Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τι θα εκφωνούσε ή θα έγραφε σήμερα ο Κώστας Σταυρόπουλος;

Αθήνα, 27 Απριλίου 1941, πρωί... Τα στρατεύματα των ναζί εισβάλλουν στην Αθήνα. Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών εκπέμπει το τελευταίο του ελεύθερο πρόγραμμα. Η χαρακτηριστικά ένρινη φωνή του εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου, σε μια προσπάθεια εμψύχωσης των Αθηναίων, ακούγεται να λέει (σύμφωνα με μεταγενέστερη, πασίγνωστη ηχογράφηση που έκανε από μνήμης ο ίδιος ο Σταυρόπουλος):

«Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα. Έλληνες, μην τον ακούτε! Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχιστεί μέχρι της τελικής νίκης!»

Σε λίγες ώρες, τα μικρόφωνα του σταθμού θα περνούσαν στα χέρια των φερέφωνων της γκεμπελικής προπαγάνδας...

Η σύντομη αυτή ιστορική αναφορά έχει ως σκοπό να αναδείξει την αξία ενός αγαθού που μοιάζει αυτονόητο στο πλαίσιο κάθε αληθινά – και όχι κατ’ επίφασιν – δημοκρατικού πολιτικού συστήματος: την ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης να μεταδίδουν αλήθειες και όχι τα προϊόντα μιας προπαγάνδας βολικής για το (εκάστοτε) σύστημα εξουσίας.

Αλώσεις μέσων ενημέρωσης, με σκοπό τη χειραγώγηση και τον έλεγχο της πληροφορίας, νοούνται μόνο σε αυταρχικά καθεστώτα. Την τραυματική επταετή εμπειρία των οποίων (σε ό,τι αφορά, ιδίως, την ελευθερία του λόγου) βιώσαμε και στη σχετικά πρόσφατη Ιστορία μας...

Ας είμαστε, λοιπόν, ευγνώμονες για τα αγαθά της Δημοκρατίας που μπορούμε να απολαμβάνουμε. Ανάμεσα σε αυτά, απολύτως μη - διαπραγματεύσιμη είναι η ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, έτσι ώστε να επιτελούν απρόσκοπτα το λειτούργημα χάριν του οποίου υφίστανται: την διακίνηση χρήσιμης αλήθειας.

Χρήσιμης, ασφαλώς, για τους πολίτες, όχι για τα συστήματα εξουσίας! Γιατί, η άλωση των μέσων ενημέρωσης (εμπλουτισμένων σήμερα και με το Διαδίκτυο) από την ίδια την εξουσία, με σκοπό τη χρήση τους ως οργάνων ωφέλιμης, για εκείνη, πολιτικής προπαγάνδας, παραπέμπει αλλού. Σε άλλους χρόνους και – ακόμα και σήμερα – σε άλλους τόπους...

Αν ζούσε σήμερα, ο Κώστας Σταυρόπουλος δεν θα ‘πρεπε πια να βρεθεί στην ανάγκη να εκφωνήσει ανακοινωθέν παρόμοιο με εκείνο που ακούστηκε τη μέρα της ναζιστικής εισβολής στην πόλη. Ή, αν προτιμάτε, να αρθρογραφήσει ηρωικά και εναγώνια στο ίδιο πνεύμα. Ιδιαίτερα αν το θέμα αφορούσε την επιβίωση και την ανεξαρτησία της μεγαλύτερης, ιστορικότερης και πιο φιλελεύθερης εφημερίδας της χώρας...

ΤΟ ΒΗΜΑ



Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΒΗΜΑ - Αν ζούσε σήμερα ένας φανατικός αναγνώστης του «Βήματος»...

Ο θείος μου ο Νικήτας έφυγε πριν τρία χρόνια και κάτι μήνες, πληρέστατος ημερών. Θα πρέπει να υπήρξε ένας από τους πλέον μακροχρόνιους αναγνώστες μιας ιστορικής εφημερίδας που γεννήθηκε μόλις λίγα χρόνια μετά από εκείνον...

Ο θείος Νικήτας, λοιπόν, διάβαζε ανελλιπώς και αποκλειστικά το «Βήμα» από τόσο παλιά που δεν μπορούσε κι ο ίδιος πια να θυμηθεί. Και όταν λέω «διάβαζε», εννοώ ξεκοκάλιζε! Ακόμα και τα κοινωνικά, και τις διαφημίσεις, τα πάντα. Με ιερό φανατισμό που θα ζήλευε και η θρησκόληπτη γιαγιά μου που μελετούσε πρωί-βράδυ τη «Σύνοψη». Και με μια ακρίβεια προγραμματισμού που σε άφηνε έκπληκτο: Φρόντιζε ώστε η ανάγνωση του φύλλου της προηγούμενης Κυριακής να τελειώνει ακριβώς πριν πάει για ύπνο το Σάββατο το βράδυ, ώστε πρωί-πρωί την Κυριακή να ξεκινήσει την ανάγνωση της νέας έκδοσης της εφημερίδας!

Το παρακάτω περιστατικό μπορεί να ακούγεται απίστευτο, είναι όμως πέρα ως πέρα αληθινό. Τηλεφωνώ κάποια Παρασκευή βράδυ για καλησπέρα. Ακούω στην άλλη άκρη της γραμμής το θείο Νικήτα αγχωμένο: «Μην τα ρωτάς τι έπαθα σήμερα!» Προς στιγμήν τρόμαξα: «Που λες, μας ήρθε η γειτόνισσα από δίπλα και δεν έλεγε να φύγει. Θα κάθισε ίσαμε τρεις ώρες. Και το κακό είναι ότι με καθυστέρησε και έμεινα πίσω στο διάβασμα του ‘Βήματος’. Τώρα δεν θα το έχω τελειώσει ως την Κυριακή το πρωί που θα πάρω το καινούργιο!» Το διηγούμαι πάντα σαν ανέκδοτο...

Ο θείος μου διάβαζε κάθε βδομάδα και τα δικά μου κείμενα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας (πριν καν αποκτήσω μόνιμη στήλη). Καθώς δεν χειριζόταν υπολογιστή, τα τύπωνα και του τα πήγαινα στο σπίτι. Στο τέλος της ανάγνωσης, άκουγα πάντα το στερεότυπο μονολεκτικό σχόλιο: «Μάλιστα...» Αν ζητούσα πιο πολλές εξηγήσεις, δευτερολογούσε αναλυτικότερα: «Τι τα θέλεις, τώρα, και τα γράφεις αυτά;» Χωρίς να το ξέρει, συμφωνούσε με τη γνώμη των 99 από τους 100 αναγνώστες. (Ο 100ός ήταν ο ίδιος ο αρθρογράφος, αν και ούτε γι’ αυτόν παίρνω όρκο...)

Αυτό που με έκανε να θυμηθώ το θείο σε συσχετισμό με το «Βήμα», ήταν η είδηση που έπεσε πριν μέρες ως κεραυνός εν αιθρία – για εμάς τους απ’ έξω, φυσικά: Υπήρχε κίνδυνος η ιστορική εφημερίδα να κλείσει. Και μάλιστα, την Κυριακή ίσως το «Βήμα» να μη βρισκόταν στα περίπτερα!

Κάνοντας, τότε, ένα μεταφυσικό άλμα στο χωροχρόνο, και μια συνακόλουθη στρέβλωση της πρόσφατης πραγματικότητας, φαντάστηκα το θείο Νικήτα να βρίσκεται ακόμα ανάμεσά μας. Και τον «είδα» να τρέχει Κυριακή πρωί στο περίπτερο, να προλάβει να αγοράσει την πλήρη έκδοση της εφημερίδας του πριν εξαντληθεί (λες και όλη η Αθήνα θα έτρεχε ξημερώματα στα περίπτερα να πάρει το «Βήμα»!). Και «είδα» μετά το συννεφιασμένο βλέμμα του και την έκφραση απογοήτευσης στο πρόσωπό του όταν ο περιπτεράς τού είπε πως «Βήμα σήμερα δεν υπάρχει, μάλλον πάει για κλείσιμο!».

