Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014
«Εγκλήματα» γνώμης και θυμωμένοι «δικαστές» στα χρόνια της κρίσης
Ο ξάδερφός μου ο Μπάμπης – τακτικός αναγνώστης του Aixmi.gr – μου είπε κάποτε, κατά τη διάρκεια ενός γεύματος: «Ξέρεις τι βρίσκω περισσότερο ενδιαφέρον στα άρθρα σου που διαβάζω; Τα σχόλια που σου γράφουν!» (Σε ελεύθερη μετάφραση: «αυτά που σου σέρνουν οι αναγνώστες».) Ναι, η κατάρριψη μιας θέσης συχνά φαντάζει ελκυστικότερη και τραβά την προσοχή περισσότερο απ’ ό,τι η ίδια η θέση!
(Παρεμπιπτόντως, στο ίδιο γεύμα, ο ξάδερφος δήλωσε με αυστηρό ύφος πως το θεωρεί τουλάχιστον «ιερόσυλο» να εκφράζω απόψεις που δεν βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με αυτές του Θανάση Γκότοβου! Αυτό, όμως, είναι ένα άλλο ζήτημα…)
Ο Μπάμπης δεν αποτελεί εξαίρεση, εκπροσωπεί μάλλον τον κανόνα. Υπάρχει πράγματι μια κρυμμένη ηδονική διάσταση στον δημόσιο λιθοβολισμό. Απ’ όποια θέση κι αν τον βιώνεις, ως φυσικός αυτουργός ή κι ως απλός θεατής. Όμως, επειδή καμία απόλαυση σ’ αυτό τον κόσμο δεν προσφέρεται δωρεάν, θα πρέπει και αυτή να έχει το τίμημά της. Με άλλα λόγια, είναι λογικό – και δίκαιο επίσης – και οι κρίνοντες να κρίνονται. Και αναφέρομαι, εδώ, στους σχολιαστές των άρθρων γνώμης στο Διαδίκτυο. Που, ιδιαίτερα στα χρόνια της λεγόμενης «κρίσης», έχουν καταστεί αυτόκλητοι εισαγγελείς…
Διάβασα πρόσφατα το ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο του Αργύρη Κωστάκη, «Τι στο διάολο σημαίνει ξεσηκώνομαι;». Ένας (όχι απαραίτητα καλοπροαίρετος) αναγνώστης θα μπορούσε να εκλάβει το ερώτημα του τίτλου ως ρητορικό, ως υποκρύπτον μια παρεμφατική προτροπή: «Τι θέλετε, τώρα, και ξεσηκώνεστε; Καλά δεν είμαστε όπως είμαστε;» Προσωπικά, θεωρώ το ερώτημα απολύτως ευθύ: «Μιλούν κάποιοι για γενικό ξεσηκωμό του λαού. Πώς ακριβώς τον οραματίζονται αυτόν, στο πλαίσιο της σύγχρονης πραγματικότητας;» Και, είναι αλήθεια ότι καμία από τις «επαναστατημένες» συνειδήσεις δεν μπήκε, μέχρι στιγμής, στον κόπο να εξηγήσει τους όρους και τους μηχανισμούς αυτής της εξέγερσης!
Αυτονόητα, ένας καλοπροαίρετα ενιστάμενος αναγνώστης που θα ερμηνεύσει το ερώτημα του τίτλου ως ρητορικό (ως εκφράζον, δηλαδή, προτροπή – ή μάλλον αποτροπή), οφείλει να κάνει δύο πράγματα: να παραθέσει τη δική του εκδοχή ως προς τη μορφή που θα πρέπει να έχει ο, κατ’ αυτόν αναγκαίος, παλλαϊκός ξεσηκωμός, και να καταρρίψει, με επιχειρήματα και όχι προσωπικές βολές, το ιδεολογικό πλαίσιο του αρθρογράφου, μέσα από το οποίο ο τελευταίος οδηγείται – υποτίθεται – στο συμπέρασμα ότι μια λαϊκή εξέγερση θα ήταν άτοπη, άκαιρη ή περιττή.
Μεταφέρω, τώρα, σχόλιο ανώνυμου (κατά τα ειωθότα!) αναγνώστη, για το υπό συζήτηση άρθρο. Όχι γιατί θεωρώ το σχόλιο ιδιαίτερα αξιόλογο, αλλά διότι είναι αντιπροσωπευτικό της νοοτροπίας μερικών αναγνωστών να βάλλουν κατά του ίδιου του αρθρογράφου, ελλείψει άλλων επιχειρημάτων απέναντι στις απόψεις του:
«Αλήθεια δεν με ξενίζει ο μικροαστισμός σου, ούτε η δικαιολόγηση της άποψής σου με τη διάχυτη αυτοαναφορικότητά σου. Με ξενίζει που ενώ είσαι νέος απ’ ότι φαίνεται, δεν αντιλαμβάνεσαι ότι τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπου σε ηθικό, υλικό, πνευματικό επίπεδο έγιναν επειδή άνθρωποι ξεσηκώθηκαν! Κανείς δεν σε αναγκάζει να ξεσηκωθείς, ούτως η άλλως ο πνευματικός θάνατος έρχεται πρώτος…»
Αν και ο πειρασμός είναι μεγάλος, δεν θα μπω στη διαδικασία της ανίχνευσης πολιτικής σκοπιμότητας πίσω απ’ αυτό το σχόλιο. Θα περιοριστώ στα αυταπόδεικτα: Ο αρθρογράφος γίνεται αποδέκτης μειωτικών χαρακτηρισμών (μικροαστισμός, αυτοπροβολή, αδυναμία αντίληψης της Ιστορίας, πνευματική νεκροφάνεια) επειδή, πολύ απλά, έθεσε ένα λογικό ερώτημα, αναλύοντας απόλυτα τους λόγους του προβληματισμού του. Και κάποιος (θαρρείς θιγόμενος προσωπικά) επιλέγει να εκφράσει τις ενστάσεις του, όχι καταδεικνύοντας το άτοπο (υποτίθεται) της επιχειρηματολογίας του γράφοντος, ούτε καν – το σπουδαιότερο – προσδιορίζοντας το ακριβές εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο «τεκμηριώνεται» η ένστασή του (δεν μας λέει πώς ακριβώς, εν τέλει, αντιλαμβάνεται εκείνος την έννοια της κοινωνικής εξέγερσης), αλλά μέσω μιας γενικόλογης, απαξιωτικής ρητορείας που στοχεύει σε πρόσωπα αντί σε ιδέες!
Αναφέρθηκα στο συγκεκριμένο σχόλιο όχι γιατί είναι το χειρότερο του είδους (δεν είναι!) αλλά γιατί, πέραν του ότι είναι πρόσφατο, είναι αντιπροσωπευτικό μιας νοοτροπίας που άκμασε ιδιαίτερα μετά την κρίση. Η οποία κρίση παρήγαγε ανθρώπους θυμωμένους, όχι μόνο με τις ίδιες τις περιστάσεις, αλλά – ίσως ακόμα περισσότερο – και με εκείνους που τυχόν αρνούνται να συν-θυμώσουν, επιλέγοντας μια πιο πραγματιστική (και, εν τέλει, πιο αισιόδοξη) στάση ζωής.
Αυτό που αδυνατεί, όμως, η κοντόφθαλμη λογική μας να αντιληφθεί είναι ότι ο θυμός είναι ο αποτελεσματικότερος χειριστικός μηχανισμός του συστήματος που ευθύνεται για – ή επωφελείται από – την κρίση! Ο θυμωμένος άνθρωπος αναλώνει τις δημιουργικές δυνάμεις του είτε σε εσωτερική φθορά (στην παθητική εκδοχή του θυμού), είτε σε εκρηκτικές συμπεριφορές που στερούνται νηφαλιότητας και ορθολογισμού. Και, αυτά τα τελευταία χαρακτηριστικά είναι προϋποθέσεις, εκ των ων ουκ άνευ, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση εκείνων ακριβώς που αντιπροσωπεύουν την αιτία του θυμού μας. Εκείνων, δηλαδή, που, με τρόπο αριστοτεχνικό, μετατρέπουν μια φοβερή οικονομική κρίση σε ατομική κρίση του ψυχισμού και του νευρικού συστήματός μας, καθιστώντας μας έτσι ψυχικά ακινητοποιημένους, ηθικά αποδυναμωμένους και, τελικά, ακίνδυνους!
