου και το μελαγχολικό εκείνο της (ήδη παραιτημένης από τη ζωή) κυρίας…

Κάποιοι αναγνώστες θα μιλήσουν για την πιο απεχθή μορφή ανηθικότητας. Δεν θα διαφωνήσω μαζί τους. Θα επισημάνω, εν τούτοις, ότι η αυτοσχέδια χορεύτρια εξάσκησε ένα απόλυτα κατοχυρωμένο δικαίωμά της: να ορίζει η ίδια την κίνηση του σώματός της. Εκτός αυτού, δεν προκάλεσε την παραμικρή επιπρόσθετη σωματική βλάβη στην ανάπηρη κυρία. Ο χορός της προσκεκλημένης αποτελεί μια γνήσια έκφραση φιλελευθερισμού. Το αν είναι ή όχι ηθική πράξη, είναι μια άλλη ιστορία που αφορά, ίσως, τους θεολόγους. Ή τους οπισθοδρομικούς φιλοσόφους…

Διαβάστε τη συνέχεια...

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Σκέψεις με αφορμή το τελευταίο μάθημα του Δημήτρη Λιαντίνη


Σε μία πρόσφατη περιδιάβαση στο YouTube, είδα (ή μάλλον, άκουσα) και πάλι μια γνώριμή μου διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη. Ίσως τη συγκλονιστικότερη που έδωσε ποτέ, αφού ήταν η τελευταία του, στην οποία κατ’ ουσίαν προανήγγειλε το καλά μελετημένο τέλος του. Είχα την ευκαιρία, έτσι, να ρίξω ξανά μια ματιά και στα σχόλια των επισκεπτών της ιστοσελίδας. Ανάμεσα στις αμέτρητες προσωπολατρικές μεγαλοστομίες, διέκρινα και μία αλλιώτικη σκέψη, διατυπωμένη με λόγο σχεδόν απλοϊκό – όσο απλή είναι συχνά κι η ίδια η αλήθεια:

«Ίσως φοβόταν τα γεράματα και ήθελε να τον θυμούνται νέο...»

Στο σχόλιο είχε σπεύσει να απαντήσει μια γυναίκα. Από εκείνες, πιθανώς, που, αθεράπευτα ερωτευμένες με την εικόνα – και όχι τόσο με την ίδια τη σκέψη – του φιλοσόφου, τον λάτρεψαν σαν επίγειο θεό. Και επιχειρούν να «υπερασπιστούν», όπως φαντάζονται, την υστεροφημία του με κάθε μέσο, ακόμα κι αν αυτό άπτεται της απόλυτης χυδαιότητας:

«Αν αυτό κατάλαβες, μάλλον έχει σκατά το κεφάλι σου!»

Όταν πρωτοδιάβασα τον διάλογο, είχα παρέμβει με δικό μου απαντητικό σχόλιο απευθυνόμενος όχι προς την εξ ειδωλολατρικής υστερίας διακατεχόμενη θαυμάστρια του Λιαντίνη, αλλά προς τον ίδιο τον αρχικό σχολιαστή. Αφού του συνέστησα να αγνοεί τις ύβρεις των εμπαθών, οι οποίες μπορεί να έχουν θέση σε γήπεδα ή σε κομματικές συγκεντρώσεις αλλά όχι σε σελίδες εκπαίδευσης και φιλοσοφίας, του επεσήμανα ότι η τοποθέτησή του φαίνεται βάσιμη αν κάποιος διαβάσει προσεκτικά και αποκωδικοποιήσει σωστά τα γραφόμενα του ίδιου του Λιαντίνη.

Η επίδραση που άσκησε η προσωπικότητα του Σωκράτη πάνω στον Λιαντίνη είναι ολοφάνερη στο κύκνειο άσμα του τελευταίου, τη Γκέμμα. Αυτό που διδάσκεται κανείς από τον Λιαντίνη είναι ότι ο φόβος του θανάτου είναι ασυγκρίτως περισσότερο διαχειρίσιμος από το φόβο της παρακμής που αναπόφευκτα φέρνουν μαζί τους τα γηρατειά και η αρρώστια. Η «απόδραση» από τη ζωή, λοιπόν, «πρέπει» να γίνεται έγκαιρα, όσο ακόμα ο άνθρωπος βιώνει τη ζωή του με αξιοπρέπεια. Το δρόμο, άλλωστε, είχε δείξει χιλιάδες χρόνια πριν ο ίδιος ο Σωκράτης!

Αν κάποιος δει τη ζωή από καθαρά βιολογική σκοπιά, θα πρέπει εξ ορισμού να προσεγγίσει το φαινόμενο της φυσικής παρακμής – αυτό που τόσο τρόμαζε τον Λιαντίνη – μέσα από τους ίδιους τους νόμους της Φύσης. Η σκέψη αυτή μου φέρνει στο νου ένα άρθρο δημοσιευμένο κοντά πέντε χρόνια πριν στο «Βήμα». Παρουσιάζω εδώ κάποιες από τις ιδέες του σε ένα κατά τα άλλα πλήρως αναθεωρημένο κείμενο. Το εναρκτήριο ερώτημα του άρθρου, το οποίο επέλεξα να διατηρήσω στην παρούσα εκδοχή του κειμένου, αντανακλά την αγωνία της εποχής εκείνης. Ήταν τα πρώτα χρόνια της «κρίσης», τότε που είχαμε ακόμα τη δύναμη (ή τη διάθεση) ν’ αγωνιούμε...

------------------------------------------------

Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ στην επίφαση ευτυχίας που γνωρίζαμε; Ή θ’ αποχαιρετήσουμε για πάντα – με αξιοπρέπεια, έστω – την Αλεξάνδρεια;

Στη Θερμοδυναμική (περιοχή της Κλασικής Φυσικής) δεσπόζουν δύο θεμελιώδεις νόμοι. Ο Πρώτος Θερμοδυναμικός Νόμος αφορά τη διατήρηση της ενέργειας και, στην πιο απλή του διατύπωση, ηχεί ως αυτονόητος: «Η ενέργεια που προσφέρουμε σε ένα σύστημα είναι ισόποση με την αύξηση του ενεργειακού αποθέματος του συστήματος.» Αν ο νόμος αυτός ήταν ο μοναδικός που δέσμευε την ύλη κατά τις μεταβολές της, ο κόσμος που ξέρουμε θα ήταν πολύ διαφορετικός. Θα υπήρχε, π.χ., τρόπος να μη γερνάμε ποτέ (ίσως και να γίνουμε αθάνατοι), ενώ ο προϊστορικός άνθρωπος θα είχε ανακαλύψει την ψύξη και τον κλιματισμό με την ίδια ευκολία που έμαθε να ζεσταίνεται απ’ τη φωτιά!

Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής βάζει τέλος σε τέτοιες φιλοδοξίες. Αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να αναιρεθούν, πως το ποτάμι μερικών φαινομένων δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Έτσι, π.χ., ενώ ένα ζεστό σώμα μπορεί αυθόρμητα να δώσει λίγη από τη ζέστη του σε ένα πιο κρύο, το αντίθετο είναι απίθανο να συμβεί: ένα κρύο σώμα δεν μπορεί, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, να δώσει μέρος από τη λιγοστή του θερμότητα(*) σε ένα ζεστό, έτσι που το ένα να γίνει ακόμα πιο κρύο και το άλλο ακόμα πιο ζεστό. Η ζέστη φεύγει και δεν γυρίζει ποτέ πίσω από μόνη της. Το ίδιο και η νεότητα στον άνθρωπο, που φεύγει ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω της τη φθορά που οδηγεί στο γήρας και το θάνατο. Φαίνεται πως η συνειδητότητα αυτής της τελευταίας αλήθειας ήταν που κατηύθυνε τα υπαρξιακά βήματα του Σωκράτη στο κλείσιμο της επίγειας ζωής του. Όπως, ίσως, και αυτά του Δ. Λιαντίνη...

Η βασική φιλοσοφία του νόμου είναι απλή: Αν βάλεις ένα φυσικό σύστημα σε τάξη και μετά το αφήσεις στην τύχη του, το πιο πιθανό είναι πως η τάξη αυτή θα χαθεί. (Αυτό το γνωρίζουν καλά οι μητέρες που συγυρίζουν καθημερινά τα δωμάτια των παιδιών τους!) Αντίθετα, είναι απίθανο το σύστημα αυτό να μεταβεί αυθόρμητα από την αταξία πίσω στην τάξη. Θα πρέπει η υπομονετική μητέρα να συγυρίσει και πάλι το δωμάτιο.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλοι οι φόβοι στον άνθρωπο σχετίζονται με το αμετάστρεπτο, την αδυναμία του να αναιρέσει μεταβολές που δεν του είναι επιθυμητές. Η ζωή μας είναι γεμάτη από αγωνίες για όλων των ειδών τις ισορροπίες που μπορεί να ανατραπούν ανεπανόρθωτα. Ανησυχούμε για τη φυσική μας κατάσταση και γι’ αυτή των αγαπημένων μας προσώπων, για τη φθορά των υλικών αγαθών που με θυσίες αποκτήσαμε, για τις οικονομίες που μαζέψαμε μια ζωή και μπορεί να χαθούν μέσα σε μία νύχτα, για την κοινωνική υπόληψη που με κόπο χτίσαμε και μπορεί να απειληθεί θανάσιμα από έναν λάθος χειρισμό ή μια κακοτυχία...

Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων οδηγεί μοιραία σε ένα αίσθημα ματαιότητας.

Όμως, πόσο μάταιο είναι ένα ταξίδι στην Ιθάκη; Το ερώτημα γίνεται ρητορικό, και η υπονοούμενη απάντηση αισιόδοξη, αν ορίσουμε τη ζωή όχι ως πεδίο άνισης – και εν τέλει άσκοπης – μάχης ενάντια στην παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου, αλλά ως πορεία αυτεπίγνωσης που, στο τέλος της, οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Όπου «αιώνιο» εννοούμε εδώ το άχρονο, αφού ο χρόνος (όπως κι ο χώρος) είναι απλά μια φυσική διάσταση που εφηύρε ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα φαινόμενα που τον περιβάλλουν.

Η Ιθάκη μπορεί, επομένως, να είναι η ίδια η κατάκτηση της αθανασίας. Έστω κι αν, στη στερνή γραφή του, ένας σύγχρονος φιλόσοφος και διάσημος δραπέτης της ζωής χαρακτήρισε «πιθήκους» εκείνους που τολμούν να το πιστέψουν!

------------------------------------------------

Εν είδει (εκτενούς, ομολογώ) υστερόγραφου, θα ήθελα να απευθυνθώ σε φανατικούς θαυμαστές του Λιαντίνη που υπηρετούν το δόγμα πως κανείς δεν δικαιούται να μιλά γι’ αυτόν αν δεν τον εκθειάζει. Αυτό μειώνει το ακαδημαϊκό ανάστημα του Λιαντίνη, και εξηγώ το γιατί:

Ελάχιστα τιμούν έναν επιστήμονα διθυραμβικές κραυγές του τύπου «μπράβο Δάσκαλε, τι ωραία που τα λες και πόσο σε θαυμάζω»! Η όποια αξιολόγησή του, η οποία άλλωστε αναδεικνύει και τη σπουδαιότητά του, γίνεται αποκλειστικά μέσω της κριτικής. Και, όσο αυστηρότερη είναι η κριτική, τόσο περισσότερο καταδεικνύεται η σοβαρότητα – άρα και το κύρος – της αξιολόγησης. Και τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η αξία του κρινόμενου!

Επέλεξα να προσεγγίσω τον Λιαντίνη με όρους καθαρά ακαδημαϊκούς, όχι από τη σκοπιά ενός «ειδωλολάτρη». Αυτό δεν μου το συγχώρησαν κάποιοι φανατικοί θαυμαστές του, ακόμα κι αν ήταν φίλοι (εξαιρώ εδώ την αγαπητή φίλη Ελένη Α., που κατόρθωσε τελικά να κάνει τις αναγκαίες υπερβάσεις...). Δέχθηκα, επίσης, την κριτική πως έκρινα ένα συγκεκριμένο βιβλίο του Λιαντίνη χωρίς να συνεκτιμήσω το σύνολο του έργου του. Και αυτή η άποψη, όμως, αντίκειται στην επιστημονική πρακτική.

Πράγματι, κάθε ακαδημαϊκό πόνημα κρίνεται αυτόνομα, όχι ως απλό τμήμα μιας ενιαίας κι αδιαίρετης προσωπικής βιβλιογραφίας. Όταν στέλνω ένα άρθρο μου σε ένα επιστημονικό περιοδικό για δημοσίευση, ο κριτής δεν οφείλει να αξιολογήσει το σύνολο του επιστημονικού έργου μου παρά μόνο το πολύ συγκεκριμένο κείμενο που βρίσκεται στα χέρια του. Έχει συμβεί, άλλωστε, κι ο ίδιος ο Αϊνστάιν να πει πράγματα που δεν ήταν απόλυτα σωστά!