Κι ο θείος γύρισε σπίτι και άνοιξε αμέσως την τηλεόραση, μήπως μάθει κάτι παραπάνω γι’ αυτό το αναπάντεχο κακό που απειλούσε να αλλάξει για πάντα την ιερή καθημερινότητά του. Και άκουσε, τότε, τον Πρωθυπουργό της χώρας να λέει τα εξής:

«Αρνήθηκε η κυβέρνηση αυτή να τους κάνει τη χάρη...»

«Οι επιχειρήσεις τους ήταν μια φούσκα και τώρα σκάει...»

«Βρισκόμαστε δίπλα σε αυτούς τους εργαζόμενους...»

Η μεταφυσική μού επιτρέπει να προβάλλω γεγονότα, όχι όμως να προβλέπω σκέψεις (αν και δεν μου είναι καθόλου δύσκολο να τις μαντέψω). Προσθέτω, λοιπόν, και τον εαυτό μου στο σκηνικό, καθισμένο στον παλιό καναπέ του σαλονιού του θείου, να ακούω μαζί του τις πρωθυπουργικές δηλώσεις. Και να σχολιάζω πως, τα διαχρονικά συμπλέγματα μιας πολιτικής παράταξης απέναντι σε κάθε «αστικό» μέσο έκφρασης που δεν την «χαϊδεύει», δύσκολα κρύβονται πλέον.

Να λέω στο θείο πως, μέσα σε λίγες φράσεις, στον πρωθυπουργικό λόγο συμπυκνώνεται αλαζονεία («ΕΓΩ τους έκλεισα!»), ιταμότητα («φούσκα» ακόμα και η ιστορικότερη εφημερίδα της χώρας!) και απύθμενη υποκρισία (με ποιον τρόπο, άραγε, βρίσκεται «δίπλα» στους εργαζόμενους του Τύπου; μήπως όπως «δίπλα» στους εργαζόμενους των ιδιωτικών σταθμών της τηλεόρασης, για τους οποίους μόνο χολή δεν έσταζε πριν λίγους μήνες στη Θεσσαλονίκη;).

Ο θείος Νικήτας, βέβαια, δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Βρίσκεται όμως κρεμασμένη ακόμα στα περίπτερα η αγαπημένη του εφημερίδα. Και τούτο, χάρις στο φιλότιμο και την επαγγελματική ευσυνειδησία απλήρωτων εργαζόμενων του Τύπου που, πάνω απ’ όλες τις προτεραιότητες και τις ανάγκες της ζωής – και μάλιστα, σε καιρούς δύσκολους – έβαλαν το λειτούργημα της ενημέρωσης το οποίο υπηρετούν.

Δεν είμαι ένας από αυτούς, και δεν ξέρω αν στη θέση τους θα επιδείκνυα την ίδια γενναιοψυχία. Αυτό που μπορώ να κάνω από τη θέση τούτη είναι να ευχηθώ καλή δύναμη και Καλή Χρονιά, σ’ αυτούς και τις οικογένειές τους. Είμαι βέβαιος, εξ άλλου, ότι εκφράζω απόλυτα και το θείο Νικήτα. Απ’ όπου κι αν βρίσκεται...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Σκέψεις με αφορμή το τελευταίο μάθημα του Δημήτρη Λιαντίνη


Σε μία πρόσφατη περιδιάβαση στο YouTube, είδα (ή μάλλον, άκουσα) και πάλι μια γνώριμή μου διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη. Ίσως τη συγκλονιστικότερη που έδωσε ποτέ, αφού ήταν η τελευταία του, στην οποία κατ’ ουσίαν προανήγγειλε το καλά μελετημένο τέλος του. Είχα την ευκαιρία, έτσι, να ρίξω ξανά μια ματιά και στα σχόλια των επισκεπτών της ιστοσελίδας. Ανάμεσα στις αμέτρητες προσωπολατρικές μεγαλοστομίες, διέκρινα και μία αλλιώτικη σκέψη, διατυπωμένη με λόγο σχεδόν απλοϊκό – όσο απλή είναι συχνά κι η ίδια η αλήθεια:

«Ίσως φοβόταν τα γεράματα και ήθελε να τον θυμούνται νέο...»

Στο σχόλιο είχε σπεύσει να απαντήσει μια γυναίκα. Από εκείνες, πιθανώς, που, αθεράπευτα ερωτευμένες με την εικόνα – και όχι τόσο με την ίδια τη σκέψη – του φιλοσόφου, τον λάτρεψαν σαν επίγειο θεό. Και επιχειρούν να «υπερασπιστούν», όπως φαντάζονται, την υστεροφημία του με κάθε μέσο, ακόμα κι αν αυτό άπτεται της απόλυτης χυδαιότητας:

«Αν αυτό κατάλαβες, μάλλον έχει σκατά το κεφάλι σου!»

Όταν πρωτοδιάβασα τον διάλογο, είχα παρέμβει με δικό μου απαντητικό σχόλιο απευθυνόμενος όχι προς την εξ ειδωλολατρικής υστερίας διακατεχόμενη θαυμάστρια του Λιαντίνη, αλλά προς τον ίδιο τον αρχικό σχολιαστή. Αφού του συνέστησα να αγνοεί τις ύβρεις των εμπαθών, οι οποίες μπορεί να έχουν θέση σε γήπεδα ή σε κομματικές συγκεντρώσεις αλλά όχι σε σελίδες εκπαίδευσης και φιλοσοφίας, του επεσήμανα ότι η τοποθέτησή του φαίνεται βάσιμη αν κάποιος διαβάσει προσεκτικά και αποκωδικοποιήσει σωστά τα γραφόμενα του ίδιου του Λιαντίνη.

Η επίδραση που άσκησε η προσωπικότητα του Σωκράτη πάνω στον Λιαντίνη είναι ολοφάνερη στο κύκνειο άσμα του τελευταίου, τη Γκέμμα. Αυτό που διδάσκεται κανείς από τον Λιαντίνη είναι ότι ο φόβος του θανάτου είναι ασυγκρίτως περισσότερο διαχειρίσιμος από το φόβο της παρακμής που αναπόφευκτα φέρνουν μαζί τους τα γηρατειά και η αρρώστια. Η «απόδραση» από τη ζωή, λοιπόν, «πρέπει» να γίνεται έγκαιρα, όσο ακόμα ο άνθρωπος βιώνει τη ζωή του με αξιοπρέπεια. Το δρόμο, άλλωστε, είχε δείξει χιλιάδες χρόνια πριν ο ίδιος ο Σωκράτης!

Αν κάποιος δει τη ζωή από καθαρά βιολογική σκοπιά, θα πρέπει εξ ορισμού να προσεγγίσει το φαινόμενο της φυσικής παρακμής – αυτό που τόσο τρόμαζε τον Λιαντίνη – μέσα από τους ίδιους τους νόμους της Φύσης. Η σκέψη αυτή μου φέρνει στο νου ένα άρθρο δημοσιευμένο κοντά πέντε χρόνια πριν στο «Βήμα». Παρουσιάζω εδώ κάποιες από τις ιδέες του σε ένα κατά τα άλλα πλήρως αναθεωρημένο κείμενο. Το εναρκτήριο ερώτημα του άρθρου, το οποίο επέλεξα να διατηρήσω στην παρούσα εκδοχή του κειμένου, αντανακλά την αγωνία της εποχής εκείνης. Ήταν τα πρώτα χρόνια της «κρίσης», τότε που είχαμε ακόμα τη δύναμη (ή τη διάθεση) ν’ αγωνιούμε...

------------------------------------------------

Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ στην επίφαση ευτυχίας που γνωρίζαμε; Ή θ’ αποχαιρετήσουμε για πάντα – με αξιοπρέπεια, έστω – την Αλεξάνδρεια;

Στη Θερμοδυναμική (περιοχή της Κλασικής Φυσικής) δεσπόζουν δύο θεμελιώδεις νόμοι. Ο Πρώτος Θερμοδυναμικός Νόμος αφορά τη διατήρηση της ενέργειας και, στην πιο απλή του διατύπωση, ηχεί ως αυτονόητος: «Η ενέργεια που προσφέρουμε σε ένα σύστημα είναι ισόποση με την αύξηση του ενεργειακού αποθέματος του συστήματος.» Αν ο νόμος αυτός ήταν ο μοναδικός που δέσμευε την ύλη κατά τις μεταβολές της, ο κόσμος που ξέρουμε θα ήταν πολύ διαφορετικός. Θα υπήρχε, π.χ., τρόπος να μη γερνάμε ποτέ (ίσως και να γίνουμε αθάνατοι), ενώ ο προϊστορικός άνθρωπος θα είχε ανακαλύψει την ψύξη και τον κλιματισμό με την ίδια ευκολία που έμαθε να ζεσταίνεται απ’ τη φωτιά!

Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής βάζει τέλος σε τέτοιες φιλοδοξίες. Αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να αναιρεθούν, πως το ποτάμι μερικών φαινομένων δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Έτσι, π.χ., ενώ ένα ζεστό σώμα μπορεί αυθόρμητα να δώσει λίγη από τη ζέστη του σε ένα πιο κρύο, το αντίθετο είναι απίθανο να συμβεί: ένα κρύο σώμα δεν μπορεί, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, να δώσει μέρος από τη λιγοστή του θερμότητα(*) σε ένα ζεστό, έτσι που το ένα να γίνει ακόμα πιο κρύο και το άλλο ακόμα πιο ζεστό. Η ζέστη φεύγει και δεν γυρίζει ποτέ πίσω από μόνη της. Το ίδιο και η νεότητα στον άνθρωπο, που φεύγει ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω της τη φθορά που οδηγεί στο γήρας και το θάνατο. Φαίνεται πως η συνειδητότητα αυτής της τελευταίας αλήθειας ήταν που κατηύθυνε τα υπαρξιακά βήματα του Σωκράτη στο κλείσιμο της επίγειας ζωής του. Όπως, ίσως, και αυτά του Δ. Λιαντίνη...

Η βασική φιλοσοφία του νόμου είναι απλή: Αν βάλεις ένα φυσικό σύστημα σε τάξη και μετά το αφήσεις στην τύχη του, το πιο πιθανό είναι πως η τάξη αυτή θα χαθεί. (Αυτό το γνωρίζουν καλά οι μητέρες που συγυρίζουν καθημερινά τα δωμάτια των παιδιών τους!) Αντίθετα, είναι απίθανο το σύστημα αυτό να μεταβεί αυθόρμητα από την αταξία πίσω στην τάξη. Θα πρέπει η υπομονετική μητέρα να συγυρίσει και πάλι το δωμάτιο.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλοι οι φόβοι στον άνθρωπο σχετίζονται με το αμετάστρεπτο, την αδυναμία του να αναιρέσει μεταβολές που δεν του είναι επιθυμητές. Η ζωή μας είναι γεμάτη από αγωνίες για όλων των ειδών τις ισορροπίες που μπορεί να ανατραπούν ανεπανόρθωτα. Ανησυχούμε για τη φυσική μας κατάσταση και γι’ αυτή των αγαπημένων μας προσώπων, για τη φθορά των υλικών αγαθών που με θυσίες αποκτήσαμε, για τις οικονομίες που μαζέψαμε μια ζωή και μπορεί να χαθούν μέσα σε μία νύχτα, για την κοινωνική υπόληψη που με κόπο χτίσαμε και μπορεί να απειληθεί θανάσιμα από έναν λάθος χειρισμό ή μια κακοτυχία...

Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων οδηγεί μοιραία σε ένα αίσθημα ματαιότητας.

Όμως, πόσο μάταιο είναι ένα ταξίδι στην Ιθάκη; Το ερώτημα γίνεται ρητορικό, και η υπονοούμενη απάντηση αισιόδοξη, αν ορίσουμε τη ζωή όχι ως πεδίο άνισης – και εν τέλει άσκοπης – μάχης ενάντια στην παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου, αλλά ως πορεία αυτεπίγνωσης που, στο τέλος της, οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Όπου «αιώνιο» εννοούμε εδώ το άχρονο, αφού ο χρόνος (όπως κι ο χώρος) είναι απλά μια φυσική διάσταση που εφηύρε ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα φαινόμενα που τον περιβάλλουν.

Η Ιθάκη μπορεί, επομένως, να είναι η ίδια η κατάκτηση της αθανασίας. Έστω κι αν, στη στερνή γραφή του, ένας σύγχρονος φιλόσοφος και διάσημος δραπέτης της ζωής χαρακτήρισε «πιθήκους» εκείνους που τολμούν να το πιστέψουν!

------------------------------------------------

Εν είδει (εκτενούς, ομολογώ) υστερόγραφου, θα ήθελα να απευθυνθώ σε φανατικούς θαυμαστές του Λιαντίνη που υπηρετούν το δόγμα πως κανείς δεν δικαιούται να μιλά γι’ αυτόν αν δεν τον εκθειάζει. Αυτό μειώνει το ακαδημαϊκό ανάστημα του Λιαντίνη, και εξηγώ το γιατί:

Ελάχιστα τιμούν έναν επιστήμονα διθυραμβικές κραυγές του τύπου «μπράβο Δάσκαλε, τι ωραία που τα λες και πόσο σε θαυμάζω»! Η όποια αξιολόγησή του, η οποία άλλωστε αναδεικνύει και τη σπουδαιότητά του, γίνεται αποκλειστικά μέσω της κριτικής. Και, όσο αυστηρότερη είναι η κριτική, τόσο περισσότερο καταδεικνύεται η σοβαρότητα – άρα και το κύρος – της αξιολόγησης. Και τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η αξία του κρινόμενου!

Επέλεξα να προσεγγίσω τον Λιαντίνη με όρους καθαρά ακαδημαϊκούς, όχι από τη σκοπιά ενός «ειδωλολάτρη». Αυτό δεν μου το συγχώρησαν κάποιοι φανατικοί θαυμαστές του, ακόμα κι αν ήταν φίλοι (εξαιρώ εδώ την αγαπητή φίλη Ελένη Α., που κατόρθωσε τελικά να κάνει τις αναγκαίες υπερβάσεις...). Δέχθηκα, επίσης, την κριτική πως έκρινα ένα συγκεκριμένο βιβλίο του Λιαντίνη χωρίς να συνεκτιμήσω το σύνολο του έργου του. Και αυτή η άποψη, όμως, αντίκειται στην επιστημονική πρακτική.

Πράγματι, κάθε ακαδημαϊκό πόνημα κρίνεται αυτόνομα, όχι ως απλό τμήμα μιας ενιαίας κι αδιαίρετης προσωπικής βιβλιογραφίας. Όταν στέλνω ένα άρθρο μου σε ένα επιστημονικό περιοδικό για δημοσίευση, ο κριτής δεν οφείλει να αξιολογήσει το σύνολο του επιστημονικού έργου μου παρά μόνο το πολύ συγκεκριμένο κείμενο που βρίσκεται στα χέρια του. Έχει συμβεί, άλλωστε, κι ο ίδιος ο Αϊνστάιν να πει πράγματα που δεν ήταν απόλυτα σωστά!

Σημειώνω, τελειώνοντας, ότι οπαδούς χρειάζονται οι θρησκείες, τα πολιτικά κόμματα και οι ποδοσφαιρικές ομάδες. Όχι οι φιλόσοφοι! Αυτούς τους τελευταίους ελάχιστα τους τιμά κανείς με προσωπολατρικές υπερβολές, κι ακόμα λιγότερο με οργισμένες χυδαιολογίες προς τους αντιφρονούντες, σαν εκείνη της «θαυμάστριας» που συνέταξε το υβριστικό σχόλιο στο YouTube. Οι φιλόσοφοι (αυτοί, τουλάχιστον, που θαύμαζε ο ίδιος ο Λιαντίνης) δείχνουν κατεύθυνση στοχασμού, δεν παράγουν θέσφατα. Και μας προτρέπουν να τους προσεγγίζουμε πάντοτε με κριτική σκέψη. Γιατί μόνο έτσι θα τους ανακαλύψουμε αληθινά!


(*) Για τους σχολαστικούς: Βάλτε εδώ «εσωτερική ενέργεια» ή «θερμική ενέργεια», στη θέση της λέξης «θερμότητα».