Ενδίδοντας κι εγώ στη λαγνεία της «αυτοαναφορικότητας», πηγαίνω μερικά χρόνια πίσω. Τότε που ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο ακόμα εξοργιζόταν μαζί μου όταν αρνιόμουν πεισματικά να θυμώσω μετά από κάθε δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση. Λέγοντάς μου, μάλιστα, πως «όποιος δεν θυμώνει είναι ήδη νεκρός και δεν το γνωρίζει»!
Φυσικά, ο θυμός σε τίποτα δεν τη βοήθησε, τελικά, να αποφύγει τις συνέπειες της κρίσης (είναι από τα πλέον αδικημένα θύματα της τρέχουσας οικονομικής πολιτικής). Μα, το χειρότερο, ο ίδιος αυτός θυμός τής κληροδότησε προβλήματα υγείας που ακόμα και σήμερα την ταλαιπωρούν (αυτό δεν είναι δική μου εκτίμηση, είναι διάγνωση των γιατρών!).
Τώρα, έχοντας φιλοσοφήσει διαφορετικά τη ζωή, προσπαθεί να εφαρμόζει καθημερινά το σύνθημα στο οποίο η ίδια είχε σταθεί κάποτε, γραμμένο πάνω σε έναν τοίχο στο Θησείο: «Για να αλλάξεις τον κόσμο, πρέπει πρώτα να αλλάξεις τον εαυτό σου!» Και μετά (προσθέτω εγώ) έχεις όλη τη δυνατότητα, μα πρωτίστως το δημοκρατικό δικαίωμα, να αλλάξεις κι εκείνους που σήμερα σε θυμώνουν, με κάποιους άλλους που (ελπίζεις ότι) θα σε θυμώσουν λιγότερο. Τόσο απλά!
Aixmi.gr
Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014
Ντροπή και κρίμα, Μάρκο Σεφερλή!
Διαβάζω στο Aixmi.gr και δεν πιστεύω στα μάτια μου:
Τα νούμερα νούμερα και οι χαζομάρες χαζομάρες! Σκίζει ο Μάρκος Σεφερλής -τουλάχιστον τις δυο πρώτες μέρες- αλλά καλό είναι να μαζευτεί, διότι οι φάρσες του ξεπερνάνε κάθε όριο.
Το γεγονός ότι τρομοκράτησε δυο γεροντάκια, κάνοντας χαβαλέ, πόσο πετυχημένο αστείο είναι, για παράδειγμα; Λογικό ήταν, λοιπόν, να ξεσηκωθεί θύελλα αντιδράσεων στα social media.
Ο παρουσιαστής, υποδυόμενος υπάλληλο της πολεοδομίας, έλεγε στην ηλικιωμένη γυναίκα ότι πρέπει να γκρεμιστεί το σπίτι της. Το ίδιο είπε μετά και στον άρρωστο σύζυγό της, ενώ το πάνελ του τον αποθέωνε.
Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του φορέα «Γραμμή Ζωής», δήλωσε ότι θα υποβάλλει μήνυση εναντίον του αν δεν τηλεφωνήσει στο ηλικιωμένο ζευγάρι για να του ζητήσει συγνώμη.
Ο ίδιος έγραψε στο facebook:
«Σήμερα στην εθνική τηλεφωνική γραμμή για ηλικιωμένους SOS 1065 δεχθήκαμε πλήθος κλήσεων-καταγγελιών για την ανάρμοστη συμπεριφορά του παρουσιαστή κυρίου Μάρκου Σεφερλή σε ηλικιωμένους. Στόχος του ήταν να γελοιοποιήσει ηλικιωμένα άτομα χρησιμοποιώντας τον φόβο και τον πανικό με σκοπό την υψηλή τηλεθέαση και ως εκ τούτου το οικονομικό όφελος τόσο για την εκπομπή του όσο και τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA. Η πολυπληθής παρέα του κ. Σεφερλή στην εκπομπή αποτελούμενη από επαγγελματίες πανελίστες επικροτούσε το ανάρμοστο και αγενέστατο κατόρθωμα του παρουσιαστή, με γέλια κραυγές και χειροκροτήματα. Ο Φορέας μας ΓΡΑΜΜΗ ΖΩΗΣ καλεί τον παρουσιαστή εντός δύο (2) ημερών να τηλεφωνήσει στους ηλικιωμένους που χλεύασε σήμερα και να τους ζητήσει Δημόσια Συγνώμη, παράλληλα να δηλώσει δημόσια ότι δεν θα επαναλάβει τέτοιου είδους «αστεία» σε ηλικιωμένα άτομα. Σε αντίθετη περίπτωση και μετά πάροδο δύο ημερών ο Φορέας μας θα υποβάλει μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου».
Δείτε το βίντεο από την εκπομπή:
Και μερικά σχόλια από το YouTube (διατηρώ την ορθογραφία τους):
Και στο δημοτικό όταν κάποιος έπαιρνε από καρτοτηλέφωνο για να κάνει πλάκα ντρεπόμασταν για λογαριασμό του!
Είναι δυνατόν τόσα ρεμάλια εκεί 30-40 χρονών να κάνουν έτσι?? Τόσο ξεφτίλα πια γι αυτή την τηλεθέαση??
Σε μια τετοια εποχη, που κατι τετοιο μονο φαρσα δεν μπορει, πια, να θεωρηθει με τους ανθρωπους που χανουν τα σπιτια τους, αυτος ο κατ ευφημισμον κωμικος, γνωστος για το χοντρο του χιουμορ, παιρνει τηλεφωνο δυο ανθρωπους να τους τρομοκρατησει, γιατι επ ουδενι δε θεωρειται "αστειο" αυτο. Και μαλιστα τι ανθρωπους;; Ηλικιωμενους. Ευπιστους, ευαλωτους. Ο Σεφερλης τους ακουγε να τρομαζουν και χαμογελουσε, σαν εξαχρονο. Και ναι, ο Σεφερλης ειναι γνωστος χοντρανθρωπος, οι αλλοι που γελουσαν με τον πονο δυο ηλικιωμενων ανθρωπων;;;; Αυτοι οι μαλακες, που βγαινουν και χαζογελανε και κοροιδευουν ανθρωπους με τα διπλα τους χρονια, αυτοι σε ποια κατηγορια ανθρωπων ανηκουν;;;;
Αίσχος ρε φίλε..
Δεν λέω όχι στις πλάκες, αλλά όταν ακούς ηλικιωμένους από την άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής..?
Τι να πω..?
Ούτε σε ξέρουν, ούτε και ενδιαφέρονται να μάθουν ποιος είστε Κύριε Σεφερλή..
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας χρήζουν τον σεβασμό όλων μας.
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, που θα μπορούσαν να είναι οι δικοί σας γονείς.
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, που το μόνο που τους έλειπε, ήταν ένας
παρα-μορφωμένος και ακριβοπληρωμένος παρουσιαστής, και μερικές γλάστρες με μυαλό φύκου να τους περιγελούν..!
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, που οι ακριβοπληρωμένοι μας πολιτικοί, τήνουν να τους εξοντώσουν πριν της ώρας τους.
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, που δεν έχασαν ποτέ την αξιοπρέπειά τους.
Συνεχίστε έτσι κύριε Σεφερλή, και να είστε σίγουρος ότι θα έχετε και τον δικό μας σεβασμό τόσο τώρα όσο και στην αντίστοιχη ηλικία.
Αν ο άνθρωπος πάθαινε κανένα εγκεφαλικό εκείνη την ώρα από τη σύγχυση, θα συνεχίζατε να γελάτε σαν πιθήκια??? (και το team της συμφοράς του πλατό και οι οπαδοί της αθλιότητας).... και μια απορία. Αλήθεια, γιατί τους έχουν βάλει και κάθονται έτσι με τα καρεκλάκια, στη σειρά? Θα πουν μάθημα ή θα δείξουν τις χειροτεχνίες τους από πλαστελίνη???!!!!!