Σημειώνω, τελειώνοντας, ότι οπαδούς χρειάζονται οι θρησκείες, τα πολιτικά κόμματα και οι ποδοσφαιρικές ομάδες. Όχι οι φιλόσοφοι! Αυτούς τους τελευταίους ελάχιστα τους τιμά κανείς με προσωπολατρικές υπερβολές, κι ακόμα λιγότερο με οργισμένες χυδαιολογίες προς τους αντιφρονούντες, σαν εκείνη της «θαυμάστριας» που συνέταξε το υβριστικό σχόλιο στο YouTube. Οι φιλόσοφοι (αυτοί, τουλάχιστον, που θαύμαζε ο ίδιος ο Λιαντίνης) δείχνουν κατεύθυνση στοχασμού, δεν παράγουν θέσφατα. Και μας προτρέπουν να τους προσεγγίζουμε πάντοτε με κριτική σκέψη. Γιατί μόνο έτσι θα τους ανακαλύψουμε αληθινά!


(*) Για τους σχολαστικούς: Βάλτε εδώ «εσωτερική ενέργεια» ή «θερμική ενέργεια», στη θέση της λέξης «θερμότητα».

Aixmi.gr

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Γράμμα στην Έλεν...


Το σπίτι ήταν παλιό, όμως διατηρούσε κάτι από την περασμένη του αρχοντιά. Το τρίξιμο της σιδερένιας αυλόπορτας έκανε την Έλεν ν’ ανατριχιάσει κάπως (η γιαγιά είχε πάψει προ πολλού να ασχολείται με τέτοια μικρο-ζητήματα). Ανέβηκε με κάποιο δισταγμό τα πέντε-έξι σκαλιά της εισόδου και έβαλε, τελικά, το κλειδί στην πόρτα...

Ο χώρος έμοιαζε από καιρό αφρόντιστος κι η μυρωδιά της κλεισούρας δέσποζε παντού. Είχε καιρό, είναι αλήθεια, να επισκεφθεί τη γιαγιά και σκόπευε να το κάνει κάποια στιγμή το καλοκαίρι. Δικαιολογούσε τον εαυτό της λέγοντας μέσα της πως οι δυο τους ζούσαν τώρα σε διαφορετικές πολιτείες που βρίσκονταν σε απόσταση η μία από την άλλη. Η αλήθεια είναι πως δεν άντεχε να βλέπει τη διαπρεπή νομικό και άλλοτε «σιδηρά κυρία» του Κοινοβουλίου, που κατατρόπωνε με τους πύρινους λόγους της κάθε πολιτικό αντίπαλο, να παρακμάζει ολοένα και πιο πολύ από μια αρρώστια που, εκτός των άλλων, ρουφούσε άπληστα ό,τι είχε απομείνει από τη δύναμη του μυαλού της.

Και να που, μετά από χρόνια, βρισκόταν πάλι στο σπίτι της γιαγιάς. Αυτό που της άφησε κληρονομιά φεύγοντας για άλλες, συμπαντικές πολιτείες...

Σκέφτηκε με απόγνωση το χρόνο που θα της έπαιρνε να ξεδιαλέξει τα πράγματα που θα ‘πρεπε να πεταχτούν πριν αρχίσει η ανακαίνιση του παλιού αρχοντικού. Καθώς ψαχούλευε μηχανικά διάφορα μικροαντικείμενα, το μάτι της έπεσε σε ένα παλιό συρτάρι. Έκανε να το ανοίξει μα αυτό είχε σχεδόν κολλήσει από τη σκόνη και την πολυκαιρία. Στο τέλος τα κατάφερε. Ήταν το μέρος που η γιαγιά φύλαγε παλιές επιστολές. Οι περισσότερες ήταν γράμματα από φίλους και ευχετήριες κάρτες, μία όμως της τράβηξε την προσοχή.

Στο πάνω μέρος του κιτρινισμένου χαρτιού υπήρχε ευδιάκριτος ο λογότυπος του Τμήματος Νομικής ενός μεγάλου πανεπιστημίου που βρισκόταν σε κάποια πολιτεία στα βορειοανατολικά. Κάτω από την ιδιόχειρη υπογραφή, στο τέλος της επιστολής, ήταν τυπωμένο το όνομα ενός γνωστού καθηγητή της γιαγιάς από την εποχή που εκείνη σπούδαζε ακόμα νομικά στο πανεπιστήμιο.

Η περιέργεια νίκησε το άγχος για τον λιγοστό διαθέσιμο χρόνο, και η Έλεν ξεκίνησε να διαβάζει τα λόγια που απευθύνονταν κάποτε σε κάποια άλλη Έλεν, πάνω-κάτω στη δική της νεαρή ηλικία...

----------------------------------------

Αγαπημένη μου Έλεν,

Θα αφήσω αυτή την επιστολή στη γραμματεία του πανεπιστημίου, αφού δεν γνωρίζω πού αλλού να τη στείλω ώστε να σε βρει. Ελπίζω τούτη τη στιγμή να τη διαβάζεις ήδη.

Μη φανταστείς πως σου γράφω για να σε νουθετήσω ή να σε μαλώσω. Όχι, δεν έχω τέτοιες προθέσεις. Άλλωστε, σ’ εσάς τους μαθητές μου λέω πάντα πως πριν από κάθε άλλον οφείλει κανείς να κρίνει τον εαυτό του τον ίδιο!

Θέλω λοιπόν απλά να σου ζητήσω συγνώμη. Γιατί, φάνηκα λίγος για το καθήκον που μου ανατέθηκε όταν πήρα στα χέρια μου μια νεαρή, φιλόδοξη και άκρως ευφυή πρωτοετή φοιτήτρια με αποστολή να την καθοδηγήσω ως δάσκαλος μέχρι το τέλος της διαδρομής. Κι αυτό που αποδίδω πίσω στην κοινωνία είναι όχι μία νέα επιστήμων αλλά ένα άτομο απογοητευμένο, διαψευσμένο, παραιτημένο...

Αποδείχθηκα ανάξιος να σε πείσω για την ίδια σου την αξία, να σε θωρακίσω απέναντι σε κάθε κακόβουλη και άδικη κριτική, να σε δυναμώσω όσο χρειαζόταν για να αγνοήσεις τους μικρούς και τους δόλιους και να προχωρήσεις δίχως φόβο κι αμφιβολία στο σκοπό σου.

Φάνηκα μικρός, ελάχιστος, μπροστά στην πρόκληση που μου παρουσιάστηκε, που ήταν τύχη μαζί και ευλογία: Λίγο πριν το ξημέρωμα του εικοστού αιώνα, να είναι μια δική μου μαθήτρια η πρώτη γυναίκα που θα αποφοιτούσε ως νομικός από τούτο εδώ το παραδοσιακά ανδροκρατούμενο πανεπιστήμιο. Και – ποιος ξέρει; – ίσως κάποια μέρα ακόμα και η πρώτη γυναίκα πολιτικός σ’ αυτή την πολιτεία!

Πρέπει, εν τούτοις, να παραδεχθώ ότι πρόσφερες ανείπωτη χαρά στους συμφοιτητές σου. Έβλεπα χθες πόσο έλαμπαν τα πρόσωπά τους μόλις μαθεύτηκε η πρόθεσή σου να παραιτηθείς από τις σπουδές σου και να φύγεις από το πανεπιστήμιο. Τελικά, οφείλω να υποκλιθώ στη μεθοδικότητα και την αποτελεσματικότητά τους! Πέτυχαν να απαλλαγούν από μια ενοχλητική παρουσία και, ταυτόχρονα, να δικαιώσουν τη διάχυτη αμφισβήτηση που υπάρχει για την ικανότητα της γυναίκας να στέκει ορθή μπρος στις προκλήσεις και να φτάνει στην εκπλήρωση των στόχων της.

Ένα είναι βέβαιο: Θα σε καταγράψει η ιστορία σαν τη μοναδική περίπτωση γυναίκας που τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα αυτού του πανεπιστημίου. Γιατί, σίγουρα δεν θα υπάρξει άλλη μετά τη φυγή σου. Και δεν λέω «μετά την αποτυχία σου», αφού ο αληθινά αποτυχημένος θα είμαι εγώ, ο δάσκαλός σου!

Να είσαι πάντα ευτυχισμένη όπου κι αν βρεθείς. Αν και στο βάθος ελπίζω ακόμα πως αύριο, μπαίνοντας στο αμφιθέατρο, θα σε βρω στη γνώριμη θέση σου, έτοιμη να μου δυσκολέψεις όπως πάντα τη ζωή με τις διαπεραστικές απορίες κι ερωτήσεις σου...

Ο δάσκαλός σου,
Καθηγητής C.J.P.

--------------------------------

Η Έλεν θυμήθηκε τότε τα αινιγματικά λόγια που της είχε πει κάποτε η γιαγιά της δίχως να δώσει άλλη εξήγηση:

«Αν ποτέ νιώσεις την ανάγκη να το βάλεις κάτω, θυμήσου τούτο: Όση αλήθεια κι αν βρίσκεται στο φως των αστεριών, υπάρχει πάντα μια μεγαλύτερη Αλήθεια που κρύβεται μέσα σου. Κι αν δεν μπορείς να τη δεις, αφέσου στα χέρια εκείνων που θα σου φωτίσουν το δρόμο!»

Δίπλωσε προσεχτικά το γράμμα και το έβαλε με μια αργή, σχεδόν τελετουργική κίνηση στην τσάντα της...

* Το κείμενο βασίζεται σε μια ιδέα του Αριστείδη Μαγουλά.

Aixmi.gr

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Πόσο στ’ αλήθεια χαιρόμαστε σε μια κηδεία;

Σε προηγούμενο άρθρο επιχειρήσαμε μια κριτική παρουσίαση της ιστορικής διάλεξης του Δημήτρη Λιαντίνη με θέμα: «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου». Μεταξύ άλλων, σταθήκαμε με αίσθημα σκεπτικισμού απέναντι στην υιοθέτηση, εκ μέρους του Λιαντίνη, της Φροϋδικής ψυχαναλυτικής άποψης σύμφωνα με την οποία βιώνουμε ένα αίσθημα κατάφασης (ένα βαθιά κρυμμένο «αίσθημα χαράς») σε μια κηδεία – ακόμα κι αυτήν ενός προσφιλούς προσώπου – υπό το κράτος της ανακούφισης που προκαλεί η συνειδητότητα ότι εμείς είμαστε ζωντανοί.

Τον προβληματισμό μου αυτό (όπως και, γενικότερα, το σύνολο της κριτικής τοποθέτησής μου πάνω στη διάλεξη) έσπευσαν, όπως ήταν φυσικό, να αντικρούσουν οι θαυμαστές και οι λάτρεις του Λάκωνα φιλοσόφου (ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ήταν η ανάλυση της Ελένης Αθανασούλη). Κάποιοι φίλοι του Λιαντίνη, μάλιστα, περιέγραψαν το προηγούμενο άρθρο μου ως «ένα ακόμα παραλήρημα του γνωστού γραφικού»!

Θα ήθελα, εν τούτοις, να επανέλθω στο επιμέρους θέμα της «βαθιά κρυμμένης χαράς ενώπιον του αλλότριου θανάτου», καταθέτοντας μερικές ακόμα προσωπικές σκέψεις...

Διαβάστε τη συνέχεια...

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Σκέψεις πάνω σε μια διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη

Ως αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης, ο Δημήτρης Λιαντίνης είναι πάντα επίκαιρος. Έτσι, πιστεύω πως δεν είναι ποτέ «πολύ αργά» για να μιλήσει κάποιος γι’ αυτόν. Παρακολούθησα πρόσφατα, για μία ακόμα φορά, την ιστορική διάλεξή του με θέμα: «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου» (δείτε το video που παρατίθεται στο τέλος). Ο Λιαντίνης παρομοίασε τη διάλεξη με επιστημονικό «συμπόσιο», κάτι που ασφαλώς δεν ήταν. (Σημειώνω, για την ιστορία, ότι το κοινό αποτελείτο από στρατιωτικούς γιατρούς.)