Aixmi.gr

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Φόνος της ποίησης δι’ «αποκεφαλισμού» (ή, αναζητώντας το χαμένο ακαδημαϊκό ήθος)


Ο πιο ταπεινωτικός θάνατος για την ποίηση είναι δι’ «αποκεφαλισμού» της! (Αγνώστου) 

(Σημ.: «Αποκεφαλισμός» λέξης = αποκοπή του πρώτου γράμματός της)

Κάποιοι πεπαιδευμένοι δείχνουν να αγνοούν τη βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν δημόσιο λειτουργό και έναν οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Ο δεύτερος υποχρεούται να εκτελεί συγκεκριμένα καθήκοντα μέσα σε καθορισμένα χωροχρονικά πλαίσια, πέραν των οποίων ουδείς δύναται να τον υποχρεώσει να ασκεί τις όποιες δεξιότητες για τις οποίες αμείβεται. Αντίθετα, ο πρώτος επιτελεί κοινωνικό έργο ύψιστης σημασίας, η άσκηση του οποίου δεν οριοθετείται με βάση το χώρο και το χρόνο. Για παράδειγμα, ο γιατρός μπορεί να κληθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του οπουδήποτε και ανά πάσα στιγμή, σε κάθε συνάνθρωπο που έχει την ανάγκη του, ακόμα κι αν η άσκηση αυτή του λειτουργήματός του θα πρέπει να υπερβεί τυπικά ωράρια εργασίας.

Ακόμα πιο ευαίσθητο είναι το λειτούργημα του δασκάλου, αφού κεντρικό του αντικείμενο είναι η διαμόρφωση συνειδήσεων σε νέους ανθρώπους. Και στη διαμόρφωση αυτή σημαντικό ρόλο παίζει το παράδειγμα συμπεριφοράς του ίδιου του δασκάλου. Ένα παράδειγμα που δεν περιορίζεται στο στενό χώρο ενός αμφιθεάτρου ή μιας οποιασδήποτε αίθουσας διδασκαλίας, αλλά οφείλει να ισχύει παντού και πάντοτε. Ο δάσκαλος διδάσκει σε κάθε του δημόσια εμφάνιση, με κάθε του τοποθέτηση ή συμπεριφορά. Δάσκαλος με ωράριο λειτουργίας απλά δεν υπάρχει!

Την παραπάνω αρχή φαίνεται να αγνοεί ο αγαπημένος των προγραμμάτων λαϊκής κατανάλωσης της τηλεόρασης, καθηγητής (καλοπροαίρετα, δεν τοποθετώ εισαγωγικά στον τίτλο) Κ. Ζουράρις. Κάθε του δημόσια εμφάνιση αποτελεί σεμινάριο περισπούδαστης οίησης, υπερφίαλου ακαδημαϊκίζοντος ύφους και υπερχειλίζουσας ωραιοπάθειας. Οι παροιμιώδεις, ατάκτως ερριμμένες αρχαιοελληνικές ατάκες του αποσκοπούν εμφανώς στον εντυπωσιασμό (αν όχι και στην πνευματική τρομοκράτηση) του ακροατή, και όχι στην επί ίσοις όροις ανταλλαγή ιδεών. Εξάλλου, ο καισαρικός θρόνος στον οποίο μονίμως βρίσκεται καθήμενος δεν του επιτρέπει να θεωρεί εαυτόν ισότιμο με οποιονδήποτε κοινό θνητό! Ούτε καν με τον Σωκράτη, που στο αποκορύφωμα της σοφίας του έφτασε στο ταπεινόφρον συμπέρασμα ότι η υπέρτατη πνευματική κατάκτηση είναι η συνειδητότητα της άγνοιάς μας...

Μια περιδιάβαση στο YouTube θα αρκούσε για να διαμορφώσει ο επισκέπτης την επικοινωνιακή εικόνα του καθηγητή. Αυτό που σε κάποιες περιπτώσεις προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι το οξύμωρο της συνύπαρξης (ή μάλλον, της εναλλαγής) περίτεχνου λόγου – συχνά προϊόν ευφυούς λεξιπλασίας – με ευτελείς εκφράσεις «του πεζοδρομίου». Παραθέτω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, ένα χρονολογούμενο και ένα πολύ πρόσφατο:

Το 2009, στην εκπομπή «Ζούγκλα» με θέμα το Μακεδονικό (https://youtu.be/tO-71JISvYc) η συζήτηση αφορούσε την αναζήτηση αποδεκτής από την Ελλάδα ονομασίας για την ΠΓΔΜ. Μεταξύ των καλεσμένων ήταν ο λαλίστατος καθηγητής πολιτικών επιστημών. Κάποια στιγμή, ο παρουσιαστής ζήτησε από τον έγκριτο επιστήμονα να καταθέσει τη δική του πρόταση για την ονομασία του γειτονικού κράτους. Για να εισπράξει ως απάντηση την κοινότοπη χυδαία αναφορά στις ανατομικές λεπτομέρειες που επικυρώνουν περήφανα το φύλο του «μάτσο» ακαδημαϊκού! Με δεδομένη την παντελή απουσία επιστημονικής βαρύτητας από την απάντηση, το μόνο που μπορώ να εικάσω είναι ότι ο κ. καθηγητής άρπαξε απλά την ευκαιρία να επαναβεβαιώσει ακόμα και τους τελευταίους εναπομείναντες αμφισβητίες ότι... «τα διαθέτει»!

Στο video της εκπομπής, ο καθηγητής ακούγεται επίσης να χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «χωματερή των Αθηνών» ή «ψευδοκράτος των Αθηνών» που, αν όχι ευθέως προτρέπουν, τουλάχιστον παραπέμπουν σε εθνικό διχασμό. Το να απορρίπτει κάποιος, εν τούτοις, ως εθνικά επιζήμιες τις ονομασίες του τύπου «άνω και κάτω Μακεδονία», ενώ την ίδια στιγμή ηγείται μιας ρητορείας που θέλει την ύπαρξη μιας «άνω και κάτω Ελλάδας», αποτελεί, αν μη τι άλλο, καταφανές δείγμα ασυνέπειας λόγου.

Ερχόμαστε στο «σήμερα», που βρίσκει τον πληθωρικό ακαδημαϊκό ως δεύτερο τη τάξει στο πολύ σημαντικό Υπουργείο Παιδείας. Η θέση και μόνο που κατέχει, αυτονόητα επιβάλλει ευπρέπεια ύφους σε κάθε δημόσια τοποθέτηση. Το πώς αντιλαμβάνεται αυτές τις έννοιες ο κ. Υφυπουργός Παιδείας (επαναλαμβάνω την ιδιότητα) το έδειξε σε πρόσφατη ραδιοφωνική συνέντευξή του με αφορμή την κηδεία του ηγέτη της Κούβας, Φιντέλ Κάστρο (https://youtu.be/vU8_fgCzKdc).

Σε ερώτηση του δημοσιογράφου για το πώς θα έπρεπε να χαρακτηριστούν εκείνοι που θεωρούν ότι ο Κάστρο υπήρξε δικτάτορας, ο προβεβλημένος πολιτικός επιστήμων, καθηγητής και συγγραφέας κατέθεσε μονολεκτικά και χωρίς το παραμικρό ίχνος αναστολής την ετυμηγορία του: «Μ@λ@κες!» Απαξίωσε, μάλιστα, να αιτιολογήσει τον ελαφρώς αποκλίνοντα του ακαδημαϊκού ύφους χαρακτηρισμό του, αρκούμενος σε ένα μπλαζέ «βαριέμαι»! Ως ανήκων στην τάξη των υιοθετούντων την περί δικτάτορος άποψη, αλλά και ως πολίτης της Αθήνας, επιστρέφω από τη θέση τούτη τη φιλοφρόνηση στο νεόκοπο μέλος της «χωματερής» και του «ψευδοκράτους» των Αθηνών! Υπενθυμίζοντάς του, ταυτόχρονα, ότι μία μορφή δικτατορίας είναι και η αφ’ υψηλού περιύβριση της αντίθετης άποψης...