Αυτός ο παντελώς ατάλαντος άνθρωπος ταιριάζει γάντι στην παντελώς ακαλαίσθητη αισθητική της "ελεύθερης" (βλ. ιδιωτικής) τους τηλεόρασης. Κι έτσι όπως βλέπω όλους τους ατάλαντους, τους κωλογλύφτες, και τις βαμμένες μαζί να χαχανίζουν σαν τα ζώα μπροστά σ' αυτήν την απόλυτη έλλειψη αστείου που συνοδεύεται από την χειρότερη ξετσιπωσιά, θυμάμαι το παλιό εκείνο τραγουδάκι του Τζιμάκου πριν είκοσι τόσα χρόνια : Φάτε τους!
γιατι αυτη τη στιγμη ντρεπομαι βλεποντας αυτο το βιντεο και οι 20 κατι μαλακες που ειναι εκει καθονται και γελάνε και χειροκροτανε αυτο το μαλάκα γι'αυτη την αισχρη "πλάκα"? τι σκατά? και όχι επειδή ετυχε να ειναι σε ηλικιωμενους, γενικά ειναι για το μπουτσο τετοιες πλακες και οσοι γελανε μαυτα. ποιοι είναι αυτοι οι μαλάκες που μας βγαζουν και βλεπουμε στη τηλεοραση?
Αυτοι οι ηλικιωμενοι ειναι που θα του γεμισουν το θεατρο, η ξεφτιλα του Σερφελη σε ολο της το μεγαλειο. Αν η γριουλα παθαινε ενα εμφραγμα ας πουμε τοτε τι θα ελεγε ο κυριος Σερφελης. Ντροπη στον ιδιο, αλλα ακομα μεγαλυτερη στο καναλι που δεν τον μαζεψε και στους τηλεθεατες που τον στηριζουν σε αυτη την ξεφτιλα. Ελπιζω το ΕΣΡ να αναλαβει δραση. Δεν ειναι δυνατον να γινονται νταβατζηδες της τηλεθεασης.
Κανονικά θα έπρεπε να βγει με κατεβασμένα τα μούτρα και να ζητήσει δημόσια συγνώμη, να παραδεχτεί ότι είναι ένας Καραγκιόζης αλλά και να επέμβει σωστά για μια φορά το ΕΣΡ...αλλά σιγά μη λειτουργήσει και κάτι σωστά σε αυτή τη χώρα...θα συνεχίσει να χαχανίζει μαζί με όλα τα ζώα που τον ακολουθούν...α ρε Ελλάδα..
Βλάκας ατάλαντος και γλοιώδης, Ο {λεμε τωρα} ηθοποιός που μονο 10χρονα μπορουν να τον παρακολουθησουν, στο χείριστο ρόλο του.
ΚΤΗΝΩΔΙΑ..... Μόνο αυτο! Ντροπη του και ντροπη σ ολους αυτους που παρακολουθησαν αυτο το ΑΙΣΧΟΣ προσφεροντας του τηλεθεαση!!
Εύχομαι τα γεροντάκια να μην σου γεμίσουν το καλοκαίρι το Δελφινάριο, τελειωμένε ηθοποιέ!
Απο τις λιγες φορές που δεν γελαει καποιος με το Σεφερλη .....Κρίμα.
Μόνο σε μια χώρα όπως στην εδω μπανανία θα μπορούσε αυτό το εμετικό ανθρωποειδές να έχει κοινό!
δεν ξέρω τι είναι χειρότερο. ότι έκανε φάρσα σε ηλικιωμένους; ότι συνέχισε όταν είδε πως δεν καταλαβαίνουν και έδειχναν τρομαγμένοι ή ότι κορόιδευε στο τέλος τον παππού για τον τρόπο που μιλάει; σε όλα λάθος.
Η κατάντια μας... νομίζει ότι κάνει χιούμορ κοροιδεύοντας τους παπούδες και έχοντας γλαστροπερσόνες να χειροκροτούν...
οταν το δραμα ρουφαει σαν μαυρη τρυπα τη φαρσοκωμωδια.....οταν η σκληρη πραγματικοτητα γειωνει το τιποτα της φτιαχτης τηλεορασης και αποκαλυπτει ποσο μηδεν ειναι....
Ειναι δυνατον;; η λεξη ΓΕΛΟΙΟΣ ειναι λιγη για τον περιγραψει..και τα ανθρωπακια απο κατω χαζογελανε κ επικροτουν κιολας. Ας βαλουμε λιγο μυαλο κ ας σεβαστουμε την τριτη ηλικια, που τοσα προβληματα αντιμετωπιζει σ αυτη τη χωρα.
Το .... εκστασιασμένο πανέξυπνο (με IQ ραδικιού) κοινό στο στούντιο γελάει & χειροκροτάει για το ΧΟΥΜΟΡ του homo πίθηκου..... Ελλάδα 2014..... Δύστυχώς αρκετοί τριγύρω μας ζούνε σε γυάλα & σε ένα παράλληλο δικό τους σύμπαν.....
Νομίζω δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα...!
Τα νούμερα νούμερα και οι χαζομάρες χαζομάρες! Σκίζει ο Μάρκος Σεφερλής -τουλάχιστον τις δυο πρώτες μέρες- αλλά καλό είναι να μαζευτεί, διότι οι φάρσες του ξεπερνάνε κάθε όριο.
Το γεγονός ότι τρομοκράτησε δυο γεροντάκια, κάνοντας χαβαλέ, πόσο πετυχημένο αστείο είναι, για παράδειγμα; Λογικό ήταν, λοιπόν, να ξεσηκωθεί θύελλα αντιδράσεων στα social media.
Ο παρουσιαστής, υποδυόμενος υπάλληλο της πολεοδομίας, έλεγε στην ηλικιωμένη γυναίκα ότι πρέπει να γκρεμιστεί το σπίτι της. Το ίδιο είπε μετά και στον άρρωστο σύζυγό της, ενώ το πάνελ του τον αποθέωνε.
Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του φορέα «Γραμμή Ζωής», δήλωσε ότι θα υποβάλλει μήνυση εναντίον του αν δεν τηλεφωνήσει στο ηλικιωμένο ζευγάρι για να του ζητήσει συγνώμη.
Ο ίδιος έγραψε στο facebook:
«Σήμερα στην εθνική τηλεφωνική γραμμή για ηλικιωμένους SOS 1065 δεχθήκαμε πλήθος κλήσεων-καταγγελιών για την ανάρμοστη συμπεριφορά του παρουσιαστή κυρίου Μάρκου Σεφερλή σε ηλικιωμένους. Στόχος του ήταν να γελοιοποιήσει ηλικιωμένα άτομα χρησιμοποιώντας τον φόβο και τον πανικό με σκοπό την υψηλή τηλεθέαση και ως εκ τούτου το οικονομικό όφελος τόσο για την εκπομπή του όσο και τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA. Η πολυπληθής παρέα του κ. Σεφερλή στην εκπομπή αποτελούμενη από επαγγελματίες πανελίστες επικροτούσε το ανάρμοστο και αγενέστατο κατόρθωμα του παρουσιαστή, με γέλια κραυγές και χειροκροτήματα. Ο Φορέας μας ΓΡΑΜΜΗ ΖΩΗΣ καλεί τον παρουσιαστή εντός δύο (2) ημερών να τηλεφωνήσει στους ηλικιωμένους που χλεύασε σήμερα και να τους ζητήσει Δημόσια Συγνώμη, παράλληλα να δηλώσει δημόσια ότι δεν θα επαναλάβει τέτοιου είδους «αστεία» σε ηλικιωμένα άτομα. Σε αντίθετη περίπτωση και μετά πάροδο δύο ημερών ο Φορέας μας θα υποβάλει μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου».
Δείτε το βίντεο από την εκπομπή:
Και μερικά σχόλια από το YouTube (διατηρώ την ορθογραφία τους):
Και στο δημοτικό όταν κάποιος έπαιρνε από καρτοτηλέφωνο για να κάνει πλάκα ντρεπόμασταν για λογαριασμό του!
Είναι δυνατόν τόσα ρεμάλια εκεί 30-40 χρονών να κάνουν έτσι?? Τόσο ξεφτίλα πια γι αυτή την τηλεθέαση??