Βλέποντας τη διάλεξη, θαύμασα και πάλι την ευρυμάθεια και το έξω από τα ανθρώπινα μέτρα μνημονικό του καθηγητή. Ταυτόχρονα, όμως, έμεινα με κάποια ερωτήματα που, δυστυχώς, ο άνθρωπος που κατήγγειλε τον θάνατο του δασκάλου («πέθανε ο δάσκαλος») φρόντισε με την πρόωρη αποχώρησή του να μείνουν αναπάντητα, αφού ήταν αυτός ο ίδιος, τελικά, που διέπραξε τον φόνο!

Πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα θα ήθελα να μιλήσω, τονίζοντας εξαρχής ότι τοποθετούμαι από τη σκοπιά ενός απλού ακροατή, όχι ενός ειδήμονος στη Φιλοσοφία (κάτι που δεν είμαι). Κάποιου που, ίσως, θα ήθελε να βρισκόταν στο αμφιθέατρο για να διατυπώσει τις συνηθισμένες, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, απορίες που ακούγονται στο τέλος μιας ομιλίας…

Διαβάστε τη συνέχεια...

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΒΗΜΑ - Εκπαίδευση και σύγχρονος πραγματισμός

«Η εθνική στρατηγική για την εκπαίδευση και τη διά βίου μάθηση, ενσωματώνοντας τη Στρατηγική της Λισσαβόνας, δίνει έμφαση στην ποιότητα σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, με τη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα στοχεύει στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων, με ικανότητα ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος.

Αναγκαία προϋπόθεση είναι η βελτίωση της ποιότητας και της ανταπόκρισης του εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και η εξοικείωση μαθητών, σπουδαστών και φοιτητών με αυτές.»

(Σχετικά παλιό – πλην πάντα επίκαιρο στην ουσία του – κείμενο από επίσημη κρατική ιστοσελίδα με θέμα «Εκπαίδευση και Αγορά Εργασίας».)

Είμαι ο τελευταίος που θα αμφισβητούσε τις καλές προθέσεις του συντάκτη κειμένων όπως το παραπάνω (το επέλεξα τυχαία). Ομολογώ, εν τούτοις, ότι δυσκολεύομαι να συσχετίσω απόλυτα και μονοσήμαντα τη διαμόρφωση ολοκληρωμένης προσωπικότητας με την ικανότητα ανταπόκρισης σε ένα οικονομικό περιβάλλον ή στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Εκτός, φυσικά, αν η έκφραση «ολοκληρωμένη προσωπικότητα» έπαψε να έχει το πλάτος και το βάθος που διαχρονικά της έχει αποδοθεί!

Γενικά μιλώντας, η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ προϋπόθεση επιβίωσης. Κι αυτό είναι δεδομένο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Υπάρχουν όμως και κάποιοι εκπαιδευτικοί (ας τους χαρακτηρίσουμε, αν θέλετε, «αιθεροβάμονες») που εξακολουθούν να βλέπουν την εκπαίδευση μέσα από το ιδεαλιστικό πρίσμα της διαμόρφωσης χαρακτήρων. Γι’ αυτούς η ζωή είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από την επιβίωση και η μόρφωση οφείλει να στοχεύει σε ιδανικά πολύ υψηλότερα από μια επαγγελματική καταξίωση.

Επειδή, λοιπόν – για να χρησιμοποιήσω μια δημοφιλή έκφραση – και οι εκπαιδευτικοί αυτοί έχουν ψυχή (καθώς και δικαίωμα άποψης και λόγου), θα ήθελα να μοιραστώ κάποιες «αιρετικές» σκέψεις τους με τον αναγνώστη, δίχως, ασφαλώς, να διεκδικώ τη συμφωνία του με αυτές.

Σημειώνω καταρχήν ότι τον όρο «αγορά» θα τον χρησιμοποιήσουμε εδώ με κάπως γενικότερη σημασία: Εννοούμε ένα σύστημα προσφοράς και ζήτησης κοστολογούμενων αγαθών (προϊόντων ή υπηρεσιών) η αξία των οποίων διαμορφώνεται στο πλαίσιο του συστήματος μέσω του συσχετισμού της προσφοράς με τη ζήτηση. Με βάση αυτό τον αυτοματισμό, π.χ., καθορίζεται η τιμή ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, καθώς και ο αριθμός των ατόμων που θα προσληφθούν για να καλύψουν μια συγκεκριμένη ανάγκη, κοινωνική ή ιδιωτική.

Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης έχει αναπτυχθεί μια κλιμακούμενη αντίληψη σύμφωνα με την οποία πρωταρχικός (αν όχι μοναδικός) σκοπός της εκπαίδευσης είναι η προετοιμασία ενός νέου ανθρώπου για ένταξή του στην αγορά. Αναντίρρητα, η αγορά (με τη γενικότερη δυνατή σημασία του όρου) είναι ο στίβος όπου ο νέος θα αναζητήσει την ευκαιρία για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς ζωής και – γιατί όχι; – κοινωνικής καταξίωσης. Το ζήτημα είναι κατά πόσον η εκπαίδευση, ως κορυφαία διαχρονική αξία, θα πρέπει να περιορίσει το ρόλο της στην υπηρέτηση αυτών και μόνο των στόχων, με δεδομένο ότι η επιβίωση είναι αναγκαία προϋπόθεση αλλά όχι επαρκής συνθήκη για μια ολοκληρωμένη ζωή. Και η επίτευξη αυτής της ολοκλήρωσης υπήρξε πάντα η βασική αποστολή της εκπαίδευσης.

Ας φανταστούμε ένα ακραίο σενάριο: μια κοινωνία όπου το εκπαιδευτικό σύστημα είναι προσανατολισμένο αποκλειστικά στις ανάγκες της αγοράς. Ο άνθρωπος – μονάδα αντικαθίσταται βαθμιαία από τον άνθρωπο – εξάρτημα του συστήματος. Η ανθρώπινη μοναδικότητα, δηλαδή, υποκαθίσταται από την ανθρώπινη λειτουργικότητα στο πλαίσιο ενός προκαθορισμένου συστήματος αξιών με το οποίο ο άνθρωπος καλείται να είναι (ή να γίνει) συμβατός προκειμένου να επιβιώσει.

Η μοναδικότητα τείνει έτσι να γίνει αναλώσιμο είδος. Για παράδειγμα, μια ηλεκτρική συσκευή μπορεί να είναι μοναδική στο είδος της σε ένα σπίτι, αν όμως πάψει να λειτουργεί αντικαθίσταται από άλλη παρόμοια. Το ίδιο, κατ’ αναλογία, κι ένας οποιοσδήποτε επαγγελματίας μέσα στο απρόσωπο, ισοπεδωτικό χωνευτήρι της αγοράς σε αυτή την υποθετική κοινωνία. Ακόμα κι αν πρόκειται για έναν εκπαιδευτικό που είναι επιφορτισμένος με το έργο της διαχείρισης ανθρώπινων ψυχών...

Επιστρέφοντας στον κόσμο του πραγματικού, θεωρώ αναγκαίο να θέσω μερικά ερωτήματα (ελπίζοντας ότι δεν θα αξιολογηθούν ως ρητορικά από τον αναγνώστη) στα οποία οφείλουμε οι εκπαιδευτικοί να δώσουμε πειστικές απαντήσεις:

- Στο πλαίσιο του λειτουργήματός μας, διδάσκουμε στον μαθητή το «γιατί», ή μήπως περιοριζόμαστε όλο και περισσότερο στο «πώς»; Αναδεικνύουμε την αξία της γνώσης για τη γνώση με στόχο και μόνο τη διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων και την εσωτερική καλλιέργεια; Ενθαρρύνουμε την ανάπτυξη κριτικής σκέψης σε βάρος της απομνημόνευσης;

- Αφήνουμε περιθώρια στον μαθητή να αναδείξει και να αναπτύξει ιδιαίτερα προσωπικά χαρίσματα τα οποία δεν προορίζονται να εξυπηρετήσουν τη μελλοντική σχέση του με την αγορά, άρα σχετίζονται γενικότερα με τη ζωή και όχι στενά με την επιβίωση; Τον ενθαρρύνουμε να ανακαλύψει μέσα του αρετές που δεν κοστολογούνται, άρα δεν αγοράζονται ή πουλιούνται;

- Στην αποτίμηση του ρόλου μας ως δασκάλων, υφίσταται ακόμα η ανάπτυξη αυτογνωσίας ως κορυφαία αποστολή της εκπαίδευσης (κατά Σωκράτη), ή ο όρος κατάντησε να σημαίνει την ανακάλυψη δεξιοτήτων που θα καταστήσουν τον αυριανό πολίτη χρήσιμο (αν και ενδεχομένως αναλώσιμο) εξάρτημα του συστήματος της αγοράς;

- Εξηγούμε στον μαθητή ότι υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στο επάγγελμα και στο λειτούργημα (με τη σημασία της υψηλής κοινωνικής προσφοράς), έτσι ώστε όταν τα δύο συνυπάρχουν, το πρώτο να μην επισκιάζει κι εν τέλει καταργεί το δεύτερο;

- Και, τέλος, διδάσκουμε την αλληλεγγύη σαν αντίρροπη δύναμη στον ανταγωνισμό και σαν απαραίτητο συνεκτικό στοιχείο κάθε ανθρώπινης κοινωνίας;

Με βάση τις απαντήσεις μας σε ερωτήματα όπως τα παραπάνω, θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε το επίπεδο της προσφοράς μας στο λειτούργημα της εκπαίδευσης. Θα μπορέσουμε να διαγνώσουμε αν επάξια φέρουμε τον τίτλο του δασκάλου, ή αν θα πρέπει ενδεχομένως να περιοριστούμε, π.χ., σε αυτόν του καθηγητή. Αν είμαστε ταγμένοι στην αποστολή της διαμόρφωσης ανθρώπινης συνειδητότητας, ή αν απλά λειτουργούμε ως χορηγοί πληροφορίας σε ανθρώπινους αποθηκευτικούς χώρους με στόχο την παραγωγή χρήσιμων μελλοντικών εργαλείων σε ένα σύστημα που καταπίνει την ατομικότητα.

Μου είναι εύκολο τη στιγμή αυτή να μαντέψω τις πιθανές ενστάσεις του πραγματιστή αναγνώστη. Όμως, όπως είπαμε νωρίτερα, και οι «αιθεροβάμονες» δικαιούνται μια θέση στον ήλιο στους καιρούς της κρίσης. Ιδιαίτερα στο χώρο της εκπαίδευσης – ποιος ξέρει; – ίσως κάποια μέρα αποδειχθούν ακόμα και χρήσιμοι. Εκ των υστέρων, φοβάμαι...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Δολοφονίες χαρακτήρων και νέο πολιτικό ήθος

Δεν γνωρίζω αν η νέα διακυβέρνηση σώσει, τελικά, ή όχι τον τόπο από την καταστροφή. Όμως, πώς ακριβώς πρέπει να αντιλαμβάνεται κανείς τη λέξη «σωτηρία»; Λόγω της κρίσης, καταντήσαμε να της αποδίδουμε αποκλειστικά βιολογική σημασία («δεν θα πεινάσουμε», «δεν θα κρυώσουμε», κλπ.). Αν αποδεχθούμε αυτή την εννοιολογική μονοσημαντότητα, τότε η νέα πολιτική θα έχει πράγματι φέρει εις πέρας την αποστολή της αν κατορθώσει να αναστηλώσει την εθνική οικονομία και να την οδηγήσει στην ανάπτυξη, τηρώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όπου η κοινωνική δικαιοσύνη θα αποτιμηθεί, εν προκειμένω, με βάση και μόνο τον τρόπο μοιράσματος του χρήματος.

Είναι αρκετό, όμως, το χρήμα για να εξαγοράσει τη σωτηρία ηθικών αρχών και τον εξαγνισμό ανθρώπινων χαρακτήρων; Πού πωλείται, άραγε, το χαμένο δημοκρατικό ήθος για να το ξαναγοράσουμε; Πόσο κοστίζει η νεκρανάσταση της δολοφονημένης ελευθερίας του λόγου μας; Αν από κάποιους περιμένουμε απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, είναι από εκείνους που διατρανώνουν την προσήλωσή τους σε υψηλές ανθρώπινες αξίες, θεωρώντας μάλιστα ότι τις μονοπωλούν…

Πέρα από την οικονομική μιζέρια που μοιραία επέφερε, η κρίση δίχασε την ελληνική κοινωνία και ανέδειξε έναν ιδιότυπο ιδεολογικό φασισμό. Εκφραστές του ήταν, κι εξακολουθούν να είναι, κατά κύριο λόγο εκείνοι που είδαν την κρίση, όχι τόσο ως εθνική καταστροφή, όσο ως ευκαιρία. Για κάποιους καιροσκοπούντες – είτε πρόκειται για πρόσωπα, είτε για πολιτικούς σχηματισμούς – η κρίση ήταν, αναλόγως, μια ευκαιρία ανάδειξης ή πολιτικής επικυριαρχίας. Για άλλους, με «αγνότερες» (δηλαδή ιδεολογικές) αφετηρίες προθέσεων, ήταν μια ευκαιρία ρεβανσισμού απέναντι σε παραδοσιακούς ταξικούς εχθρούς (με την ευρύτερη δυνατή σημασία του όρου «τάξη»).