Μπορώ μόνο να υποθέσω πώς αισθάνεται ένας σοβαρός μαθητής του εν λόγω πανεπιστημιακού ακούγοντας τέτοιου επιπέδου τοποθετήσεις από τον «δάσκαλο». Τι θα αποκομίσει από το λόγο του – σε ύφος και περιεχόμενο – μια νεανική συνειδητότητα που διψάει για θετικά μοντέλα συμπεριφοράς ώστε να χτίσει τον αυριανό πνευματικό άνθρωπο; Και, τι χρειάζονται, άραγε, οι περίβλεπτοι ακαδημαϊκοί τίτλοι αν τα «επιστημονικά» πορίσματα επί ζητημάτων ουσίας ελάχιστα διαφέρουν από τις ευτελείς ρητορείες του πεζοδρομίου;

Εκτός αν η επιστημονική ιδιότητα και η αναλόγως προσήκουσα ακαδημαϊκή συμπεριφορά παύουν ισχύουσες εκτός των πολύ στενών χωροταξικών ορίων ενός πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου. Όμως, ο Δάσκαλος (οφείλει να) διδάσκει ήθος και έξω από τα αμφιθέατρα. Ή, μάλλον, κυρίως έξω από αυτά!

Aixmi.gr





Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Όταν η «πολιτική ορθότητα» γίνεται μπούμερανγκ…


Μια προσωπική εξομολόγηση

Την Αμερική τη γνώρισα από κοντά στη διάρκεια της οκταετίας Ronald Reagan. Και η συγκυρία αυτή ελάχιστα συνέβαλε στην άμβλυνση της αντιπάθειας που έτρεφα για τους Ρεπουμπλικάνους. Δεν μπορούσα να αγνοήσω ότι από τους κόλπους τους αναδείχθηκε το σκότος του Μακαρθισμού. Και δεν μπόρεσα ποτέ να ξεχάσω την υποστήριξή τους σε αντιδημοκρατικά και αιμοσταγή καθεστώτα, όπως αυτό του Πινοσέτ…

Με ενοχλούσε ο υπέρμετρος συντηρητισμός τους που, σε κάποιες περιπτώσεις, είχε εμφανή στοιχεία οπισθοδρόμησης (όπως, π.χ., η προσπάθεια του Reagan να ακυρώσει προοδευτικές και φιλελεύθερες κοινωνικές κατακτήσεις, προωθώντας τα πιο ακραία συντηρητικά στοιχεία ως υποψήφια μέλη για το Ανώτατο Δικαστήριο). Κι ελάχιστη συμπάθεια έτρεφα για τον κυνικό νεοφιλελευθερισμό των Ρεπουμπλικάνων, που υποβάθμιζε την αξία της κοινωνικής μέριμνας οδηγώντας στον περιορισμό του κράτους πρόνοιας και, εν τέλει, στον κοινωνικό δαρβινισμό.

Όμως, παρά τη γενική συμπάθειά μου για τους Δημοκρατικούς, κάθε άλλο παρά αποδεχόμουν την ιδεολογία τους στο σύνολό της. Ο δημοκρατικός φιλελευθερισμός τους, αντίβαρο αρχικά στον συντηρητικό υπερεθνικισμό των Ρεπουμπλικάνων, ανέδειξε μια μορφή ιδεολογικής δικτατορίας (αν όχι ιδεολογικού φασισμού) που προσέδωσε στον όρο «φιλελεύθερος» το χαρακτήρα οξύμωρου, αφού καταργούσε στην πράξη την ίδια την – ιερή για τους Αμερικανούς – ελευθερία του λόγου. Αναφέρομαι στην αμφιλεγόμενη ιδεολογία και πρακτική της «πολιτικής ορθότητας» (political correctness), μιας ιδέας όχι λιγότερο οπισθοδρομικής από εκείνες ενάντια στις οποίες μάχεται, υποτίθεται, το κόμμα των Δημοκρατικών.

Αυτή τους η διαχρονική και ολοένα αυξανόμενη εμμονή με την «πολιτική ορθότητα» γύρισε, τελικά, μπούμερανγκ στους Δημοκρατικούς στις τελευταίες αμερικανικές εκλογές, τις οποίες έχασαν από τον εκπρόσωπο του πιο χυδαίου αντισυστημικού λαϊκισμού. Η άποψη δεν είναι του γράφοντος αλλά μιας σειράς Αμερικανών πολιτικών αναλυτών, κείμενα των οποίων έτυχε να διαβάσω τελευταία. Παρουσιάζω μια σύνθεση των απόψεών τους, επιλέγοντας τα στοιχεία εκείνα που μου φάνηκαν περισσότερο σημαντικά κι ενδιαφέροντα.

Γιατί νίκησε ο Trump

Πολλοί θα πουν ότι ο Donald Trump νίκησε γιατί κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά το άγχος της εργατικής τάξης για την ανεργία που ολοένα επιδεινώνεται από τη μετανάστευση και την παγκοσμιοποίηση. Για άλλους, η νίκη του οφείλεται στο κάθε άλλο παρά δημοφιλές προφίλ της αντιπάλου του. Κάποιοι ακόμα θα ισχυριστούν ότι ήρθε η ώρα να πετάξει τη δημοκρατική της μάσκα η Αμερική και να αποκαλύψει το αληθινά ρατσιστικό της πρόσωπο!

Υπάρχει, όμως, και μία ιδιαίτερη παράμετρος της νίκης του Trump που θα ήταν λάθος να αγνοηθεί. Για κάποιους αναλυτές είναι ίσως η σημαντικότερη. Αναφέρομαι στην κούραση μεγάλου μέρους της αμερικανικής κοινωνίας από την τυραννία της πολιτικής ορθότητας σε κάθε απόπειρα έκφρασης δημόσιας γνώμης, από την καφετέρια της γειτονιάς ως τη Βουλή των Αντιπροσώπων και το εθνικό δίκτυο τηλεόρασης. Ο Trump νίκησε, κατά τους αναλυτές, επειδή ακριβώς έπεισε τον μέσο Αμερικανό ότι θα τον απάλλασσε μια και καλή από την πολιτική ορθότητα. Και η ιδέα αυτή ήταν, όπως αποδείχθηκε, το κλειδί της επιτυχίας του.

Η αμερικανική Αριστερά υπέπεσε σε ένα σοβαρό πολιτικό λάθος. Στην προσπάθειά της να πολεμήσει τον ρατσισμό, εισήγαγε νέες μορφές του. Κατέταξε τους πάντες σε διακριτές κοινωνικές ομάδες και στη συνέχεια είπε στα μέλη κάποιας από αυτές – τους λευκούς άντρες με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης – πως η ομάδα τους είναι η μόνη «κακή». Τους χλεύασε ανελέητα χαρακτηρίζοντάς τους «οπισθοδρομικούς» και στιγματίζοντάς τους ως «ρατσιστές» ή «σεξιστές». Ακόμα και τα video-παιχνίδια τους αποτέλεσαν αντικείμενο αφ’ υψηλού ειρωνείας!

Η αμφισβήτηση της ελευθερίας του λόγου έχει πάντα κόστος, ιδιαίτερα σε μια κοινωνία σαν την αμερικανική. Η προεδρία πήγε, τελικά, σ’ εκείνον που, κατά τους υποστηρικτές του, «δεν φοβόταν να πει ανοιχτά τη γνώμη του». Κάποιον που αντιπροσώπευε «όσα δεν μπορούσαν εκείνοι να πουν»…

Τι είναι «πολιτική ορθότητα»

Σε αντίθεση με μια συνήθη, μονομερή αντίληψη του όρου, η πολιτική ορθότητα δεν περιορίζεται σε ζητήματα που άπτονται φυλετικών ή σεξουαλικών ευαισθησιών. Συνίσταται, γενικά, στον αποκλεισμό κοινών εκφράσεων ή πρακτικών που θα μπορούσαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να προσβάλουν οποιοδήποτε μέλος μιας πλουραλιστικής κοινωνίας. Βέβαια, το τι προσβάλλει κάποιον είναι κατά βάση προσωπική υπόθεση – αν κανείς εξαιρέσει ένα σύνολο αυτονόητα απορριπτέων συμπεριφορών που, κατά κοινή παραδοχή, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.

Αν και οι προθέσεις της δείχνουν καταρχήν αγαθές (ποιος θεωρεί «καλό πράγμα» το να προσβάλλει τον συνάνθρωπό του;) η πολιτική ορθότητα κατάντησε μάστιγα που απειλεί την ελευθερία της έκφρασης και, σε ακραίες περιπτώσεις, στιγματίζει ανεξίτηλα τις υπολήψεις εκείνων που την παραβιάζουν. Επιβάλλει ένα ολοένα διευρυνόμενο «λεξικό» απαγορευμένων εκφράσεων που, αν κάποιος δεν ενημερώνεται έγκαιρα για τις τακτικές επικαιροποιήσεις του, κινδυνεύει να εκτεθεί στα μάτια μιας άτυπης «αστυνομίας σκέψης» και να αποκομίσει ετικέτες που κυμαίνονται από αυτή του οπισθοδρομικού έως εκείνη του ρατσιστή, του σεξιστή ή του φασίστα.