Σε μια τετοια εποχη, που κατι τετοιο μονο φαρσα δεν μπορει, πια, να θεωρηθει με τους ανθρωπους που χανουν τα σπιτια τους, αυτος ο κατ ευφημισμον κωμικος, γνωστος για το χοντρο του χιουμορ, παιρνει τηλεφωνο δυο ανθρωπους να τους τρομοκρατησει, γιατι επ ουδενι δε θεωρειται "αστειο" αυτο. Και μαλιστα τι ανθρωπους;; Ηλικιωμενους. Ευπιστους, ευαλωτους. Ο Σεφερλης τους ακουγε να τρομαζουν και χαμογελουσε, σαν εξαχρονο. Και ναι, ο Σεφερλης ειναι γνωστος χοντρανθρωπος, οι αλλοι που γελουσαν με τον πονο δυο ηλικιωμενων ανθρωπων;;;; Αυτοι οι μαλακες, που βγαινουν και χαζογελανε και κοροιδευουν ανθρωπους με τα διπλα τους χρονια, αυτοι σε ποια κατηγορια ανθρωπων ανηκουν;;;;
Αίσχος ρε φίλε..
Δεν λέω όχι στις πλάκες, αλλά όταν ακούς ηλικιωμένους από την άλλη πλευρά της τηλεφωνικής γραμμής..?
Τι να πω..?
Ούτε σε ξέρουν, ούτε και ενδιαφέρονται να μάθουν ποιος είστε Κύριε Σεφερλή..
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας χρήζουν τον σεβασμό όλων μας.
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, που θα μπορούσαν να είναι οι δικοί σας γονείς.
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, που το μόνο που τους έλειπε, ήταν ένας
παρα-μορφωμένος και ακριβοπληρωμένος παρουσιαστής, και μερικές γλάστρες με μυαλό φύκου να τους περιγελούν..!
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, που οι ακριβοπληρωμένοι μας πολιτικοί, τήνουν να τους εξοντώσουν πριν της ώρας τους.
Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, που δεν έχασαν ποτέ την αξιοπρέπειά τους.
Συνεχίστε έτσι κύριε Σεφερλή, και να είστε σίγουρος ότι θα έχετε και τον δικό μας σεβασμό τόσο τώρα όσο και στην αντίστοιχη ηλικία.
Αν ο άνθρωπος πάθαινε κανένα εγκεφαλικό εκείνη την ώρα από τη σύγχυση, θα συνεχίζατε να γελάτε σαν πιθήκια??? (και το team της συμφοράς του πλατό και οι οπαδοί της αθλιότητας).... και μια απορία. Αλήθεια, γιατί τους έχουν βάλει και κάθονται έτσι με τα καρεκλάκια, στη σειρά? Θα πουν μάθημα ή θα δείξουν τις χειροτεχνίες τους από πλαστελίνη???!!!!!
Αυτός ο παντελώς ατάλαντος άνθρωπος ταιριάζει γάντι στην παντελώς ακαλαίσθητη αισθητική της "ελεύθερης" (βλ. ιδιωτικής) τους τηλεόρασης. Κι έτσι όπως βλέπω όλους τους ατάλαντους, τους κωλογλύφτες, και τις βαμμένες μαζί να χαχανίζουν σαν τα ζώα μπροστά σ' αυτήν την απόλυτη έλλειψη αστείου που συνοδεύεται από την χειρότερη ξετσιπωσιά, θυμάμαι το παλιό εκείνο τραγουδάκι του Τζιμάκου πριν είκοσι τόσα χρόνια : Φάτε τους!
γιατι αυτη τη στιγμη ντρεπομαι βλεποντας αυτο το βιντεο και οι 20 κατι μαλακες που ειναι εκει καθονται και γελάνε και χειροκροτανε αυτο το μαλάκα γι'αυτη την αισχρη "πλάκα"? τι σκατά? και όχι επειδή ετυχε να ειναι σε ηλικιωμενους, γενικά ειναι για το μπουτσο τετοιες πλακες και οσοι γελανε μαυτα. ποιοι είναι αυτοι οι μαλάκες που μας βγαζουν και βλεπουμε στη τηλεοραση?
Αυτοι οι ηλικιωμενοι ειναι που θα του γεμισουν το θεατρο, η ξεφτιλα του Σερφελη σε ολο της το μεγαλειο. Αν η γριουλα παθαινε ενα εμφραγμα ας πουμε τοτε τι θα ελεγε ο κυριος Σερφελης. Ντροπη στον ιδιο, αλλα ακομα μεγαλυτερη στο καναλι που δεν τον μαζεψε και στους τηλεθεατες που τον στηριζουν σε αυτη την ξεφτιλα. Ελπιζω το ΕΣΡ να αναλαβει δραση. Δεν ειναι δυνατον να γινονται νταβατζηδες της τηλεθεασης.
Κανονικά θα έπρεπε να βγει με κατεβασμένα τα μούτρα και να ζητήσει δημόσια συγνώμη, να παραδεχτεί ότι είναι ένας Καραγκιόζης αλλά και να επέμβει σωστά για μια φορά το ΕΣΡ...αλλά σιγά μη λειτουργήσει και κάτι σωστά σε αυτή τη χώρα...θα συνεχίσει να χαχανίζει μαζί με όλα τα ζώα που τον ακολουθούν...α ρε Ελλάδα..
Βλάκας ατάλαντος και γλοιώδης, Ο {λεμε τωρα} ηθοποιός που μονο 10χρονα μπορουν να τον παρακολουθησουν, στο χείριστο ρόλο του.
ΚΤΗΝΩΔΙΑ..... Μόνο αυτο! Ντροπη του και ντροπη σ ολους αυτους που παρακολουθησαν αυτο το ΑΙΣΧΟΣ προσφεροντας του τηλεθεαση!!
Εύχομαι τα γεροντάκια να μην σου γεμίσουν το καλοκαίρι το Δελφινάριο, τελειωμένε ηθοποιέ!
Απο τις λιγες φορές που δεν γελαει καποιος με το Σεφερλη .....Κρίμα.
Μόνο σε μια χώρα όπως στην εδω μπανανία θα μπορούσε αυτό το εμετικό ανθρωποειδές να έχει κοινό!
δεν ξέρω τι είναι χειρότερο. ότι έκανε φάρσα σε ηλικιωμένους; ότι συνέχισε όταν είδε πως δεν καταλαβαίνουν και έδειχναν τρομαγμένοι ή ότι κορόιδευε στο τέλος τον παππού για τον τρόπο που μιλάει; σε όλα λάθος.
Η κατάντια μας... νομίζει ότι κάνει χιούμορ κοροιδεύοντας τους παπούδες και έχοντας γλαστροπερσόνες να χειροκροτούν...
οταν το δραμα ρουφαει σαν μαυρη τρυπα τη φαρσοκωμωδια.....οταν η σκληρη πραγματικοτητα γειωνει το τιποτα της φτιαχτης τηλεορασης και αποκαλυπτει ποσο μηδεν ειναι....
Ειναι δυνατον;; η λεξη ΓΕΛΟΙΟΣ ειναι λιγη για τον περιγραψει..και τα ανθρωπακια απο κατω χαζογελανε κ επικροτουν κιολας. Ας βαλουμε λιγο μυαλο κ ας σεβαστουμε την τριτη ηλικια, που τοσα προβληματα αντιμετωπιζει σ αυτη τη χωρα.
Το .... εκστασιασμένο πανέξυπνο (με IQ ραδικιού) κοινό στο στούντιο γελάει & χειροκροτάει για το ΧΟΥΜΟΡ του homo πίθηκου..... Ελλάδα 2014..... Δύστυχώς αρκετοί τριγύρω μας ζούνε σε γυάλα & σε ένα παράλληλο δικό τους σύμπαν.....
Νομίζω δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα...!
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014
Μ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ - ΓΡ. ΜΠΙΘIΚΩΤΣΗΣ: "ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ"
"Δραπετσώνα"
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μπουζούκι - Δεύτερη Φωνή: Μανώλης Χιώτης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μπουζούκι - Δεύτερη Φωνή: Μανώλης Χιώτης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014
Ο πορσελάνινος κουμπαράς (η ιστορία ενός «ηλίθιου» της εποχής)
Τον είδε στη βιτρίνα καθώς περνούσε έξω από το καινούργιο μαγαζί με είδη δώρων. Ναι, ήταν σίγουρα ολόιδιος με εκείνον που έψαχνε για χρόνια! Ώσπου κουράστηκε πια να τον αναζητά, και το πήρε απόφαση πως άλλος σαν αυτόν δεν υπήρχε…
Δεν είχε βγει ποτέ απ’ το μυαλό του εκείνος ο παράξενα όμορφος κουμπαράς από πορσελάνη, που του ‘χε κάνει δώρο ο παππούς. «Δια να μάθεις και να εκτιμήσεις την σημασίαν της αποταμιεύσεως», του είχε πει. Κι εκείνος, υπακούοντας στα κελεύσματα της σοφίας, έσωζε πάντα ένα μέρος από το καθημερινό του χαρτζιλίκι για να «ταΐσει» το πάντα αχόρταγο γουρουνάκι!