Το κλειδί που άνοιξε την κερκόπορτα της λαϊκής συνείδησης και οδήγησε στη χειραγώγηση της τελευταίας ήταν η επιδέξια αξιοποίηση του – αναμενόμενου λόγω των συνεπειών της κρίσης – μαζικού θυμού, τον οποίο η εύπεπτη δημαγωγική ρητορεία πέτυχε να εκτοξεύσει στα ακρότατα της οργής. Ανάμεσα στα άλλα, πείστηκαν εύκολα οι οργιζόμενοι πως όποιος διαφωνεί με την κυρίαρχη άποψη, ιδιαίτερα μάλιστα αν τολμά να εκφράζει τη διαφωνία του δημόσια, είναι εχθρός της κοινωνίας και πρέπει με κάθε μέσο να εξοντωθεί!

Και επειδή η φυσική του εξόντωση θα τον καθιστούσε μάρτυρα και θα τον εξάγνιζε στην κοινωνική συνείδηση, επιλέχθηκε κάτι απείρως δολιότερο μα και πιο αποτελεσματικό: η ηθική του εξόντωση, ο διασυρμός και η κατασυκοφάντηση της προσωπικότητάς του, η δολοφονία του χαρακτήρα του (“character assassination”). Αποτελεί ιστορική ειρωνεία, μα φαίνεται πως ο Γκαίμπελς δίδαξε, τελικά, τις μεθόδους του ακόμα και σ’ εκείνους που τον μίσησαν περισσότερο!

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ένα τεκμηριωμένο αλλά μη αρεστό άρθρο γνώμης να γίνεται δεκτό με οργισμένες κραυγές και μια κενή περιεχομένου συνθηματολογία, ελλείψει σοβαρών θέσεων και πειστικών αντεπιχειρημάτων. Η δολιότερη αντιμετώπισή του, όμως, είναι ο δημόσιος διασυρμός του ίδιου του αρθρογράφου και η αυθαίρετη δαιμονοποίηση των προθέσεών του. Έτσι, όποιος τολμά να διατυπώσει απόψεις που δεν συμφωνούν με τις εγκεκριμένες από το ιερατείο των «ορθώς σκεπτομένων», αναγορεύεται εξ ορισμού σε εθνικό μειοδότη, δωσίλογο των «κατακτητών» και ενδεχομένως μίσθαρνο όργανο («παπαγαλάκι») των «εχθρών» της χώρας!

Μεγαλύτερη ευθύνη από αυτή των σχολιαστών, όμως, φέρουν οι αρθρογράφοι εμπρηστικών κειμένων που συμβάλλουν στο να γίνεται ακόμα πιο αγεφύρωτο το χάσμα του εθνικού διχασμού. Υποκαθιστώντας με κραυγές και αναθέματα τον ψύχραιμο και τεκμηριωμένο λόγο (ενίοτε με χρήση άκομψων έως απρεπών εκφραστικών μέσων) δίνουν το σύνθημα της διολίσθησης σε μια γενικευμένη αγριότητα, τις συνέπειες της οποίας δείχνουν να (δεν θα ‘θελα να πω «προσποιούνται ότι») υποτιμούν…

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ μια προσωπική εμπειρία. Όχι τόσο για χάρη των αναγνωστών όσο γιατί κυρίως το οφείλω υπό μορφή δημόσιας απολογίας προς τους μαθητές μου, των οποίων τις συνειδήσεις δηλητηρίασε επικίνδυνα μια πρόσφατη, εξόχως χυδαία επίθεση εναντίον μου.

Είναι δεδομένο ότι έχω ασκήσει κριτική σε πολλά ζητήματα αρχών που αφορούν την παρούσα διακυβέρνηση της χώρας. Και είναι, επίσης, δεδομένο ότι τούτη μου η κριτική έχει καθαρά ιδεολογικές αφετηρίες που ουδόλως αφορούν κομματικές συμπάθειες ή αντιπάθειες (όπως έχω πλειστάκις δηλώσει, οπαδός είμαι μόνο στα ποδοσφαιρικά φρονήματα και η ομάδα είναι γνωστή!). Αυτή μου η πολιτική ουδετερότητα έχει ένα καλό και ένα κακό: Για τους καλοπροαίρετα διακείμενους, κάνει τον κριτικό λόγο μου να φαίνεται περισσότερο αξιόπιστος και, σε κάθε περίπτωση, μη υποβολιμαίος. Για τους κακόβουλους, τούτη η πολιτική αχρωματοψία με καθιστά εύκολο στόχο, αφού γνωρίζουν καλά πως σε περίπτωση άδικης (έως ελεεινής) επίθεσης δεν θα επιστρατευθούν προς υπεράσπισή μου αγέλες κομματικών τετραπόδων!

Για λόγους που μου είναι άγνωστοι όσο κι ακατανόητοι (αφού το θέμα ξεπερνά τα όρια της πιο τυφλής πολιτικής εμπάθειας) έγινα στόχος επίθεσης (με σαφέστατα «φωτογραφική» αναφορά στο άτομό μου) σε κορυφαίο ειδησεογραφικό ιστότοπο, από άτομο φέρον τη δημοσιογραφική ιδιότητα και φανατικά προσκείμενο στην παρούσα πολιτική εξουσία. Δεν θα σταθώ στη γλώσσα επιπέδου χαμαιτυπείου, στην οποία ήταν διατυπωμένο το επώνυμο σχόλιο. Εξ άλλου, τα εκφραστικά μέσα αφορούν και χαρακτηρίζουν εκείνον που τα επιλέγει. Ούτε θα προβάλω ενστάσεις για τον καθολικό χαρακτηρισμό των κειμένων μου ως «περισπούδαστες μ@λ@κίες» (sic) και περίπου ως προϊόντα ακαδημαϊκού τσαρλατανισμού (όπως μαρτυρά η τοποθέτηση εισαγωγικών στη λέξη «επιστημονικές» ως επιθετικού προσδιορισμού στον όρο «αναλύσεις»). Ούτως ή άλλως, ήταν σαφές ότι η πηγή του σχολίου δεν είχε καν αναγνώσει το κείμενό μου το οποίο έδωσε αφορμή για τον εν λόγω σχολιασμό…

Αυτό που κατά κύριο λόγο αναδεικνύει τη δολιότητα της επίθεσης και της προσδίδει χαρακτηριστικά «δολοφονίας χαρακτήρα» μέσω δημόσιου διασυρμού, είναι ένας χυδαίος υπαινιγμός που παραλίγο να έχει προσωπικό κόστος στο λειτούργημα του εκπαιδευτικού που ασκώ. Διαστρέφοντας και εν τέλει καταργώντας την ίδια τη λογική της αιτιότητας, το σχόλιο απέδιδε το αρθρογραφικό μου έργο σε υποτιθέμενη ανάγκη εκτόνωσης… υποκρυπτόμενου ακαδημαϊκού συμπλέγματος(!) για το χώρο στον οποίο ασκώ το εκπαιδευτικό λειτούργημά μου, τον οποίο χώρο η πηγή του σχολίου αντιμετώπιζε έτσι – εμμέσως πλην σαφώς – με αίσθημα απαξίωσης!

Για κακή μου τύχη, το σχόλιο αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από κάποιους μαθητές μου που, και με δική μου προτροπή, επισκέπτονται τακτικά τον συγκεκριμένο αξιόλογο ιστότοπο. Και βρέθηκα στην ανάγκη να απολογούμαι γιατί έδωσα σε κάποιους κακόβουλους το δικαίωμα να υποβαθμίσουν τις σπουδές τους και, κατ’ επέκταση, να μειώσουν την ίδια τους την προσωπικότητα. Αλλά το χειρότερο για μένα ήταν πως ενσταλάχθηκε στις συνειδήσεις τους το δηλητήριο της αμφιβολίας για το κατά πόσον, τελικά, ο δάσκαλός τους εκτιμά το έργο που έχει αναλάβει, ή αντίθετα το υποτιμά θεωρώντας το αναντίστοιχο προς τις ακαδημαϊκές φιλοδοξίες του!

Κάποιοι φίλοι που έλαβαν γνώση του περιστατικού έριξαν την ευθύνη σ’ εμένα: «Αφού πας κι ανακατώνεσαι με τα (***), επόμενο είναι να λερωθείς κι εσύ!» Πράγμα που μεταφραζόμενο σημαίνει πως θα πρέπει να πάψω να εκθέτω δημόσια τις απόψεις μου στο Διαδίκτυο. Υπήρξε όμως και ο αντίλογος: «Ο στόχος τέτοιων χυδαίων επιθέσεων είναι να κάνουν τους μη αρεστούς να τρομάξουν ή να σιχαθούν και τελικά να σιγήσουν. Μην τους κάνεις τη χάρη!»

Το έχουμε ξαναπεί: Η κρίση δεν μας έκανε κακούς, απλά ανέδειξε την κακότητα που υπολάνθανε μέσα μας. Έβγαλε έξω τα αγριότερα των ενστίκτων μας, έφερε στο φως τις σκοτεινότερες πλευρές της προσωπικότητάς μας, αποκάλυψε ηχηρά τις μέχρι πρότινος καλά κρυμμένες ευτέλειες του χαρακτήρα μας!

Και, δυστυχώς, είναι πια φανερό πως καμία πολιτική δύναμη δεν θα μπορέσει να μας σώσει. Γιατί, η σωτηρία της τσέπης δεν αρκεί. Τούτη η χώρα δεν έμεινε στην ιστορία για τον πλούτο της μα για κάποια άλλα ιδανικά που γέννησε και διέδωσε στον κόσμο. Στην κορυφή στέκει η Δημοκρατία. Που δεν μπορεί να λέγεται έτσι αν καταργείται – de jure ή de facto – η ελευθερία του λόγου και αν εκλείπει ο σεβασμός στο δικαίωμα στην αντίθετη άποψη. Ακόμα περισσότερο, αν η υγιής και δημοκρατική αντιπαράθεση ιδεών υποκαθίσταται από δολοφονίες χαρακτήρων κι από δόλιο διασυρμό και κατασυκοφάντηση ιδεολογικών αντιπάλων, με χρήση μάλιστα χυδαίας ρητορείας επιπέδου πεζοδρομίου!

Είπα «αντιπάλων»; Λάθος: Σε καιρούς και τόπους όπου το δημοκρατικό ήθος αντιμετωπίζεται ως περιττή πολυτέλεια, δεν υπάρχουν ιδεολογικοί αντίπαλοι. Υπάρχουν μόνο εξ ορισμού εχθροί!

Aixmi.gr

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Χίτλερ-Στάλιν: Δύο τέρατα στο ζυγό της Ιστορίας


1. Εισαγωγή: Αναζητώντας τον «πιο κακό»…

Ο φίλος μου ο Αριστείδης έχει πάντα έτοιμο ένα αντεπιχείρημα. Ακόμα κι αν του πεις πράγματα αρεστά σ’ αυτόν, π.χ., πόσο καλή ομάδα είναι ο Παναθηναϊκός, ή πόσο υπέροχη είναι η δέκατη συμφωνία του Σοστακόβιτς!

Τις προάλλες, πάνω σε μια συζήτηση ιστορικού περιεχομένου, έκανα ένα σχόλιο για τα εγκλήματα του Χίτλερ, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το Ολοκαύτωμα. «Σωστά», λέει ο Αριστείδης, «αλλά μην ξεχνάς ότι ο Στάλιν σκότωσε πολύ περισσότερους!»

Δεν ξέρω αν έχει ιδιαίτερη σημασία για την ηθική αξιολόγηση των δύο μεγαλύτερων εγκληματιών του εικοστού αιώνα, το ποιος από τους δύο κατέχει τα πρωτεία σε αριθμό δολοφονιών. Και δεν αναφέρομαι εδώ στους νεκρούς στα πεδία των μαχών, αλλά σε άμαχο πληθυσμό, ιδίως σε θύματα ρατσιστικών, εθνικών ή εθνοτικών εκκαθαρίσεων. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, πάντως, η κρατούσα αντίληψη ήταν σύμφωνη με αυτή του Αριστείδη, ήτοι, «ο Στάλιν σκότωσε πιο πολλούς». Ένας διαπρεπής Αμερικανός ιστορικός, όμως, έρχεται να ανατρέψει αυτή την εικόνα…

Ο Timothy D. Snyder (γεν. 1969) είναι Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Yale, ειδικός στην ιστορία της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και σε θέματα που αφορούν το Ολοκαύτωμα. Η καλή γνώση έντεκα(!) ευρωπαϊκών γλωσσών τού επέτρεψε να μελετήσει πρωτότυπες αρχειακές πηγές που βρίσκονταν σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, οι οποίες (πηγές) άρχισαν να διατίθενται ανοιχτά τη δεκαετία του 1990, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Στις πληροφορίες που συνέλεξε βασίστηκε το πιο φημισμένο σύγγραμμά του, “Bloodlands” [1].