Σύμφωνα με στατιστικές, 60% των Αμερικανών – διπλάσιοι Ρεπουμπλικάνοι σε σύγκριση με τους Δημοκρατικούς – θεωρούν ότι η πολιτική ορθότητα είναι ένα από τα σημαντικά προβλήματα στις ΗΠΑ. Μόνο ένα 18% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι η χώρα τους δεν είναι όσο θα ‘πρεπε «πολιτικά ορθή»…

Πολιτική ορθότητα στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση

Στα αμερικανικά πανεπιστήμια, η πολιτική ορθότητα έχει επιβάλει περιορισμούς στην έκφραση που αρχίζουν να προκαλούν ασφυξία στους φοιτητές και στο καθηγητικό προσωπικό. Μέχρι το 2013, το «Γραφείο για τα Πολιτικά Δικαιώματα» του Υπουργείου Παιδείας των ΗΠΑ όριζε ότι η συμπεριφορά ενός ατόμου (κυρίως σε ό,τι αφορά το λόγο) θα έπρεπε να κριθεί ως «αντικειμενικά προσβλητική» με βάση προκαθορισμένα κριτήρια, προτού κάποιος αποκτήσει το δικαίωμα να υποβάλει μια ανώνυμη καταγγελία εναντίον του ατόμου αυτού.

Το 2013, εν τούτοις, η κυβέρνηση Obama άλλαξε τα δεδομένα. Σύμφωνα με μια νέα αντίληψη, το τι είναι προσβλητικό καθορίζεται με βάση τις προσωπικές ευαισθησίες του καθενός και δεν υπόκειται σε αντικειμενική αξιολόγηση. Με άλλα λόγια, ο κάθε φοιτητής μπορεί να βασίζεται στα προσωπικά του – και, ως εκ τούτου, απόλυτα υποκειμενικά – κριτήρια για να ορίσει ως προσβλητικό ένα σχόλιο από έναν συμφοιτητή ή έναν καθηγητή του και να υποβάλει, έτσι, μια ανώνυμη καταγγελία. Πολλά πανεπιστήμια των ΗΠΑ έσπευσαν να συμμορφωθούν με αυτή την παράλογη απαίτηση, από το φόβο κυρώσεων.

Ποια είναι η τύχη ενός ατόμου που πέφτει θύμα ανώνυμης καταγγελίας για παραβίαση πολιτικής ορθότητας; Σύρεται ως κοινός κακούργος σε διάφορες εξεταστικές επιτροπές, χωρίς το δικαίωμα να αντικρίσει τον καταγγέλλοντα, ούτε καν να πληροφορηθεί το όνομά του. Επειδή και μόνο κάποιος φοιτητής, ή κάποια ομάδα φοιτητών, θεώρησαν ένα σχόλιό του ως «μη αποδεκτό»… Και, φυσικά, ας μην ξεχνούμε και τους αμείλικτους «δικαστές» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που πρόθυμα θα συνταχθούν με τους «θιγόμενους»!

Και ο παραλογισμός δεν έχει τέλος: Πριν το ξεκίνημα του ακαδημαϊκού τετραμήνου, ο καθηγητής ενός μαθήματος οφείλει να προβλέψει ποια στοιχεία του μαθήματος θα μπορούσαν να προκαλέσουν τις προσωπικές ευαισθησίες ενός φοιτητή, και να εκδώσει σχετική προειδοποίηση. Αν αμελήσει να το πράξει, είναι θεωρητικά δυνατό να αντιμετωπίσει τις καθιερωμένες καταγγελίες. Ή απλά, την οργή κάποιων φοιτητών του…

Υπερβολές της πολιτικής ορθότητας

Η πολιτική ορθότητα στην Αμερική συχνά φτάνει στα άκρα προκειμένου να υπηρετήσει τους σκοπούς της. Το ερώτημα «πού γεννηθήκατε;» πρέπει να αποφεύγεται, επειδή μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση αμφισβήτηση αμερικανικής καταγωγής. Το «πόσον καιρό εργάζεστε εδώ;» θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπαινιγμός για την ηλικία κάποιου. Το «πολίτης των ΗΠΑ» είναι προτιμότερο από το «Αμερικανός», αφού το δεύτερο υπονοεί ότι οι ΗΠΑ είναι η μόνη χώρα της αμερικανικής ηπείρου…

Για πολλούς Αμερικανούς, η κατάχρηση πολιτικής ορθότητας ακουμπά ενοχλητικά ακόμα και πάνω σε αγαπημένες παραδόσεις. Για παράδειγμα, το «Καλές Γιορτές» είναι πιο δόκιμο από το «Καλά Χριστούγεννα», αφού το δεύτερο συνιστά de facto διαχωρισμό των ανθρώπων με βάση τα θρησκευτικά τους «πιστεύω». Ένα σχολείο στο Connecticut επιχείρησε να απαγορεύσει τις αποκριάτικες στολές, θεωρώντας ότι κάποια παιδιά με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές θα μπορούσαν να αισθανθούν ξένα ως προς το έθιμο. Την πολιτική αυτή του σχολείου ανέτρεψαν, τελικά, μερικοί εξαγριωμένοι γονείς μαθητών!

Η πολιτική μη-ορθότητα ως εργαλείο πολιτικής

Η ρητορική ενάντια στην πολιτική ορθότητα χρησιμεύει συχνά ως εργαλείο αποπροσανατολισμού των Αμερικανών ψηφοφόρων από τα πραγματικά προβλήματα της χώρας τους, στοχεύοντας ευθέως στους βαθύτερους και σκοτεινότερους φόβους τους για ανθρώπους που είναι διαφορετικοί.

Την ώρα που μιλούν για τους «μετανάστες που κλέβουν τις δουλειές» των Αμερικανών, κάποιοι πολιτικοί επιχειρούν να αποσπάσουν την προσοχή του κοινού από πραγματικά δεδομένα, όπως π.χ. το γεγονός ότι, σύμφωνα με υπολογισμούς ειδικών, η εισροή Λατίνων μεταναστών εργατών στις ΗΠΑ κατά τα τελευταία 25 χρόνια είχε πολύ μικρή επίπτωση στην ανεργία, σε σύγκριση με τη μετακίνηση ενός σημαντικού αριθμού εργοστασίων στο εξωτερικό, ή τις επαναλαμβανόμενες υφέσεις της εθνικής οικονομίας. Έτσι, ενώ παρακολουθεί κάποιος με ενδιαφέρον τον Trump να ζητά την κατασκευή τείχους που θα αποτρέψει τη μετανάστευση, ελάχιστα προσέχει ότι οι πραγματικοί λόγοι απώλειας θέσεων εργασίας και οικονομικής αστάθειας δεν θίγονται καν…

Κάνει κακό, τελικά, ο Trump στην πολιτική ορθότητα;

Η πολιτική ορθότητα είναι ένας άγραφος και συνεχώς εμπλουτιζόμενος κώδικας απαγορευμένης έκφρασης και πρακτικής. Για πολλούς Αμερικανούς, ο κώδικας αυτός στραγγαλίζει την ελευθερία του λόγου, τιμωρώντας παράλληλα τους «παραβάτες» με τη ρετσινιά της οπισθοδρομικότητας και της μισαλλοδοξίας. Η αντίδραση απέναντι στο φαινόμενο έφερε, έτσι, στην εξουσία κάποιον που υποσχέθηκε πως θα καταργήσει την πολιτική ορθότητα στην πράξη.