Μα, κάποια στιγμή αναγκάστηκε να τον σπάσει πριν της ώρας του. Ένας συμμαθητής στο σχολείο πέταξε άτσαλα τη μπάλα πάνω στο τζάμι του γραφείου του διευθυντή, και τώρα του ζητούσαν να πληρώσει για την αποκατάσταση της ζημιάς. Οι γονείς ήταν φτωχοί, και σίγουρα θα τον μάλωναν αν το μάθαιναν… Έπεσε στα πόδια του φίλου του για βοήθεια. Κι εκείνος – με βαριά καρδιά, είν’ αλήθεια – δεν αρνήθηκε να την προσφέρει, θυσιάζοντας το πιο χρήσιμο δώρο που του’ χαν κάνει ποτέ…
Και να που τώρα η μνήμη των παιδικών χρόνων ξαναζωντάνευε στη βιτρίνα ενός συνοικιακού καταστήματος! Όχι που θα ‘χε πια κάποια χρηστική αξία, βέβαια. Τα χρήματα ήταν τώρα λίγα, πολύ λίγα. Πού περιθώριο γι’ αποταμίευση; Από τότε που τον απόλυσαν απ’ το νοσοκομείο, ζούσε κάνοντας μικροδουλειές, ίσα να βγάζει τα απολύτως απαραίτητα. Όμως, δεν γκρίνιαζε: το χρήμα ποτέ δεν το αγάπησε, κι είναι αμφίβολο, τελικά, αν κάποτε θα ‘σπαζε κι εκείνο τον παλιό κουμπαρά!
Του αρκούσε που έβλεπε γύρω του ανθρώπους ζωντανούς και υγιείς. Κι αυτό, σε μεγάλο βαθμό, χάρη στο φάρμακο της φοβερής αρρώστιας, που εκείνος είχε κατορθώσει ν’ ανακαλύψει όταν ακόμα δούλευε σαν γιατρός. Όμως, έκανε το λάθος να μην κατοχυρώσει την ανακάλυψή του. Βλέπετε, η διασημότητα ποτέ δεν τον ενδιέφερε. Ήθελε να ‘ναι ένας αφανής εργάτης της επιστήμης που θα αφιέρωνε τον εαυτό του στο καλό της ανθρωπότητας και μόνο. Κι ας έμενε, στο τέλος, άσημος και παραγνωρισμένος…
Σαν κινηματογραφική ταινία περνά η ζωή του απ’ τα μάτια του, καθώς στέκει σαστισμένος κι αναποφάσιστος μπρος στη βιτρίνα… Είχε δείξει, τότε, τη χημική φόρμουλα στον καλύτερο φίλο του στο νοσοκομείο, τον μοναδικό άνθρωπο που εμπιστευόταν. Κι εκείνος υποσχέθηκε πως θα τη μελετήσει προσεκτικά με τη βοήθεια ειδικών, που ήταν όλοι τους άνθρωποι εμπιστοσύνης. Και, πράγματι, σε λίγες βδομάδες του ’φερε τα κακά μαντάτα: Η φόρμουλα ήταν λάθος! Κάποια απροσεξία στους ενδιάμεσους υπολογισμούς, και το αποτέλεσμα δεν θα οδηγούσε, τελικά, σε τίποτα καλύτερο από μια απλή ασπιρίνη!
Μαζί με την απογοήτευση, ένιωσε τότε κι απέραντη ευγνωμοσύνη για τον καλό του φίλο, που τον είχε γλιτώσει από ένα φοβερό επιστημονικό ατόπημα. Ώσπου μια μέρα, ξεφυλλίζοντας ένα ιατρικό περιοδικό, διάβασε την είδηση: «Ομάδα Ελλήνων ερευνητών γιατρών ανακοινώνει σε διεθνές ιατρικό συνέδριο την ανακάλυψη του φαρμάκου για τη φοβερή αρρώστια. Υποψήφιοι για το επόμενο βραβείο Νόμπελ!»
Και, σαν να μην έφτανε αυτό, η «ομάδα» – μέλη, όλοι, του επιστημονικού προσωπικού του νοσοκομείου, με επικεφαλής τον «φίλο» του – έστησε σε βάρος του μια πλεκτάνη που οδήγησε στην απόλυσή του και την αφαίρεση της άδειάς του να εργάζεται ως γιατρός. Τώρα, έτσι «ξεδοντιασμένος» ηθικά και επαγγελματικά, ποιος θα του ‘δινε σημασία αν έβγαινε και αποκάλυπτε την αλήθεια;
Το τελευταίο χτύπημα δεν του το ‘δωσε η μοίρα, μα η επί γης εκπρόσωπός της: η γυναίκα. Και, συγκεκριμένα, η δική του γυναίκα, που τον εγκατέλειψε λέγοντάς του πως δεν ήθελε να ζει με έναν «αποτυχημένο», έναν «ηλίθιο ρομαντικό» που «αρνείται να μεγαλώσει» και να αναμετρηθεί με τις σκληρές πραγματικότητες της ζωής!
…Έψαξε ξανά την τσέπη του. Τα χρήματα μόλις που ξεπερνούσαν όσα χρειάζονταν για ένα πιάτο φαΐ, έναν καφέ και την εφημερίδα του. Μα, να, ίσα που έφταναν για τον κουμπαρά! Περίπου, δηλαδή, αν το κατάστημα έκανε και μια μικρή έκπτωση…
Ο καταστηματάρχης φάνηκε κατανοητικός και δέχτηκε να κάνει σκόντο. Εξάλλου, ποιος θα αγόραζε, στην εποχή μας, έναν πορσελάνινο κουμπαρά με γουρουνίσια όψη; Κρατώντας ευλαβικά το πολύτιμο απόκτημα στα χέρια του, ο ήρωάς μας κατευθύνθηκε προς το ταμείο…
Εκείνη τη στιγμή, ένα πολυτελές μαύρο αμάξι πάρκαρε άτσαλα έξω στο πεζοδρόμιο. Ο οδηγός μπήκε φουριόζος στο κατάστημα. Ρωτούσε για κάτι γυαλικά… Όταν του έδειξαν, κίνησε βιαστικά προς τα κει, κόβοντας δρόμο από το διάδρομο του ταμείου. Με την ορμή του υπερτραφούς σωματότυπού του, παρέσυρε το άτυχο γουρουνάκι που ξέφυγε από τα χέρια που το κρατούσαν και έγινε θρύψαλα στο πάτωμα του μαγαζιού! Δεν γύρισε καν πίσω να κοιτάξει, ούτε να ζητήσει συγνώμη. Στις φωνές του καταστηματάρχη, το μόνο που βρήκε να πει, ήταν: «Καλά, μη φωνάζεις, θα σου το πληρώσω! Σιγά το κρύσταλλο Βοημίας!»
…Έμεινε ασάλευτος ώρα πολλή, κοιτάζοντας τα απομεινάρια ενός παιδικού ονείρου που έμελλε να μείνει ανεκπλήρωτο. Τέλος, βρήκε τη δύναμη και κίνησε προς την έξοδο. Σαν βγήκε, κάθισε για λίγο στα σκαλοπάτια του διπλανού σπιτιού. Κι εκεί, ξέσπασε σε αναφιλητά καθώς ήρθε για πρώτη του φορά αντιμέτωπος με την αμφιβολία: «Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, θυσίασα τη ζωή μου;»
Απάντηση στο ρητορικό ερώτημά του δε βρήκε, κι έτσι, με το κεφάλι σκυφτό, πήρε το δρόμο για τη στάση του λεωφορείου. Περνώντας έξω από το τοπικό σούπερ-μάρκετ, είδε τη γριούλα που, όπως κάθε μέρα, ζητιάνευε εκεί. Στο πλάι της, ένα πλαστικό τασάκι με λίγα ψιλά…
Δεν ένιωθε πια να πεινά, κι οι τίτλοι των εφημερίδων στο περίπτερο του φαίνονταν σήμερα αδιάφοροι. Έτσι, οι πολύτιμες οικονομίες της μέρας – αυτές που, λίγο ακόμα και θα του ‘χαν χαρίσει μια ανέλπιστη ευτυχία – του ήταν πια άχρηστες, έμοιαζαν με περιττό βάρος στην τσέπη του.