Μια σύνοψη της έρευνάς του βρήκαμε στο ενδιαφέρον άρθρο του: “Hitler vs. Stalin: Who was worse?” [2]. Βλέπουμε εκεί την ανατροπή δύο ευρύτατα διαδεδομένων μύθων:

1. Ο μύθος του «λιγότερο κακού» Στάλιν, σε σύγκριση με τον Χίτλερ που ευθύνεται για το ρατσιστικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος. Ο Snyder επισημαίνει ότι τα ανάλογα εγκλήματα του Στάλιν δεν διαφέρουν πολύ ως προς την ηθική αξιολόγηση των προθέσεων, αφού στόχευαν σε εκκαθαρίσεις άμαχου πληθυσμού στη βάση εθνικών ή εθνοτικών κριτηρίων, και θύματά τους ήταν ακόμα και μικρά παιδιά!

2. Ο μύθος του «λιγότερο φονικού» Χίτλερ, αφού ο Στάλιν (υποτίθεται πως) δολοφόνησε «πάνω από είκοσι εκατομμύρια». Με την απόκτηση πρόσβασης σε πρώην σοβιετικά αρχεία, κατέστη δυνατό να καταμετρηθούν με σχετική ακρίβεια τα θύματα της εθνικής/εθνοτικής πολιτικής του Στάλιν. Η έρευνα του Snyder έδειξε ξεκάθαρα ότι ο αριθμός τους είναι σαφώς μικρότερος από αυτόν των ανάλογων εγκλημάτων του Χίτλερ!

Ας δούμε αναλυτικά κάποια επί μέρους στοιχεία.

2. Πείνα και τρόμος στα χρόνια του Στάλιν: Πριν τον πόλεμο

Πολλοί συγκρίνουν τα σταλινικά Gulag [3] με τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι, όπως αναφέρει ο Snyder, η πλειονότητα όσων εισήλθαν στα Gulag έφυγαν ζωντανοί. Ο συνολικός αριθμός ανθρώπων που πέθαναν στα Gulag υπολογίζεται σε 2 με 3 εκατομμύρια (αριθμός, ασφαλώς, κατ’ απόλυτη τιμή συγκρίσιμος με τα στρατόπεδα των Ναζί!). Από την άλλη, τα θύματα της πολιτικής του «Μεγάλου Τρόμου» (βλ. παρακάτω) δεν υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο, ίσως μάλιστα ο αριθμός είναι ακόμα μικρότερος.

Η μεγαλύτερη καταστροφή που επέφερε ο σταλινισμός σε ανθρώπινες ζωές ήταν ο λιμός της περιόδου 1930-33, όπου περισσότεροι από 5 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν από την πείνα. Από αυτούς, τα 3.3 εκατομμύρια των κατοίκων της Σοβιετικής Ουκρανίας που πέθαναν το 1932 και το 1933, υπήρξαν θύματα μιας προμελετημένης σταλινικής πολιτικής με καθαρά εθνοτικά κριτήρια. Ο Στάλιν επίταξε τα σιτηρά της Ουκρανίας αν και γνώριζε ότι κάτι τέτοιο θα σκότωνε εκατομμύρια. Κατόπιν, κατηγορώντας τους Ουκρανούς για την αποτυχία της δικής του πολιτικής, διέταξε μια σειρά μέτρων – όπως το σφράγισμα των ουκρανικών συνόρων – που ήταν βέβαιο ότι θα προκαλούσαν ακόμα περισσότερους μαζικούς θανάτους.

Το 1937, ο Στάλιν ξεκίνησε την πολιτική του «Μεγάλου Τρόμου» που στόχευε, κατά κύριο λόγο, τους πολίτες Πολωνικής και Ουκρανικής καταγωγής. Στην Επιχείρηση του 1937-38 κατά των Kulak [4], κάπου 387,000 άνθρωποι εκτελέστηκαν. Οι υπόλοιποι «εχθροί» που εξοντώθηκαν (γύρω στις 247,000) ανήκαν σε μειονότητες που σχετίζονταν με χώρες που συνόρευαν με τη Σοβιετική Ένωση. Ειδικά, στην «Πολωνική Επιχείρηση» που άρχισε το 1937, περίπου 111,000 άνθρωποι κατηγορήθηκαν για «κατασκοπεία» υπέρ της Πολωνίας και εκτελέστηκαν. Συνολικά, τα θύματα του Μεγάλου Τρόμου προσεγγίζουν (αλλά δεν φτάνουν) το 1 εκατομμύριο.

3. Άοπλα θύματα πολέμου

Μέχρι την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το σταλινικό καθεστώς είχε την απόλυτη υπεροχή σε δολοφονίες αμάχων, σε σύγκριση με το ναζιστικό. Η Ναζιστική Γερμανία άρχισε να δολοφονεί σε παρόμοια κλίμακα μόνο μετά τη Συνθήκη Molotov-Ribbentrop (θέρος του 1939) και την κοινή γερμανο-σοβιετική εισβολή στην Πολωνία, το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Από το 1939 ως το 1941, κάπου 200,000 Πολωνοί άμαχοι έχασαν τη ζωή τους, με την ευθύνη των φόνων περίπου μοιρασμένη εξίσου μεταξύ των δύο εισβολέων. Ανάμεσα στα θύματα ήταν οι διανοούμενοι, πολιτικοί κρατούμενοι και αιχμάλωτοι πολέμου που σκοτώθηκαν από τους σοβιετικούς στη Σφαγή του Katyn.

Η πολιτική λιμού των Γερμανών προκάλεσε 4.2 εκατομμύρια θανάτους στη Σοβιετική Ένωση. Τα θύματα περιλάμβαναν 3.1 εκατομμύρια σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου, καθώς και 1 εκατομμύριο άμαχο πληθυσμό κατά την πολιορκία του Leningrad. (Ο Snyder δεν εξετάζει τα θύματα λιμού σε περιοχές εκτός Σοβιετικής Ένωσης.)

Ως αντίποινα ανταρτικής δράσης, οι Γερμανοί σκότωσαν περίπου 700,000 αμάχους (κυρίως Πολωνούς και Λευκορώσους) σε μαζικές εκτελέσεις. (Και πάλι, ο Snyder περιορίζει τη μελέτη του στις περιοχές της Πολωνίας και της Σοβιετικής Ένωσης.)

Βεβαίως, το μεγαλύτερο γερμανικό μαζικό έγκλημα παραμένει το Ολοκαύτωμα, με θύματα 5.7 έως 6 εκατομμύρια Εβραίους. Στα θύματα της ρατσιστικής αυτής θηριωδίας θα πρέπει να προσθέσουμε και περισσότερους από 100,000 Ρομά.

Συνολικά, οι Γερμανοί δολοφόνησαν περίπου 11 εκατομμύρια αμάχους. Ο αριθμός ξεπερνά τα 12 εκατομμύρια αν συνυπολογίσουμε τους προβλέψιμους θανάτους από τις εκτοπίσεις, την πείνα και τις αρρώστιες στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, τα καταναγκαστικά έργα, κλπ. Τα αντίστοιχα νούμερα για τους Σοβιετικούς της σταλινικής περιόδου (πριν και μετά τον πόλεμο) είναι 6 ως 9 εκατομμύρια. Είναι φανερό ότι τα θύματα της δολοφονικής μανίας του Στάλιν δεν προσεγγίζουν καν τον υποτιθέμενο αριθμό των 20 εκατομμυρίων!

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι ο Snyder δεν προσμετρά στη μελέτη του τους στρατιώτες που έπεσαν στα πεδία των μαχών, καθώς και τους αμάχους που έχασαν τη ζωή τους σε βομβαρδισμούς ή άλλες πράξεις πολέμου. Περιορίζεται στα θύματα μαζικής εξόντωσης μέσω εκτελέσεων, μεθοδευμένου λιμού, ή φυλάκισης σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

4. Κάνοντας δίκη προθέσεων…

Πέρα από τον αριθμό των φονευθέντων, υπάρχει και το ζήτημα των προθέσεων. Σε ό,τι αφορά τους Γερμανούς, τα πράγματα είναι μάλλον ξεκάθαρα: Η Γερμανία φέρει την κύρια ευθύνη για τον πόλεμο, και οι φόνοι αμάχων που διέπραξε αποδίδονται σχεδόν αποκλειστικά σε ιμπεριαλιστικό μεγαλοϊδεατισμό με ρατσιστικές αφετηρίες.

Από την πλευρά των Σοβιετικών, οι περισσότεροι φόνοι άμαχου πληθυσμού έλαβαν χώρα σε καιρό ειρήνης και σχετίζονταν, κατά το μάλλον ή ήττον, με ένα ιδιότυπο όραμα «μοντερνισμού», έτσι όπως τον εννοούσε ο Στάλιν. Σε ό,τι αφορά τον λιμό της περιόδου 1930-33 (του οποίου τα θύματα ήταν, κυρίως, Ουκρανοί και – σε μικρότερο βαθμό – Πολωνοί), ο Στάλιν επιχείρησε να εξολοθρεύσει μέσω της πείνας όσους αντιστέκονταν στη διαδικασία του κολεκτιβισμού στη Σοβιετική Ένωση. Στην Ουκρανία, ειδικά, ήθελε να αφανίσει την τάξη των εύπορων γαιοκτημόνων (Kulak), έτσι ώστε το κράτος να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της γεωργίας και να αρπάξει ανενόχλητα τον πλούτο της υπαίθρου, επενδύοντάς τον στην ανάπτυξη της βιομηχανίας.

Στον Μεγάλο Τρόμο του 1937-38, που επίσης στόχευσε, κατά κύριο λόγο, Πολωνούς και Ουκρανούς, η επιλογή των θυμάτων έγινε και πάλι με εθνοτικά κριτήρια. Ο Στάλιν θεωρούσε τους πολωνικής καταγωγής σοβιετικούς πολίτες που διέμεναν στα δυτικά της χώρας, ως εν δυνάμει πράκτορες της Δεύτερης Πολωνικής Δημοκρατίας. Από την άλλη μεριά, όσοι Ουκρανοί Kulak επέζησαν από τον λιμό του 1932-33, επίσης θεωρήθηκαν ως πιθανή απειλή για το σοβιετικό καθεστώς στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης μελλοντικής σύγκρουσης.

Τέλος, μετά την εισβολή τους στην Πολωνία (1939), τόσο οι Γερμανοί, όσο και οι Ρώσοι, προσπάθησαν συνειδητά να εξολοθρεύσουν την πολιτική και πνευματική ελίτ της χώρας αυτής. Ήταν ακόμα η εποχή του «κακού Στάλιν». Ο «καλός Στάλιν» θα γεννιόταν δύο χρόνια αργότερα, με την εισβολή των (πρώην φίλων) Γερμανών στη Σοβιετική Ένωση…

5. Επίλογος: Ποιος παραπληροφόρησε τον Αριστείδη;

Πέρα από τη μη διαθεσιμότητα αρχειακών πηγών κατά τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, ποιος είναι ο λόγος που πέσαμε τόσο έξω στις εκτιμήσεις μας για την αριθμητική διάσταση των δολοφονικών επιδόσεων του Στάλιν; (Η ηθική διάσταση παραμένει, ασφαλώς, τεράστια!) Πώς τα 6 με 9 εκατομμύρια έγιναν «περισσότερα από 20 εκατομμύρια» στη συνείδηση του καλοπροαίρετου Αριστείδη; Εκτός των άλλων, για πολλά χρόνια τούτη η ιστορική παραποίηση πρόσφερε ένα πλαστό «ηθικό» πλεονέκτημα στο άλλο φρικτό τέρας της παγκόσμιας ιστορίας, τον Άντολφ Χίτλερ!