Όμως το μπούμερανγκ αλλάζει σιγά-σιγά κατεύθυνση, στοχεύοντας τώρα τους ίδιους τους πολέμιους της πολιτικής ορθότητας. Γιατί, στην ανάγκη τους να δουν να σπάζουν τα (συχνά παράλογα) ταμπού της, έκαναν ένα σοβαρό λάθος. Ανάθεσαν το έργο σε έναν άνθρωπο τόσο απεχθή και χυδαίο ώστε τα ταμπού αυτά να φαντάζουν και πάλι λογικά και αναγκαία! Ο φυσικός νόμος δράσης–αντίδρασης λειτουργεί πάντα αμφίδρομα. Ακόμα και στην πολιτική…

Με όλα τα παραπάνω δεν επιχειρούμε, φυσικά, να αποδείξουμε ότι η πολιτική ορθότητα υπήρξε ο πλέον καθοριστικός παράγοντας στις αμερικανικές εκλογές. Είναι όμως κάτι που δεν πρέπει να αγνοείται αν κάποιος θέλει να έχει την πλήρη εικόνα των πραγμάτων και να δώσει την ακριβέστερη δυνατή ερμηνεία στο αποτέλεσμα.

Για το οποίο αποτέλεσμα, παρεμπιπτόντως, πολλοί αισθανθήκαμε έκπληξη ανάμικτη με απογοήτευση. Και για το οποίο κάποιοι άλλοι, σε αυτήν εδώ τη χώρα, ανεξήγητα επιχαίρουν…

Aixmi.gr

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πειθαρχικός Κώδικας Ποδοσφαίρου: Για γέλια ή για κλάματα;

Λάρισα, 26 Οκτωβρίου 1986... Ο Χαράλαμπος Μπλιώνας, ένας 29χρονος καθηγητής από το Λουτρό Ελασσόνας, που η μοίρα το έφερε να χάσει για λίγα λεπτά το λεωφορείο για Αθήνα, αποφασίζει να «σκοτώσει» λίγο χρόνο ώσπου να ‘ρθει το επόμενο, παρακολουθώντας το ποδοσφαιρικό ντέρμπι της ημέρας στο γήπεδο του Αλκαζάρ ανάμεσα στη Λάρισα και τον ΠΑΟΚ. Διάλεξε ένα ήσυχο σημείο της εξέδρας, μακριά από τους φανατικούς των δύο ομάδων.

Αρκετά λεπτά πριν την έναρξη του αγώνα, ένας ανεγκέφαλος οπαδός των φιλοξενούμενων εκτοξεύει μια φωτοβολίδα προς τη μεριά των οπαδών των γηπεδούχων. Αυτή όμως κάνει τα καπρίτσια της και εξοστρακίζεται στο κιγκλίδωμα της θύρας όπου βρίσκεται ο καθηγητής, για να καρφωθεί τελικά στο λαιμό του κόβοντάς του την καρωτίδα. Ο θάνατος δεν θα αργήσει να έρθει...

Το περιστατικό αυτό ήταν ίσως το πρώτο που έκρουσε τον κώδωνα στις αθλητικές αρχές της χώρας για τις εν δυνάμει θανατηφόρες συνέπειες της βίας, της αλητείας και του χουλιγκανισμού στα ελληνικά γήπεδα ποδοσφαίρου (και όχι μόνο). Πειθαρχικοί κώδικες γράφτηκαν, αναθεωρήθηκαν και ξαναγράφτηκαν απ’ την αρχή, χωρίς, εν τούτοις, σπουδαία αποτελέσματα στην καταστολή των νοσηρών φαινομένων οπαδικής βίας στους αθλητικούς χώρους. Και, σαν ειρωνεία της τύχης, ακριβώς τριάντα χρόνια μετά το τραγικό συμβάν που προαναφέραμε, μια ανάλογη συμπεριφορά ενός άλλου ανεγκέφαλου «φιλάθλου» (συμπτωματικά, του ίδιου συλλόγου) ήρθε να μας επιβεβαιώσει το αυταπόδεικτο: πως η Πολιτεία δεν είναι ικανή (ή μήπως στην πραγματικότητα δεν θέλει;) να χτυπήσει το κακό στη ρίζα του!

Στο 78ο λεπτό, λοιπόν, του πρόσφατου αγώνα ΠΑΟΚ-ΑΕΚ στην Τούμπα, οπαδός του ΠΑΟΚ εκτόξευσε από τη Θύρα 4 φωτοβολίδα ευθείας βολής, η οποία έφτασε στο κέντρο του γηπέδου χωρίς, ευτυχώς, να προξενήσει τραυματισμούς (ή κάτι ακόμα χειρότερο...) σε ποδοσφαιριστές, διαιτητές ή φιλάθλους. Ο διαιτητής Τάσος Σιδηρόπουλος διέκοψε προσωρινά το παιχνίδι και προειδοποίησε τους γηπεδούχους ότι, αν η ενέργεια αυτή επαναληφθεί, θα διακόψει οριστικά τον αγώνα.

Ο διαιτητής απλά εφάρμοσε τον τρέχοντα κανονισμό για το συγκεκριμένο παράπτωμα, ο οποίος κανονισμός – και αυτό είναι που έχει ιδιαίτερη σημασία – άλλαξε πρόσφατα (καλοκαίρι του 2016) έπειτα από σχετικό αίτημα της Σούπερ Λίγκας με σκοπό να υπάρξει γενική ελάφρυνση σε όλες τις ποινές. Με βάση τον παλιότερο κανονισμό, ο άρχων του αγώνα θα ήταν υποχρεωμένος να διακόψει άμεσα και χωρίς προειδοποίηση το παιχνίδι!

Η ελάφρυνση ενός νόμου που καλείται να αντιμετωπίσει επικίνδυνες (και εν δυνάμει θανατηφόρες) κοινωνικές συμπεριφορές, αν δεν κινεί υποψίες ως προς τη σκοπιμότητά της, εγείρει, αν μη τι άλλο, ζήτημα στοιχειώδους σωφροσύνης των εμπνευστών της. Ας δούμε, ειδικότερα, τι γράφει ο νέος Πειθαρχικός Κώδικας της ΕΠΟ (*) στο Άρθρο 15, Παράγραφος 3 («Ρίψεις φωτοβολίδων και αντικειμένων»):

«Εάν η ρίψη αντικειμένων αφορά φωτοβολίδες που ρίπτονται με πιστόλι, είτε αυτές ρίπτονται με καμπύλη τροχιά είτε σε ευθεία βολή, τότε ο διαιτητής διακόπτει προσωρινά τον αγώνα και γίνεται προειδοποίηση από τα μεγάφωνα του γηπέδου, σε βάρος δε της υπαίτιας ομάδας επιβάλλεται χρηματική ποινή από 10.000 ευρώ έως 30.000 ευρώ.

Εάν, μετά την επανέναρξη του αγώνα, επαναληφθεί η, κατά τα ως άνω, ρίψη φωτοβολίδας, ο διαιτητής διακόπτει οριστικά τον αγώνα και η υπαίτια ομάδα τιμωρείται σωρευτικά (α) με χρηματική ποινή από 25.000 ευρώ έως 50.000 ευρώ και (β) με ποινή διεξαγωγής αγώνα χωρίς θεατές για 1 αγωνιστική ημέρα.

Εάν από τη ρίψη φωτοβολίδων υπάρξει έστω και ελαφρά σωματική βλάβη προσώπου, νόμιμα ευρισκόμενου στον αγωνιστικό χώρο, τότε ο αγώνας διακόπτεται οριστικά (χωρίς την ανάγκη ύπαρξης προηγούμενης ειδοποίησης) και επιβάλλονται στην υπαίτια ομάδα, σωρευτικά, οι ακόλουθες ποινές: (α) χρηματική ποινή από 30.000 ευρώ έως 100.000 ευρώ και (β) ποινή διεξαγωγής αγώνα χωρίς θεατές από 1 έως 2 αγωνιστικές ημέρες.»