Δίχως την αίσθηση πως έκανε κάποια σπουδαία πράξη, άδειασε ολόκληρο το περιεχόμενο του φθαρμένου πορτοφολιού στο πλαστικό τασάκι…
(Αφιερωμένο σε όλους τους «ηλίθιους» αυτού του κόσμου, που δεν βρήκαν – μα κι ούτε ζήτησαν να βρουν – δικαίωση…)
Aixmi.gr
Δεν είχε βγει ποτέ απ’ το μυαλό του εκείνος ο παράξενα όμορφος κουμπαράς από πορσελάνη, που του ‘χε κάνει δώρο ο παππούς. «Δια να μάθεις και να εκτιμήσεις την σημασίαν της αποταμιεύσεως», του είχε πει. Κι εκείνος, υπακούοντας στα κελεύσματα της σοφίας, έσωζε πάντα ένα μέρος από το καθημερινό του χαρτζιλίκι για να «ταΐσει» το πάντα αχόρταγο γουρουνάκι!
Μα, κάποια στιγμή αναγκάστηκε να τον σπάσει πριν της ώρας του. Ένας συμμαθητής στο σχολείο πέταξε άτσαλα τη μπάλα πάνω στο τζάμι του γραφείου του διευθυντή, και τώρα του ζητούσαν να πληρώσει για την αποκατάσταση της ζημιάς. Οι γονείς ήταν φτωχοί, και σίγουρα θα τον μάλωναν αν το μάθαιναν… Έπεσε στα πόδια του φίλου του για βοήθεια. Κι εκείνος – με βαριά καρδιά, είν’ αλήθεια – δεν αρνήθηκε να την προσφέρει, θυσιάζοντας το πιο χρήσιμο δώρο που του’ χαν κάνει ποτέ…
Και να που τώρα η μνήμη των παιδικών χρόνων ξαναζωντάνευε στη βιτρίνα ενός συνοικιακού καταστήματος! Όχι που θα ‘χε πια κάποια χρηστική αξία, βέβαια. Τα χρήματα ήταν τώρα λίγα, πολύ λίγα. Πού περιθώριο γι’ αποταμίευση; Από τότε που τον απόλυσαν απ’ το νοσοκομείο, ζούσε κάνοντας μικροδουλειές, ίσα να βγάζει τα απολύτως απαραίτητα. Όμως, δεν γκρίνιαζε: το χρήμα ποτέ δεν το αγάπησε, κι είναι αμφίβολο, τελικά, αν κάποτε θα ‘σπαζε κι εκείνο τον παλιό κουμπαρά!
Του αρκούσε που έβλεπε γύρω του ανθρώπους ζωντανούς και υγιείς. Κι αυτό, σε μεγάλο βαθμό, χάρη στο φάρμακο της φοβερής αρρώστιας, που εκείνος είχε κατορθώσει ν’ ανακαλύψει όταν ακόμα δούλευε σαν γιατρός. Όμως, έκανε το λάθος να μην κατοχυρώσει την ανακάλυψή του. Βλέπετε, η διασημότητα ποτέ δεν τον ενδιέφερε. Ήθελε να ‘ναι ένας αφανής εργάτης της επιστήμης που θα αφιέρωνε τον εαυτό του στο καλό της ανθρωπότητας και μόνο. Κι ας έμενε, στο τέλος, άσημος και παραγνωρισμένος…
Σαν κινηματογραφική ταινία περνά η ζωή του απ’ τα μάτια του, καθώς στέκει σαστισμένος κι αναποφάσιστος μπρος στη βιτρίνα… Είχε δείξει, τότε, τη χημική φόρμουλα στον καλύτερο φίλο του στο νοσοκομείο, τον μοναδικό άνθρωπο που εμπιστευόταν. Κι εκείνος υποσχέθηκε πως θα τη μελετήσει προσεκτικά με τη βοήθεια ειδικών, που ήταν όλοι τους άνθρωποι εμπιστοσύνης. Και, πράγματι, σε λίγες βδομάδες του ’φερε τα κακά μαντάτα: Η φόρμουλα ήταν λάθος! Κάποια απροσεξία στους ενδιάμεσους υπολογισμούς, και το αποτέλεσμα δεν θα οδηγούσε, τελικά, σε τίποτα καλύτερο από μια απλή ασπιρίνη!
Μαζί με την απογοήτευση, ένιωσε τότε κι απέραντη ευγνωμοσύνη για τον καλό του φίλο, που τον είχε γλιτώσει από ένα φοβερό επιστημονικό ατόπημα. Ώσπου μια μέρα, ξεφυλλίζοντας ένα ιατρικό περιοδικό, διάβασε την είδηση: «Ομάδα Ελλήνων ερευνητών γιατρών ανακοινώνει σε διεθνές ιατρικό συνέδριο την ανακάλυψη του φαρμάκου για τη φοβερή αρρώστια. Υποψήφιοι για το επόμενο βραβείο Νόμπελ!»
Και, σαν να μην έφτανε αυτό, η «ομάδα» – μέλη, όλοι, του επιστημονικού προσωπικού του νοσοκομείου, με επικεφαλής τον «φίλο» του – έστησε σε βάρος του μια πλεκτάνη που οδήγησε στην απόλυσή του και την αφαίρεση της άδειάς του να εργάζεται ως γιατρός. Τώρα, έτσι «ξεδοντιασμένος» ηθικά και επαγγελματικά, ποιος θα του ‘δινε σημασία αν έβγαινε και αποκάλυπτε την αλήθεια;
Το τελευταίο χτύπημα δεν του το ‘δωσε η μοίρα, μα η επί γης εκπρόσωπός της: η γυναίκα. Και, συγκεκριμένα, η δική του γυναίκα, που τον εγκατέλειψε λέγοντάς του πως δεν ήθελε να ζει με έναν «αποτυχημένο», έναν «ηλίθιο ρομαντικό» που «αρνείται να μεγαλώσει» και να αναμετρηθεί με τις σκληρές πραγματικότητες της ζωής!
…Έψαξε ξανά την τσέπη του. Τα χρήματα μόλις που ξεπερνούσαν όσα χρειάζονταν για ένα πιάτο φαΐ, έναν καφέ και την εφημερίδα του. Μα, να, ίσα που έφταναν για τον κουμπαρά! Περίπου, δηλαδή, αν το κατάστημα έκανε και μια μικρή έκπτωση…
Ο καταστηματάρχης φάνηκε κατανοητικός και δέχτηκε να κάνει σκόντο. Εξάλλου, ποιος θα αγόραζε, στην εποχή μας, έναν πορσελάνινο κουμπαρά με γουρουνίσια όψη; Κρατώντας ευλαβικά το πολύτιμο απόκτημα στα χέρια του, ο ήρωάς μας κατευθύνθηκε προς το ταμείο…
Εκείνη τη στιγμή, ένα πολυτελές μαύρο αμάξι πάρκαρε άτσαλα έξω στο πεζοδρόμιο. Ο οδηγός μπήκε φουριόζος στο κατάστημα. Ρωτούσε για κάτι γυαλικά… Όταν του έδειξαν, κίνησε βιαστικά προς τα κει, κόβοντας δρόμο από το διάδρομο του ταμείου. Με την ορμή του υπερτραφούς σωματότυπού του, παρέσυρε το άτυχο γουρουνάκι που ξέφυγε από τα χέρια που το κρατούσαν και έγινε θρύψαλα στο πάτωμα του μαγαζιού! Δεν γύρισε καν πίσω να κοιτάξει, ούτε να ζητήσει συγνώμη. Στις φωνές του καταστηματάρχη, το μόνο που βρήκε να πει, ήταν: «Καλά, μη φωνάζεις, θα σου το πληρώσω! Σιγά το κρύσταλλο Βοημίας!»