Ο Snyder απαντά πειστικά (αν και μάλλον «αμερικανοκεντρικά») και σε αυτό το ερώτημα. Θα επιχειρήσω να απλουστεύσω κάπως την ερμηνεία του, η οποία είναι διατυπωμένη με κάποιο βαθμό συνθετότητας:

Η παραπληροφόρηση θα μπορούσε να αποδοθεί στις σκοπιμότητες του Ψυχρού Πολέμου. Σύντομα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι νικήτριες δυνάμεις, με εξαίρεση τη Σοβιετική Ένωση, συμμάχησαν στο πλαίσιο του NATO με τον πρώην εχθρό τους, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ο καινούργιος εχθρός ήταν τώρα ένας πρώην σύμμαχος: η Σοβιετική Ένωση! Μια τέτοια εναλλαγή ρόλων στο δίπολο «εχθρός-φίλος» απαιτούσε ένα βαθμό ηθικής και ιστορικής «ευκαμψίας», η οποία θα μπορούσε να επιτρέψει κάποιες (ούτως ή άλλως αυθαίρετες, ελλείψει αδιαμφισβήτητων στοιχείων) αριθμητικές υπερβολές που άμβλυναν τις ενοχές των φίλων και μεγέθυναν αυτές των εχθρών…

Έχουν, άραγε, απόλυτη σημασία οι αριθμοί; Ας το αφήσουμε αυτό στην κρίση του αναγνώστη. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Snyder, όταν μιλούμε για νεκρούς, η διαφορά ανάμεσα στο μηδέν και το ένα είναι άπειρη! Πόσο μάλλον, προσθέτω εγώ, αν πρόκειται για εκατόμβες αθώων θυμάτων του πιο απάνθρωπου πολέμου της Ιστορίας και δύο τυραννικών καθεστώτων μοναδικής δολοφονικής αγριότητας. Καθεστώτα που ακόμα και σήμερα, δυστυχώς, μετρούν θαυμαστές, εδώ και αλλού…

Σημειώσεις:

[1] Timothy Snyder, Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin (Basic Books, 2010).

[2] Timothy Snyder, Hitler vs. Stalin: Who was worse? (The New York Review of Books, http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2011/jan/27/hitler-vs-stalin-who-was-worse/).

[3] Gulag: Κρατική υπηρεσία που επόπτευε τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στη Σοβιετική Ένωση της σταλινικής περιόδου. Με τα χρόνια, ο όρος ταυτίστηκε με τα ίδια τα στρατόπεδα.

[4] Kulak: Κατηγορία σχετικά εύπορων γαιοκτημόνων στην Τσαρική Ρωσία και, αργότερα, στη Σοβιετική Ένωση. Κατ’ επέκταση, κατά τη σταλινική περίοδο, όσοι αντιστάθηκαν στις πιέσεις της Μόσχας να παραδώσουν τα σιτηρά τους στην κεντρική διοίκηση, στο πλαίσιο του «κολεκτιβισμού» (1928-1940).

Aixmi.gr

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Η αριστεία ως «ρετσινιά» - Του Χρήστου Γιανναρά

Γνωρίσαμε κάποτε στην Ελλάδα μιαν άλλη Αριστερά. Ηταν σε χρόνια που η χώρα έβγαινε, και τότε, από καταστροφή, ασύγκριτα φρικωδέστερη από τη σημερινή. Τότε όμως πρώτο αίτημα της Αριστεράς ήταν, να πάει το 15% του κρατικού προϋπολογισμού στην Παιδεία. Το αίτημα ξεπήδαγε αυθόρμητα από το πλήθος στα συλλαλητήρια, δεν το υπαγόρευε η ντουντούκα. Και οι άνθρωποι που διαδήλωναν για το 15%, είχαν καθημερινό φαγητό ασύγκριτα λιτότερο από τα γεύματα που προσφέρουν σήμερα στους αναγκεμένους τα συσσίτια της Εκκλησίας. Ομως πρώτο αίτημα ήταν τα κονδύλια για την Παιδεία, όχι η αύξηση του κατώτατου μισθού.

Υπήρξε κάποτε στην Ελλάδα μια Αριστερά που ήξερε και σεβόταν το προφανές: ότι μια «ανθρωπιστική κρίση» δεν αντιμετωπίζεται πρωτίστως με μέτρα για την αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος, αλλά πρωτίστως με μέτρα για την αύξηση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Ισως εκείνη η Αριστερά του 15% να ήξερε λιγότερο ή καθόλου μαρξισμό, αλλά σπούδαζε τη λαϊκή σοφία και απαίτηση. Είχε γεννηθεί από πραγματικές ανάγκες, δεν είχε προλάβει να την καπελώσει η ξιπασιά των εισαγόμενων ιδεολογημάτων, αργόσχολες αδολεσχίες εκκεντρικών πλουσιόπαιδων στις καφετέριες του Κολωνακίου.

Η σημερινή μεταπρατική «Αριστερά» ανεβάζει στο βήμα της Βουλής υπουργό Παιδείας, να παρουσιάσει τις σχετικές με το υπουργείο του προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, και αυτός σπεύδει να μας διαβεβαιώσει εμφατικά ότι είναι μαρξιστής. Ωσάν η προσχώρησή του στο ιδεολόγημα που κάρπισε τις πιο στυγνές πρακτικές ολοκληρωτισμού στην ανθρώπινη ιστορία, να αποτελεί εγγύηση «πολιτικής ορθότητας» των μέτρων που θα εφαρμόσει στη δεινά δοκιμαζόμενη, χρόνια τώρα, ελλαδική εκπαίδευση.

Ηταν μία από τις εξαιρέσεις επαρχιώτικης ξιπασιάς στην έκπληξη που αποτέλεσε η σύνθεση και ποιότητα της κυβέρνησης του κ. Τσίπρα. Είχε πολλές δεκαετίες να δει η χώρα υπουργούς που η προσωπικότητά τους, τα προσόντα και η αξιοσύνη τους να τους επιβάλλουν ακαριαία στη διεθνή σκηνή, να απορούν οι πάντες γιατί τόσα χρόνια έμενε αχρησιμοποίητο τέτοιο ανθρώπινο δυναμικό, γιατί αφέθηκε η Ελλάδα να τη βυθίζουν στην ανυποληψία και στο χάος σπιθαμιαία ανθρωπάρια, ευτελισμένα και ανίκανα. Μέσα στο κλίμα αυτής της έκπληξης το φάλτσο του υπουργού Παιδείας εντυπωσιάζει δυσοίωνα και προβληματίζει: Μήπως, ειδικά με τις επιλογές για την Παιδεία, νεκρανασταίνονται οι εφιάλτες της «προοδευτικής» τρομοκρατίας και του μηδενιστικού αμοραλισμού, που καταδυνάστευσαν την ελληνική κοινωνία στα σαράντα χρόνια φενακισμένης «Αριστεράς» μετά τη χούντα;

Εντυπωσιακή οπωσδήποτε παρουσία και ο κ. Αριστείδης Μπαλτάς, με λόγο στιβαρό, μετρημένο, δίχως την εγγενή στον κομματικό λόγο αναπηρία του φτηνιάρικου ναρκισσισμού. Αλλά μάλλον δέσμιος στα αφελή στερεότυπα μιας λαϊκίστικης, ισοπεδωτικής εκδοχής της δημοκρατίας. Ανέβηκε στο βήμα της Βουλής για να χαρακτηρίσει την «αριστεία» σαν «ρετσινιά» και τα λεγόμενα στην Ελλάδα «Πρότυπα» σχολεία σαν θεσμοποιημένη ταξική ανισότητα. Πλήρης επιστροφή στον πασοκικό εκπαιδευτικό πρωτογονισμό της δεκαετίας του ’80, με τον φανατισμό της ισοπέδωσης όλων προς τα κάτω και τα κρετινικά συνθήματα, όπως: «κάτω τα αιματοβαμμένα γραπτά»! – να μην διορθώνονται λάθη, στο σχολείο να είναι όλοι ίσοι στην αγραμματωσιά.

Αραγε δεν υποψιάστηκε ποτέ ο εκπαιδευτικός κ. Μπαλτάς ότι η άμιλλα δεν είναι εφεύρημα των καπιταλιστών, αλλά αυτονόητο παρακολούθημα της παιδείας από καταβολής του κοινωνικού γεγονότος; Συνώνυμη η άμιλλα με τη χαρά της δημιουργίας, της προόδου, της καινοτομίας, κίνητρο αυτοπροαίρετης (όχι αναγκαστής) εργατικότητας, καταλύτης για το μεράκι της έρευνας. Η αριστεία είναι «ρετσινιά» μόνο στις «δημοκρατίες» των κολχόζ, που η Ιστορία τις ταξιθετεί μαζί με τα Γκουλάγκ, τα οποιουδήποτε χρώματος στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Σχολεία χωρίς άμιλλα και στόχευση στην αριστεία είναι στρατωνισμός – στον καταναγκασμό ή στον ασυμμάζευτο χαβαλέ.

Κι ακόμα: Χωρίς «τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε, την Αγορά, το Θέατρο και τους Στεφάνους» δεν υπάρχει ούτε και «πολιτικό άθλημα». Υπάρχει μόνο η υποταγή στην αυθεντία ή η στυγνή χρησιμοθηρία της σύμβασης. Δηλαδή το κλίμα του νομιμοποιημένου ατομοκεντρισμού, όπου αυτονόητα βλαστάνει η λαμογιά, η εξάλειψη της «αίσθησης του δημοσίου συμφέροντος», η άπληστη λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος, ο αμοραλισμός.

Το δίλημμα τίθεται για τον πρωθυπουργό: Αν υιοθετήσει (ή ανεχθεί) τη φιλοσοφία του υπουργού στον οποίο εμπιστεύθηκε την Παιδεία της ελληνικής κοινωνίας, φιλοσοφία που συνιστά το θεωρητικό θεμέλιο για μία «δικτατορία της μετριότητας», τότε πώς θα στήσει, όπως δημόσια δεσμεύτηκε, κράτος λειτουργικό, παραγωγικό, κράτος Δικαίου; Ενα τέτοιο κράτος προϋποθέτει διοικητική στελέχωση με συνεπή αξιοκρατική διαβάθμιση ευθυνών και ικανοτήτων, υπαλληλία υποκείμενη σε συνεχή κρίση - αποτίμηση της ποιότητας και της δημιουργικότητας. Οι ριζοσπαστικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκε ο πρωθυπουργός να τις αντιτάξει σε ένα καινούργιο δουλοπαροικιακό «μνημόνιο», θα ματαιωθούν νομοτελειακά από τους ορκισμένους αντιπάλους της άμιλλας και της αριστείας: τους υπόδικους στις συνειδήσεις συνδικαλιστές της «Αριστεράς και της προόδου».

Υποτίθεται (όχι βέβαια από πολίτες με νοημοσύνη και σοβαρότητα) ότι ο κ. Καμμένος πρόσφερε την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία στον κ. Τσίπρα φιλοδοξώντας να αναλάβει ως αντάλλαγμα την άμυνα «βωμών και εστιών» των Ελλήνων. Του την ανέθεσαν, μοιάζει πολύ ικανοποιημένος, έχει τον αέρα θριαμβευτή. Ασφαλώς επειδή στους «βωμούς» και στα «ιερά» περιλαμβάνει μόνο ό,τι φορολογείται με τον ΕΝΦΙΑ – όχι τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, το «αιέν αριστεύειν» των Ελλήνων.

Είναι πολύ νωρίς για να αρχίσει η κατεδάφιση των ελπίδων που γέννησε η έκπληξη των πρώτων ημερών της κυβέρνησης Τσίπρα. Η έκπληξη δοκιμάστηκε και από την εκλογή του καινούργιου Προέδρου της Δημοκρατίας. Σίγουρα είναι ο πρώτος μετά τον Κωνσταντίνο Τσάτσο επιλεγόμενος από τον στίβο των αρίστων: Εξαίρετα φυσικά χαρίσματα, έκτακτη καλλιέργεια, επιστημονικό κύρος, δεινή γλωσσική εκφραστική. Αλλά υπηρέτησε για αρκετά χρόνια ευπειθής τη φαυλότητα και φυτική ανικανότητα της τυραννικής για τη χώρα κομματοκρατίας. Αυτό πονάει.

Πηγή: Palmografos.com

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Πατριωτισμός και Δημοκρατία: Σχήμα οξύμωρο; (Από μια έκθεση μαθητή)

Το παρακάτω κείμενο (θα μπορούσε να) είναι μια έκθεση μαθητή των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού, ή των πρώτων του Γυμνασίου. Κι όπως λένε, την αλήθεια τη μαθαίνεις είτε από μικρό, είτε από τρελό. Εν προκειμένω, μόνο τρελός δεν δείχνει ο νεαρός κειμενογράφος!

Γράφει:

Τον πατέρα μου τον άκουγα πάντα να λέει ότι πιστεύει πολύ στη Δημοκρατία, γιατί είναι το καλύτερο και πιο δίκαιο πολίτευμα. Προχθές, όμως, μιλώντας με ένα φίλο του στο τηλέφωνο, ήταν πολύ απογοητευμένος και έλεγε πως αμφιβάλλει πια γι’ αυτήν. Την καταντήσαμε, είπε, «ασύμβατη με τη φιλοπατρία», και κάναμε τη Δημοκρατία και τον πατριωτισμό να φαίνονται μαζί σαν «σχήμα οξύμωρο».

Επειδή τις ελληνικούρες του πατέρα μου δεν τις πολυ-καταλαβαίνω, μόλις έκλεισε το τηλέφωνο του ζήτησα να μου εξηγήσει με απλά λόγια τι ήθελε να πει. Κι αυτός μου διηγήθηκε, τότε, μια φανταστική ιστορία, κάτι σαν «αλληγορία» ή «παραβολή», όπως την είπε:

Στην άκρη ενός μεγάλου και φαρδύ δρόμου, στεκόταν μια γιαγιούλα που ήθελε να περάσει στην απέναντι πλευρά. Φαινόταν σα να μην ένιωθε μεγάλη εμπιστοσύνη στα πόδια ή στα μάτια της, γιατί δίσταζε να ξεκινήσει. Κάποια στιγμή, την είδαν οι δύο εγγονοί της που κάθονταν σε μια καφετέρια κάπου εκεί κοντά, και έτρεξαν προς το μέρος της. Κι εκείνη υποσχέθηκε να δώσει κάτι λιγοστά κέρματα που είχε στην ποδιά της σ’ εκείνον που θα τη βοηθούσε να περάσει απέναντι. Οι εγγονοί τότε άρχισαν να τσακώνονται άγρια μεταξύ τους για το ποιος θα τη βοηθήσει. Έλεγαν άσχημες κουβέντες και χτυπούσαν ο ένας τον άλλο.

Τότε η γιαγιά είπε σε έναν απ’ τους δύο να την περάσει απέναντι, και στον άλλο να μείνει πίσω αλλά να έχει το νου του μήπως ο πρώτος χρειαστεί κάποια βοήθεια. Μόλις όμως ξεκίνησαν να περπατούν, ο άλλος εγγονός, που δεν έμεινε πίσω, άρχισε να κλωτσάει και να βάζει τρικλοποδιές στον πρώτο που παραλίγο να πέσει και να ρίξει κάτω και τη γιαγιά!

Εκείνη τότε είπε στον άλλο να την αναλάβει αυτός, αφού τόσο πολύ το ήθελε. Όμως, ο πρώτος εγγονός άρχισε κι εκείνος, τώρα, να χτυπάει και να κλωτσάει τον δεύτερο, και λίγο έλειψε να τον πετάξει κάτω μαζί με τη γιαγιά! Μετά ανέλαβε πάλι τη γιαγιά ο πρώτος εγγονός. Και πάλι μετά ο δεύτερος, που έβαλε τρικλοποδιά στον πρώτο. Κι αυτό γινόταν ξανά και ξανά, έτσι που η γιαγιά δεν έφτανε ποτέ στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ώσπου κάποια στιγμή σώθηκαν τα κουράγια και των δύο εγγονών, και ζήτησαν από κάποιον ξένο, που φαινόταν πιο γεροδεμένος απ’ αυτούς, να τους βοηθήσει. Κι εκείνος πράγματι πέρασε τη γιαγιά απέναντι. Για τον κόπο του, όμως, ζήτησε και πήρε τη μία από τις δυο φρατζόλες ψωμί που η καημένη η γιαγιά είχε μόλις αγοράσει από το φούρνο!

Ρώτησα, τότε, τον πατέρα μου: «Μα, αφού οι εγγονοί πρέπει, λογικά, να αγαπούσαν τη γιαγιά τους, γιατί δεν τη βοήθησαν κι οι δυο μαζί να περάσει απέναντι στο δρόμο, αλλά τσακώνονταν ποιος θα την περάσει από μόνος του;» Τότε εκείνος γέλασε και μου είπε: «Τα κέρματα, παιδί μου. Τα κέρματα!» Και μετά συνέχισε:

«Φαντάσου, τώρα, ότι η γιαγιά είναι η Πατρίδα, και η οφειλόμενη προς αυτήν αγάπη είναι η φιλοπατρία, ο πατριωτισμός. Ο δρόμος που πρέπει να διασχίσει η γιαγιά είναι οι δύσκολοι καιροί που περνάμε, που απαιτούν να είμαστε μονιασμένοι και να αγωνιζόμαστε όλοι μαζί για έναν κοινό σκοπό. Πες, τώρα, ότι οι δύο ιδιοτελείς εγγονοί είναι τα πολιτικά κόμματα που, αντί να συνεργάζονται για το καλό της Πατρίδας, αγωνίζονται το ένα ενάντια στο άλλο για την κουτάλα της εξουσίας. Και ο επίσης ιδιοτελής ξένος, που βοήθησε τη γιαγιά για ένα καρβέλι ψωμί, είναι όλοι εκείνοι οι ξένοι στους οποίους καταφεύγουμε για βοήθεια όταν τα ανάξια πολιτικά κόμματα – μα κι εμείς οι αντάξιοί τους που τα ψηφίζουμε – οδηγούν τη χώρα στην καταστροφή. Τέλος, φαντάσου ότι η δυνατότητα της γιαγιάς να διαλέγει ποιο από τα δυο παλιόπαιδα θα την περάσει απέναντι, καθώς και το δικαίωμα αυτών των παλιόπαιδων να καυγαδίζουν μεταξύ τους εις βάρος της ασφάλειας και της οικονομίας της γιαγιάς, είναι αυτό που λέμε… χμμ… Δημοκρατία. Κατάλαβες;»

Κούνησα το κεφάλι μου, αν και δεν ήξερα τι ακριβώς πάει να πει αυτό το «ιδιοτελείς». Εκείνο που κατάλαβα εγώ, ήταν πως η φιλοπατρία και η Δημοκρατία είναι πράγματα αταίριαστα μεταξύ τους, αφού, όπως φαίνεται, η Δημοκρατία κάνει τους ανθρώπους εγωιστές που ενδιαφέρονται πιο πολύ για το συμφέρον του κόμματος που υποστηρίζουν, παρά γι’ αυτό της πατρίδας τους.

Το είπα, όμως, στον πατέρα μου κι εκείνος γέλασε: «Όχι, παιδί μου, δεν φταίει η Δημοκρατία! Όχι τουλάχιστον αυτή που οραματίστηκαν οι πρόγονοί μας. Είναι το πώς την καταντήσαμε εμείς σήμερα που την καθιστά ασύμβατη με τον πατριωτισμό. Σαν να λέμε, φιλοπατρία και Δημοκρατία κατέληξαν να αποτελούν μαζί σχήμα οξύμωρο!»

Καθιστά ασύμβατη… Σχήμα οξύμωρο… Αυτός ο πατέρας μου έχει πάντα τον τρόπο να με μπερδεύει όταν μιλάει!

Μαθητής Γ. Π.

Aixmi.gr

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Η συμμαχία των προθύμων (και κάποιες δικές μας σκέψεις)

Η συμμαχία των προθύμων 

Του Αριστείδη Χατζή

Έχω εκφράσει πολλές φορές δημόσια τις απόψεις μου για την κατάσταση στα ελληνικά Πανεπιστήμια. Για τους επαγγελματίες τραμπούκους και τις θλιβερές ομαδούλες των κομματόσκυλων που επιβάλλουν με τη βία τις ιδεοληψίες τους εξευτελίζοντας τις συλλογικές διαδικασίες και προσβάλλοντας κάθε έννοια νομιμότητας.

Το βαθύ αντιδραστικό πανεπιστήμιο (και οι εκτός πανεπιστημίου συνήγοροί του) αντιμετωπίζουν ως την μητέρα των μαχών τη σύγκρουση με τη νόμιμη ηγεσία των πανεπιστημίων – μια ηγεσία με πολύ μεγάλη νομιμοποίηση όπως έδειξε η πρωτοφανής συμμετοχή των μελών ΔΕΠ στη διαδικασία εκλογής τους. Δεν ξέρω πώς θα λήξει αυτή η μάχη αλλά η εμπειρία δεν μου επιτρέπει να είμαι αισιόδοξος. Η ανομία και οι δυνάμεις της αντίδρασης κερδίζουν συστηματικά τις μάχες στη χώρα μας. Δεν βλέπω πώς θα χάσουν αυτήν. Έχουν απεριόριστο χρόνο, είναι φανατικοί και έχουν να αντιμετωπίσουν μια σιωπηρή και φοβισμένη πλειοψηφία.

Τα χθεσινά και τα σημερινά γεγονότα είναι ενδεικτικά. Το «βαθύ Πανεπιστήμιο» αντιδρά λυσσασμένα διεκδικώντας το «δικαίωμα» στην παράνομη κατάληψη, την καταστροφή, την παρωδία συνελεύσεων και τη γελοιοποίηση κάθε δημοκρατικής διαδικασίας. Απέναντί του όμως δεν έχει (όπως θα έπρεπε) την πλειονότητα των φοιτητών και των καθηγητών που το απεχθάνονται και που το υφίστανται καθημερινά βαρυγκωμώντας. Δεν έχει απέναντί του σύσσωμη την πανεπιστημιακή κοινότητα που το θεωρεί το μεγαλύτερο βαρίδι για τον εκσυγχρονισμό μαζί με τη διαχρονική αδιαφορία των κυβερνήσεων. Το χρέος μας δυστυχώς δεν το έχουμε κάνει και είμαστε υπόλογοι στην ελληνική κοινωνία (και) γι’ αυτό.

Αντίθετα οι επαγγελματίες τραμπούκοι έχουν απέναντι τον αγαπημένο αντίπαλο αλλά και μακροχρόνιο σύμμαχό τους, το βαθύ ελληνικό κράτος. Επιβιώνουν μαζί σαν σιαμαία. Ο ένας από το αίμα του άλλου.

Το βαθύ κράτος σήμερα και χθες έκανε ό,τι μπορούσε για να στηρίξει τους συμμάχους του. Η αστυνομία δεν αρκέστηκε να υπερασπίσει τον χώρο του πανεπιστημίου από τους εισβολείς και να τους απωθήσει. Υπερέβαλλε ακόμα μια φορά στην άσκηση βίας – άσκοπης, περιττής, αναίτιας.

«Βρίσκονταν σε άμυνα!», θα μου πείτε.

Όμως υπερέβησαν τα όριά της και μάλιστα με πρόθεση.

«Δεν μπορείς εσύ να καταλάβεις το πώς αισθάνονται οι αστυνομικοί την ώρα που δέχονται επίθεση!»

Όχι, δεν μπορώ. Αλλά δεν είμαι ούτε εκπαιδευμένος ούτε επαγγελματίας όπως αυτοί.

«Αποφασίστε! Θέλετε να προστατευθεί η νομιμότητα στο Πανεπιστήμιο ή όχι;»

Δηλαδή η νομιμότητα μπορεί να προστατευθεί μόνο δια της παραβίασής της;

Το αποτέλεσμα βέβαια αυτής της λυκοφιλίας θα το δούμε την Τρίτη. Όταν θα αποχωρήσουν τα ΜΑΤ θα έχουμε εμείς να αντιμετωπίσουμε τα συνεταιράκια τους. Στην καλύτερη περίπτωση θα μας κλείσουν ξανά έξω από το πανεπιστήμιο. Στη χειρότερη θα ξεκινήσει ένας νέος κύκλος βίας εναντίον όποιων τολμούν να τα βάλουν μαζί τους. Κι εμείς; Όσο δεν μας ενοχλούν και μας επιτρέπουν να κάνουμε τη δουλίτσα μας και να παίρνουμε τον μισθουλάκο μας θα παραμερίζουμε όταν τους βλέπουμε να αρπάζουν, θα κλείνουμε τα μάτια όταν τους βλέπουμε να διαλύουν ό,τι απέμεινε, θα παραμένουμε σιωπηλοί, “δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα.”

Και φυσικά θα προσμένουμε το θάμα.

* Ο Αριστείδης Χατζής είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

(Πηγή: Aixmi.gr)


Το σχόλιό μας:

Το ότι προσυπογράφουμε απόλυτα το άρθρο, είναι περιττό να το αναφέρουμε! Ας πούμε, όμως, και δυο σκέψεις δικές μας...