…Έμεινε ασάλευτος ώρα πολλή, κοιτάζοντας τα απομεινάρια ενός παιδικού ονείρου που έμελλε να μείνει ανεκπλήρωτο. Τέλος, βρήκε τη δύναμη και κίνησε προς την έξοδο. Σαν βγήκε, κάθισε για λίγο στα σκαλοπάτια του διπλανού σπιτιού. Κι εκεί, ξέσπασε σε αναφιλητά καθώς ήρθε για πρώτη του φορά αντιμέτωπος με την αμφιβολία: «Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, θυσίασα τη ζωή μου;»
Απάντηση στο ρητορικό ερώτημά του δε βρήκε, κι έτσι, με το κεφάλι σκυφτό, πήρε το δρόμο για τη στάση του λεωφορείου. Περνώντας έξω από το τοπικό σούπερ-μάρκετ, είδε τη γριούλα που, όπως κάθε μέρα, ζητιάνευε εκεί. Στο πλάι της, ένα πλαστικό τασάκι με λίγα ψιλά…
Δεν ένιωθε πια να πεινά, κι οι τίτλοι των εφημερίδων στο περίπτερο του φαίνονταν σήμερα αδιάφοροι. Έτσι, οι πολύτιμες οικονομίες της μέρας – αυτές που, λίγο ακόμα και θα του ‘χαν χαρίσει μια ανέλπιστη ευτυχία – του ήταν πια άχρηστες, έμοιαζαν με περιττό βάρος στην τσέπη του.
Δίχως την αίσθηση πως έκανε κάποια σπουδαία πράξη, άδειασε ολόκληρο το περιεχόμενο του φθαρμένου πορτοφολιού στο πλαστικό τασάκι…
(Αφιερωμένο σε όλους τους «ηλίθιους» αυτού του κόσμου, που δεν βρήκαν – μα κι ούτε ζήτησαν να βρουν – δικαίωση…)
Aixmi.gr
Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014
Αναζητώντας το πρόσωπο πίσω από την ετικέτα…
Η μητέρα μου συνήθιζε να κάνει την κλασική ερώτηση σαν άκουγε πως η κόρη κάποιας γνωστής επρόκειτο να παντρευτεί:
– Τι παίρνει;
– Μηχανικό. Είναι του Πολυτεχνείου. Τον έχουν διορίσει στο υπουργείο τάδε!
– Α, μπράβο Μαρία μου, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι! Η ώρα η καλή!
Κάποτε δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα:
– Μα, καλά, τι παντρεύεται μια γυναίκα, άνθρωπο ή επάγγελμα;
– Δε λέω, καλός πρέπει να είναι κι ο άνθρωπος… Αλλά, το πρώτο πράγμα που έχει σημασία είναι τι δουλειά κάνει!
Το παράδειγμα, ένα από τα αμέτρητα του είδους, καταδεικνύει τη δύναμη της ετικέτας σε μια κοινωνία όπου η αυτοσυντήρηση, σε συνδυασμό με την κοινωνική ματαιοδοξία, λειτουργούν ως υποκατάστατα βαθύτερων ανθρώπινων αξιών κι ενός φιλοσοφημένου τρόπου ζωής…
Ο άνθρωπος, κυριολεκτικά, περνά τη ζωή του συλλέγοντας ετικέτες! Κάποιες τις κληρονομεί ήδη από τη μέρα της γέννησής του: «Ο γιος του φαρμακοποιού», «η κόρη της καθηγήτριας», «ο ανιψιός του υπουργού», κλπ. Στο σχολείο αρχίζει να μαζεύει δικές του: «Ο ψηλός», «η χοντρή», «ο σπασίκλας», «το φυτό», «η ανέραστη» (ή κάπως αλλιώς), «ο ξένος», «ο βάζελος», «ο γαύρος»… Στο πανεπιστήμιο, η ετικετοποίηση αποκτά κοινωνικοπολιτική χροιά: «Ο φασίστας», «ο ρατσιστής», «το κομμούνι», «ο ανάρχας», «ο θολοκουλτουριάρης»…
Αργότερα, κάποιοι «πετυχαίνουν στη ζωή τους» και αποκτούν αξιώματα και τίτλους. Έτσι, διαβάζουμε στα βιογραφικά και στις επαγγελματικές κάρτες τους: «Διευθυντής πωλήσεων της τάδε εταιρείας», «δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω», «αριστοβάθμιος μαθηματικός», «πολυνίκης προπονητής», «διακεκριμένος χειρουργός», «επιτυχημένος αρχιτέκτων», «πολυδιαβασμένος συγγραφέας», «φημισμένος στρατηγός»… Και, η απεχθέστερη πασών των ετικετών: «Προφέσορ-Δόκτωρ Τάδε, Διευθυντής του δείνα Τομέα – ή Εργαστηρίου – του Πανεπιστημίου Τάδε»!
Ναι, είναι αλήθεια: Εμείς οι (κατ’ ευφημισμόν) «δάσκαλοι» στα «ρετιρέ» της εκπαίδευσης, ανήκουμε στα λιγότερο αξιοσέβαστα όντα πάνω στον πλανήτη. Αλαζόνες και ματαιόδοξοι, μετράμε τη συμβολή μας στην ανθρώπινη γνώση με τη χρήση ψυχρών κι ανούσιων αριθμών (τόσα papers, τόσα συνέδρια, τόσες αναφορές, τόσες αφ’ υψηλού κριτικές του μόχθου άλλων…). Από την άλλη, ελάχιστα νοιαζόμαστε για τη διαμόρφωση ψυχών και το χτίσιμο χαρακτήρων των μαθητών μας (των κατά παράδοση καλούμενων «φοιτητών», έτσι ώστε να ξεχωρίζουμε από άλλα, «κατώτερα» – υποτίθεται – είδη εκπαιδευτικών, που στ’ αλήθεια είναι πολύ ανώτερα, με βάση το τιτάνιο παιδαγωγικό έργο που επιτελούν!).
Διδάσκουμε τους μαθητές μας να εξωστρέφονται όπως κι εμείς, λησμονώντας ότι η υπέρτατη γνώση είναι το «γνώθι σαυτόν», εντολή αναζήτησης νοήματος ζωής που την παπαγαλίσαμε κάποτε σε μαθήματα Φιλοσοφίας, χωρίς ποτέ να νιώσουμε το βαθύτερο μήνυμά της. Τους μαθαίνουμε να επιδιώκουν – και να κρίνονται με βάση – την ποσότητα, θυσιάζοντας, αν είναι ανάγκη, την ποιότητα. Τους δείχνουμε, με το ίδιο μας το παράδειγμα, πώς να συλλέγουν ετικέτες, αντί να αναζητούν νοήματα…
Τα τέρατα που πλάθουμε ως εκπαιδευτικοί, μα ακόμα κι ως απλοί γονείς (για να κατανείμουμε συμμετρικά και δίκαια τις ευθύνες) θα φτάσουν κάποια μέρα – όπως νωρίτερα θα έχουμε ήδη φτάσει εμείς – στο τέλος της διαδρομής. Και, ρίχνοντας μια τελευταία, σβησμένη ματιά στον καθρέφτη, θα αναρωτηθούν: «Ποιος είμαι, τελικά;» Μα, το είδωλο του προσώπου δεν θα φαίνεται πια. Θα το σκεπάζουν αναρίθμητα μικρά χαρτάκια κολλημένα πάνω του: οι ετικέτες μιας ζωής!