Προς τους λαϊκίζοντες του Διαδικτύου (καλών φίλων συμπεριλαμβανομένων): Κάντε ένα πείραμα: Στείλτε 50 νεαρούς εθελοντές "φοιτητές" να επιχειρήσουν να καταλάβουν (εκ του "καταλαμβάνω") ένα οποιοδήποτε πανεπιστημιακό ίδρυμα του εξωτερικού, με οποιαδήποτε αιτήματα. Και, για να το κάνω ακόμα πιο χιουμοριστικό: ένα από τα αιτήματα των "φοιτητών" να είναι η απαίτηση συμμετοχής τους στα διοικητικά όργανα του πανεπιστημίου! Α, και η πλήρης και άνευ όρων και προϋποθέσεων εφαρμογή του "πανεπιστημιακού ασύλου"! Και, για να πετύχουν τους στόχους τους, να κρατήσουν ομήρους όσους τυχόν δεν τους είναι αρεστοί! Η μήπως, στη χώρα-μπάχαλο (πρέπει να) λειτουργούν διαφορετικοί ακαδημαϊκοί κανόνες απ' ό,τι στον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο;

Και, by the way, σκέφτηκαν οι επιπόλαιοι δημοσιογράφοι του συριζαϊκού τόξου, τι ασκό του Αιόλου ανοίγουν τα εμπρηστικά κείμενά τους στα οποία, ούτε λίγο-ούτε πολύ, εμφανίζουν τις (καθόλου άμεμπτες) αστυνομικές δυνάμεις σαν σαδιστικά τέρατα στην υπηρεσία κάποιου υποτιθέμενου φασιστικού καθεστώτος; Αν ανοίξει πάλι η δολοφονική όρεξη κύκλων της ανωμαλίας, ποιοι θα αναλάβουν την ηθική ευθύνη;

Δείτε ένα σχετικό "άρθρο" που, προσωπικά, το θεωρώ δείγμα άκρως επικίνδυνης, γκαιμπελικού τύπου προπαγάνδας που στοχεύει να πυροδοτήσει κοινωνικές εντάσεις με απρόβλεπτες συνέπειες:

«Γαμήστε τους!»

Του Τάσου Κωστόπουλου

Ηταν ένα θέαμα άγριο και συνάμα πρωτόγνωρο: χωρίς να πέσει ούτε πέτρα, δίχως να έχει προηγηθεί η παραμικρή αψιμαχία, η Στουρνάρη γέμισε ξαφνικά με τα ποδοπατημένα κορμιά εκατοντάδων άοπλων νέων παιδιών, που από τη μια στιγμή στην άλλη μετατράπηκαν σε πεδίο εκτόνωσης για δεκάδες άνδρες των ΜΑΤ.

Ορμώντας ξαφνικά απ’ όλες τις παρόδους, με τη μυριόστομη ιαχή «γαμήστε τους! γαμήστε τους!», οι τελευταίοι οφθαλμοφανώς το γλεντούσαν: επί ένα τέταρτο της ώρας χτυπούσαν ανελέητα τους πεσμένους φοιτητές, τους ποδοπατούσαν, τους ψέκαζαν κατάμουτρα με τις φυσούνες, εκτόξευαν μέσα στον κόσμο χειροβομβίδες «κρότου-λάμψης», σταματώντας κάποιες στιγμές, μόνο και μόνο για να εκφράσουν με βρισιές τον ενθουσιασμό τους γι’ αυτό το μονόπλευρο ξεσάλωμα. Μοναδικοί τυχεροί, όσοι λιγοστοί πρόλαβαν να μπουν από την πύλη της Στουρνάρη στο ΕΜΠ, μέσα στο περίπου μισό λεπτό που μεσολάβησε ανάμεσα στο άνοιγμά της και την επίθεση της αστυνομίας στους περίπου 1.500 διαδηλωτές.

«Εγιναν μάχες σώμα με σώμα, σκληρές μάχες σώμα με σώμα, αλλά τελικά τους αποκρούσαμε», μετέδιδε με αγωνιστικό στόμφο στον ασύρματο ο επικεφαλής της διμοιρίας στη συμβολή Στουρνάρη και Κάνιγγος, λίγο μετά την ολοκληρωτική εκκαθάριση της περιμέτρου του ιδρύματος από τους φοιτητές. Σκληρές -πραγματικά- μάχες: οι μεν ανεβοκατέβαζαν ρόπαλα και... γαμοσταυρίδια, οι δε προσπαθούσαν απεγνωσμένα να ξεφύγουν. Ή έκλαιγαν, όπως εκείνα τα κοριτσάκια που, στριμωγμένα επί ώρα από μια διμοιρία στον τοίχο του Πολυτεχνείου, μάζευαν τη μια κλοτσιά ή φυσουνιά μετά την άλλη.

Εχοντας συμπληρώσει 30 χρόνια στο ρεπορτάζ αυτού του είδους, πρώτη φορά είδα τη βίαιη διάλυση μιας ειρηνικής πορείας να μετατρέπεται σε τέτοιο απροκάλυπτο «γλέντι». Συνήθως τα ΜΑΤ δέρνουν σιωπηλά ή, το πολύ πολύ, βγάζοντας κάποιες άναρθρες «πολεμικές» κραυγές. Μετά τη μαζική ψήφο της ΕΛ.ΑΣ. προς τους ναζί, φαίνεται πως ήρθε η ώρα να δούμε τις μάχιμες μονάδες της να γιορτάζουν -κυριολεκτικά- την επέτειο του δικού τους 1973...

(Πηγή: efsyn.gr)

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Αναζητώντας το πρόσωπο πίσω από την ετικέτα…

Η μητέρα μου συνήθιζε να κάνει την κλασική ερώτηση σαν άκουγε πως η κόρη κάποιας γνωστής επρόκειτο να παντρευτεί:

– Τι παίρνει;

– Μηχανικό. Είναι του Πολυτεχνείου. Τον έχουν διορίσει στο υπουργείο τάδε!

– Α, μπράβο Μαρία μου, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι! Η ώρα η καλή!

Κάποτε δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα:

– Μα, καλά, τι παντρεύεται μια γυναίκα, άνθρωπο ή επάγγελμα;

– Δε λέω, καλός πρέπει να είναι κι ο άνθρωπος… Αλλά, το πρώτο πράγμα που έχει σημασία είναι τι δουλειά κάνει!

Το παράδειγμα, ένα από τα αμέτρητα του είδους, καταδεικνύει τη δύναμη της ετικέτας σε μια κοινωνία όπου η αυτοσυντήρηση, σε συνδυασμό με την κοινωνική ματαιοδοξία, λειτουργούν ως υποκατάστατα βαθύτερων ανθρώπινων αξιών κι ενός φιλοσοφημένου τρόπου ζωής…

Ο άνθρωπος, κυριολεκτικά, περνά τη ζωή του συλλέγοντας ετικέτες! Κάποιες τις κληρονομεί ήδη από τη μέρα της γέννησής του: «Ο γιος του φαρμακοποιού», «η κόρη της καθηγήτριας», «ο ανιψιός του υπουργού», κλπ. Στο σχολείο αρχίζει να μαζεύει δικές του: «Ο ψηλός», «η χοντρή», «ο σπασίκλας», «το φυτό», «η ανέραστη» (ή κάπως αλλιώς), «ο ξένος», «ο βάζελος», «ο γαύρος»… Στο πανεπιστήμιο, η ετικετοποίηση αποκτά κοινωνικοπολιτική χροιά: «Ο φασίστας», «ο ρατσιστής», «το κομμούνι», «ο ανάρχας», «ο θολοκουλτουριάρης»…

Αργότερα, κάποιοι «πετυχαίνουν στη ζωή τους» και αποκτούν αξιώματα και τίτλους. Έτσι, διαβάζουμε στα βιογραφικά και στις επαγγελματικές κάρτες τους: «Διευθυντής πωλήσεων της τάδε εταιρείας», «δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω», «αριστοβάθμιος μαθηματικός», «πολυνίκης προπονητής», «διακεκριμένος χειρουργός», «επιτυχημένος αρχιτέκτων», «πολυδιαβασμένος συγγραφέας», «φημισμένος στρατηγός»… Και, η απεχθέστερη πασών των ετικετών: «Προφέσορ-Δόκτωρ Τάδε, Διευθυντής του δείνα Τομέα – ή Εργαστηρίου – του Πανεπιστημίου Τάδε»!

Ναι, είναι αλήθεια: Εμείς οι (κατ’ ευφημισμόν) «δάσκαλοι» στα «ρετιρέ» της εκπαίδευσης, ανήκουμε στα λιγότερο αξιοσέβαστα όντα πάνω στον πλανήτη. Αλαζόνες και ματαιόδοξοι, μετράμε τη συμβολή μας στην ανθρώπινη γνώση με τη χρήση ψυχρών κι ανούσιων αριθμών (τόσα papers, τόσα συνέδρια, τόσες αναφορές, τόσες αφ’ υψηλού κριτικές του μόχθου άλλων…). Από την άλλη, ελάχιστα νοιαζόμαστε για τη διαμόρφωση ψυχών και το χτίσιμο χαρακτήρων των μαθητών μας (των κατά παράδοση καλούμενων «φοιτητών», έτσι ώστε να ξεχωρίζουμε από άλλα, «κατώτερα» – υποτίθεται – είδη εκπαιδευτικών, που στ’ αλήθεια είναι πολύ ανώτερα, με βάση το τιτάνιο παιδαγωγικό έργο που επιτελούν!).

Διδάσκουμε τους μαθητές μας να εξωστρέφονται όπως κι εμείς, λησμονώντας ότι η υπέρτατη γνώση είναι το «γνώθι σαυτόν», εντολή αναζήτησης νοήματος ζωής που την παπαγαλίσαμε κάποτε σε μαθήματα Φιλοσοφίας, χωρίς ποτέ να νιώσουμε το βαθύτερο μήνυμά της. Τους μαθαίνουμε να επιδιώκουν – και να κρίνονται με βάση – την ποσότητα, θυσιάζοντας, αν είναι ανάγκη, την ποιότητα. Τους δείχνουμε, με το ίδιο μας το παράδειγμα, πώς να συλλέγουν ετικέτες, αντί να αναζητούν νοήματα…

Τα τέρατα που πλάθουμε ως εκπαιδευτικοί, μα ακόμα κι ως απλοί γονείς (για να κατανείμουμε συμμετρικά και δίκαια τις ευθύνες) θα φτάσουν κάποια μέρα – όπως νωρίτερα θα έχουμε ήδη φτάσει εμείς – στο τέλος της διαδρομής. Και, ρίχνοντας μια τελευταία, σβησμένη ματιά στον καθρέφτη, θα αναρωτηθούν: «Ποιος είμαι, τελικά;» Μα, το είδωλο του προσώπου δεν θα φαίνεται πια. Θα το σκεπάζουν αναρίθμητα μικρά χαρτάκια κολλημένα πάνω του: οι ετικέτες μιας ζωής!

«Ποιος είμαι, λοιπόν;» Ο γόνος της κάποτε σπουδαίας οικογένειας; Ο δυνατός–σπασίκλας–μάγκας (κλπ.) του σχολείου; Ο ωραίος, πολιτικοποιημένος και δημοφιλής τύπος του πανεπιστημίου; Ο επιτυχημένος επαγγελματίας, που ξόδεψε μια ζωή κυνηγώντας, σαν τη σκιά του, το παραπανίσιο χρήμα; Ο σπουδαίος ρήτορας στη Βουλή, που έχασε, στο τέλος, τη φωνή του; Ο μεγάλος επιστήμων-ερευνητής, που συνέγραψε μερικές ντουζίνες επιστημονικών άρθρων που έχουν πια ξεπεραστεί και λησμονηθεί, και που κολλούσε στην πόρτα του γραφείου του – ως τρόπαιο, μα κι ως τεκμήριο ακαδημαϊκής ματαιοδοξίας – την παραμικρή αναφορά στο περίλαμπρο όνομά του;

«Ποιος είμαι;» Μια ερώτηση που, το πιθανότερο είναι πως δεν θα απαντηθεί ποτέ (αν μη τι άλλο, σ’ αυτήν εδώ τη διάσταση της ύπαρξης). Το μόνο ερώτημα που ενδέχεται να είναι εφικτό να απαντήσουμε (μερικώς, τουλάχιστον) είναι: «Ποιος δεν είμαι;»

Και, καθώς θα βρίσκουμε τις απαντήσεις, ίσως αρχίσουν τότε να ξεκολλούν μία-μία οι ετικέτες που μας έβαλαν, ή που μόνοι μας κολλήσαμε. Και ξεκινήσει έτσι να αχνοφαίνεται μια υποψία προσώπου στον καθρέφτη…

Έστω την τελευταία στιγμή, που μπορεί να ‘ναι κι η πρώτη…

Aixmi.gr