«Ποιος είμαι, λοιπόν;» Ο γόνος της κάποτε σπουδαίας οικογένειας; Ο δυνατός–σπασίκλας–μάγκας (κλπ.) του σχολείου; Ο ωραίος, πολιτικοποιημένος και δημοφιλής τύπος του πανεπιστημίου; Ο επιτυχημένος επαγγελματίας, που ξόδεψε μια ζωή κυνηγώντας, σαν τη σκιά του, το παραπανίσιο χρήμα; Ο σπουδαίος ρήτορας στη Βουλή, που έχασε, στο τέλος, τη φωνή του; Ο μεγάλος επιστήμων-ερευνητής, που συνέγραψε μερικές ντουζίνες επιστημονικών άρθρων που έχουν πια ξεπεραστεί και λησμονηθεί, και που κολλούσε στην πόρτα του γραφείου του – ως τρόπαιο, μα κι ως τεκμήριο ακαδημαϊκής ματαιοδοξίας – την παραμικρή αναφορά στο περίλαμπρο όνομά του;
«Ποιος είμαι;» Μια ερώτηση που, το πιθανότερο είναι πως δεν θα απαντηθεί ποτέ (αν μη τι άλλο, σ’ αυτήν εδώ τη διάσταση της ύπαρξης). Το μόνο ερώτημα που ενδέχεται να είναι εφικτό να απαντήσουμε (μερικώς, τουλάχιστον) είναι: «Ποιος δεν είμαι;»
Και, καθώς θα βρίσκουμε τις απαντήσεις, ίσως αρχίσουν τότε να ξεκολλούν μία-μία οι ετικέτες που μας έβαλαν, ή που μόνοι μας κολλήσαμε. Και ξεκινήσει έτσι να αχνοφαίνεται μια υποψία προσώπου στον καθρέφτη…
Έστω την τελευταία στιγμή, που μπορεί να ‘ναι κι η πρώτη…
Aixmi.gr
– Τι παίρνει;
– Μηχανικό. Είναι του Πολυτεχνείου. Τον έχουν διορίσει στο υπουργείο τάδε!
– Α, μπράβο Μαρία μου, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι! Η ώρα η καλή!
Κάποτε δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα:
– Μα, καλά, τι παντρεύεται μια γυναίκα, άνθρωπο ή επάγγελμα;
– Δε λέω, καλός πρέπει να είναι κι ο άνθρωπος… Αλλά, το πρώτο πράγμα που έχει σημασία είναι τι δουλειά κάνει!
Το παράδειγμα, ένα από τα αμέτρητα του είδους, καταδεικνύει τη δύναμη της ετικέτας σε μια κοινωνία όπου η αυτοσυντήρηση, σε συνδυασμό με την κοινωνική ματαιοδοξία, λειτουργούν ως υποκατάστατα βαθύτερων ανθρώπινων αξιών κι ενός φιλοσοφημένου τρόπου ζωής…
Ο άνθρωπος, κυριολεκτικά, περνά τη ζωή του συλλέγοντας ετικέτες! Κάποιες τις κληρονομεί ήδη από τη μέρα της γέννησής του: «Ο γιος του φαρμακοποιού», «η κόρη της καθηγήτριας», «ο ανιψιός του υπουργού», κλπ. Στο σχολείο αρχίζει να μαζεύει δικές του: «Ο ψηλός», «η χοντρή», «ο σπασίκλας», «το φυτό», «η ανέραστη» (ή κάπως αλλιώς), «ο ξένος», «ο βάζελος», «ο γαύρος»… Στο πανεπιστήμιο, η ετικετοποίηση αποκτά κοινωνικοπολιτική χροιά: «Ο φασίστας», «ο ρατσιστής», «το κομμούνι», «ο ανάρχας», «ο θολοκουλτουριάρης»…
Αργότερα, κάποιοι «πετυχαίνουν στη ζωή τους» και αποκτούν αξιώματα και τίτλους. Έτσι, διαβάζουμε στα βιογραφικά και στις επαγγελματικές κάρτες τους: «Διευθυντής πωλήσεων της τάδε εταιρείας», «δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω», «αριστοβάθμιος μαθηματικός», «πολυνίκης προπονητής», «διακεκριμένος χειρουργός», «επιτυχημένος αρχιτέκτων», «πολυδιαβασμένος συγγραφέας», «φημισμένος στρατηγός»… Και, η απεχθέστερη πασών των ετικετών: «Προφέσορ-Δόκτωρ Τάδε, Διευθυντής του δείνα Τομέα – ή Εργαστηρίου – του Πανεπιστημίου Τάδε»!
Ναι, είναι αλήθεια: Εμείς οι (κατ’ ευφημισμόν) «δάσκαλοι» στα «ρετιρέ» της εκπαίδευσης, ανήκουμε στα λιγότερο αξιοσέβαστα όντα πάνω στον πλανήτη. Αλαζόνες και ματαιόδοξοι, μετράμε τη συμβολή μας στην ανθρώπινη γνώση με τη χρήση ψυχρών κι ανούσιων αριθμών (τόσα papers, τόσα συνέδρια, τόσες αναφορές, τόσες αφ’ υψηλού κριτικές του μόχθου άλλων…). Από την άλλη, ελάχιστα νοιαζόμαστε για τη διαμόρφωση ψυχών και το χτίσιμο χαρακτήρων των μαθητών μας (των κατά παράδοση καλούμενων «φοιτητών», έτσι ώστε να ξεχωρίζουμε από άλλα, «κατώτερα» – υποτίθεται – είδη εκπαιδευτικών, που στ’ αλήθεια είναι πολύ ανώτερα, με βάση το τιτάνιο παιδαγωγικό έργο που επιτελούν!).
Διδάσκουμε τους μαθητές μας να εξωστρέφονται όπως κι εμείς, λησμονώντας ότι η υπέρτατη γνώση είναι το «γνώθι σαυτόν», εντολή αναζήτησης νοήματος ζωής που την παπαγαλίσαμε κάποτε σε μαθήματα Φιλοσοφίας, χωρίς ποτέ να νιώσουμε το βαθύτερο μήνυμά της. Τους μαθαίνουμε να επιδιώκουν – και να κρίνονται με βάση – την ποσότητα, θυσιάζοντας, αν είναι ανάγκη, την ποιότητα. Τους δείχνουμε, με το ίδιο μας το παράδειγμα, πώς να συλλέγουν ετικέτες, αντί να αναζητούν νοήματα…
Τα τέρατα που πλάθουμε ως εκπαιδευτικοί, μα ακόμα κι ως απλοί γονείς (για να κατανείμουμε συμμετρικά και δίκαια τις ευθύνες) θα φτάσουν κάποια μέρα – όπως νωρίτερα θα έχουμε ήδη φτάσει εμείς – στο τέλος της διαδρομής. Και, ρίχνοντας μια τελευταία, σβησμένη ματιά στον καθρέφτη, θα αναρωτηθούν: «Ποιος είμαι, τελικά;» Μα, το είδωλο του προσώπου δεν θα φαίνεται πια. Θα το σκεπάζουν αναρίθμητα μικρά χαρτάκια κολλημένα πάνω του: οι ετικέτες μιας ζωής!
«Ποιος είμαι, λοιπόν;» Ο γόνος της κάποτε σπουδαίας οικογένειας; Ο δυνατός–σπασίκλας–μάγκας (κλπ.) του σχολείου; Ο ωραίος, πολιτικοποιημένος και δημοφιλής τύπος του πανεπιστημίου; Ο επιτυχημένος επαγγελματίας, που ξόδεψε μια ζωή κυνηγώντας, σαν τη σκιά του, το παραπανίσιο χρήμα; Ο σπουδαίος ρήτορας στη Βουλή, που έχασε, στο τέλος, τη φωνή του; Ο μεγάλος επιστήμων-ερευνητής, που συνέγραψε μερικές ντουζίνες επιστημονικών άρθρων που έχουν πια ξεπεραστεί και λησμονηθεί, και που κολλούσε στην πόρτα του γραφείου του – ως τρόπαιο, μα κι ως τεκμήριο ακαδημαϊκής ματαιοδοξίας – την παραμικρή αναφορά στο περίλαμπρο όνομά του;
«Ποιος είμαι;» Μια ερώτηση που, το πιθανότερο είναι πως δεν θα απαντηθεί ποτέ (αν μη τι άλλο, σ’ αυτήν εδώ τη διάσταση της ύπαρξης). Το μόνο ερώτημα που ενδέχεται να είναι εφικτό να απαντήσουμε (μερικώς, τουλάχιστον) είναι: «Ποιος δεν είμαι;»
Και, καθώς θα βρίσκουμε τις απαντήσεις, ίσως αρχίσουν τότε να ξεκολλούν μία-μία οι ετικέτες που μας έβαλαν, ή που μόνοι μας κολλήσαμε. Και ξεκινήσει έτσι να αχνοφαίνεται μια υποψία προσώπου στον καθρέφτη…
Έστω την τελευταία στιγμή, που μπορεί να ‘ναι κι η πρώτη…
Aixmi.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