Υποθέτω ότι ακόμα και ένα παιδί θα μπορούσε να διατυπώσει δύο, τουλάχιστον, απορίες ή ενστάσεις:

1. Εξ όσων γνωρίζουμε, οι περισσότεροι διαιτητές ποδοσφαίρου δεν διαθέτουν πτυχίο ή, έστω, ειδικές γνώσεις Ιατρικής. Πώς θα διαγνώσει ο διαιτητής την περίπτωση «ελαφράς σωματικής βλάβης» (sic) προκειμένου να αποφασίσει να διακόψει οριστικά και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση το παιχνίδι; Τι θα γίνει, π.χ., αν μια φωτοβολίδα περάσει ξυστά από το χέρι, το πόδι ή το λαιμό ενός ποδοσφαιριστή, προκαλώντας φαινομενικά μόνο αμυχές; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης; Και, ακόμα κι αν ο διαιτητής κρίνει τον τραυματισμό ως επιπόλαιο και αποφασίσει τη συνέχιση του αγώνα, πώς θα βρεθεί άκρη στην περίπτωση που η ομάδα του παίκτη κάνει ένσταση κακής εφαρμογής των κανονισμών, έχοντας πιθανώς στα χέρια της και κάποια ιατρική γνωμάτευση;

2. Ακόμα πιο σοβαρό, όμως, είναι το ακόλουθο: Ο συντάκτης του Πειθαρχικού Κώδικα φαίνεται να «κλείνει το μάτι» στους χούλιγκαν, λέγοντάς τους περίπου το εξής: «Αν θελήσετε να σκοτώσετε τον διαιτητή ή κάποιον ποδοσφαιριστή με χρήση φωτοβολίδας ευθείας βολής, και δεν τον πετύχετε με την πρώτη, τότε μην ανησυχείτε: Αφού δεχθείτε μια απλή προειδοποίηση, ο αγώνας θα συνεχιστεί κανονικά κι έτσι θα έχετε μια δεύτερη ευκαιρία να βρείτε στόχο. Βέβαια, μη ζητάτε περισσότερα, τρίτη ευκαιρία δεν πρόκειται να σας δοθεί!»

Στον πρόσφατο αγώνα της Τούμπας, η τύχη ήταν με το μέρος των ευρισκόμενων στον αγωνιστικό χώρο και στις εξέδρες του γηπέδου. Ίσως την επόμενη φορά, όμως, η μοίρα αποφασίσει να παίξει τα δικά της παιχνίδια. Και ίσως τότε κάποιος άλλος τραγικός Χαράλαμπος Μπλιώνας βρεθεί εκεί που δεν πρέπει, τη στιγμή που δεν πρέπει, για να πληρώσει με το αίμα του και τη ζωή του τις αβελτηρίες μιας Πολιτείας που επιμένει να μη διδάσκεται από τα ίδια της τα λάθη.

Εκτός, βέβαια, αν αφήσουμε τον εαυτό μας να κάνει άλλου είδους σκέψεις και να αποδώσει ύποπτες προθέσεις και σκοπιμότητες σε σκοτεινά κατεστημένα του ποδοσφαίρου. Δεν θα το επιχειρήσουμε εδώ, αφού ο χώρος που μας φιλοξενεί διακινεί ειδήσεις και όχι θεωρίες συνωμοσίας. Ευχή όλων είναι να μην ανοίξει κάποτε κάποια μουχλιασμένη ντουλάπα με σκελετούς στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Γιατί τότε θα χάσουμε οριστικά την πίστη σε ένα από τα λίγα πράγματα που έμειναν να μας ψυχαγωγούν, να ζωντανεύουν όμορφες μνήμες και να μας χαρίζουν αυθεντική συγκίνηση...

(*) Δείτε το πλήρες κείμενο του Π. Κ. της ΕΠΟ (Ιούνιος 2016)

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Η Ροκ που σκοτώνει…


Διαβάζω στο Aixmi.gr (http://www.aixmi.gr/index.php/kozanh-akoyge-terma-basilh-papakvnstantinoy-kai/) για ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο κέντρο της Κοζάνης και το οποίο, ομολογώ, ελάχιστη έκπληξη μου προξένησε. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, αγροτικό αυτοκίνητο, του οποίου ο οδηγός κατά πάσα βεβαιότητα είχε καταναλώσει ικανή ποσότητα αλκοόλ, βγήκε από την πορεία του και ανέβηκε στο πεζοδρόμιο, παρασύροντας ό,τι βρέθηκε στο πέρασμά του.

Οι ζημιές που προκλήθηκαν ήταν σημαντικές. Μεταξύ αυτών, καταστράφηκε ένας φωτεινός σηματοδότης και ξεριζώθηκε ένα... δέντρο που βρισκόταν στο πεζοδρόμιο! Λεπτομέρεια με σημασία: την ώρα του «ατυχήματος», ο οδηγός είχε στη διαπασών το stereo του αυτοκινήτου, ακούγοντας τραγούδια γνωστού σταρ του ελληνικού ροκ. Ευτυχώς δεν υπήρξαν τραυματισμοί...

Θα ήθελα να βεβαιώσω από τη θέση τούτη τον οδηγό πως στάθηκε τυχερός. Η ροκ μουσική δεν υπήρξε πάντα «ευγενική» απέναντι σ’ εκείνους που ταυτίστηκαν μαζί της. Θα μοιραστώ με τον αναγνώστη δύο περιστατικά των οποίων έχω προσωπική γνώση. Με ενδεχόμενο κίνδυνο να δυσαρεστήσω τον φίλτατό μου διευθυντή αυτού του site, του οποίου την εξαίρετη ποίηση προσφάτως ερμήνευσε, σε μελοποιημένη μορφή, ο γνωστός ροκ σταρ (έχοντας πλέον σημαντικά αλλάξει ιδεολογική πορεία και καλλιτεχνικό ύφος).

Περιστατικό πρώτο: Πριν πολλά χρόνια, άτομο κοντά στο περιβάλλον μου αντιμετώπιζε ιδιαίτερα σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, για τα οποία δεν αναζήτησε έξωθεν βοήθεια. Το άτομο αυτό ανέπτυξε ακραία αντιδραστική συμπεριφορά, με κατάρριψη των πάντων που, στο αποκορύφωμά της, μετεξελίχθηκε σε αυτο-κατάρριψη με παράλληλη εμφάνιση επικίνδυνων αυτοκαταστροφικών τάσεων.

Το άτομο αυτό κοιμόταν και ξυπνούσε με τους ήχους και τους στίχους γνωστού ροκ άσματος, που μεταξύ άλλων έλεγαν τα εξής:

Άσε με να κάνω λάθος,
μην παριστάνεις το Θεό.
Δε μ’ αρέσουν οι σωτήρες,
δε γουστάρω να σωθώ.

Πες μου μόνο πώς περνούν τη νύχτα
με δυο φίλους σ’ ένα υπόγειο σκυφτό.
Η σειρήνα πάνω ουρλιάζει
και η σύριγγα αδειάζει
και το αίμα χύνεται ζεστό...

Ώσπου το άτομο κατέληξε να ταυτιστεί με το τραγούδι, αναζητώντας τη λύτρωση στις «συμβουλές» του. Το ότι τελικώς επέζησε, ήταν μάλλον θέλημα του Σύμπαντος (προσωπικά, θα ήθελα να το διατυπώσω διαφορετικά). Ίσως γιατί κάθε αξιόλογος άνθρωπος αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία...

Περιστατικό δεύτερο: Δεν ήταν το ίδιο τυχερό ένα νεαρό παιδί – στην τελευταία τάξη του λυκείου. Περνούσε κι αυτό πριν χρόνια τα δικά του αδιέξοδα, με οικογενειακά προβλήματα και σοβαρές δυσκολίες στην κοινωνική προσαρμογή. Ένα τραγούδι τού είχε γίνει έμμονη ιδέα, επιζητώντας να το βιώσει ως προσωπική εμπειρία:

Στην άσφαλτο κουρσάρος
με καράβι τη μοτοσικλέτα,
παντιέρα το μπουφάν το πλαστικό.
Στα 18 σου έσπασες τα φρένα,
ταξιδεύεις για ταξίδια άλλα.

Κυκλοφοράς μονάχα φτιαγμένος,
ο κόσμος όλος χίλια κυβικά.
Είσαι αγριεμένος,
είσαι κουρασμένος,
έχεις τη ζωή στη σέλα σου γραμμένη.
Για κάποιο φόνο είσαι γεννημένος.

Μονάχος χάραμα,
χάραμα στη λεωφόρο
και περιμένεις ασθενοφόρο
από τις τρεις και δέκα σκοτωμένος...

Έπεισε τους γονείς να του αγοράσουν μια μοτοσικλέτα. Κι ένα πρωί, πολύ πρωί, με ένα φίλο στο πίσω μέρος του καθίσματος, καρφώθηκε με χίλια σε μια κολώνα στο μέσο μιας άδειας λεωφόρου. Τον έκλαψαν πολύ οι συμμαθητές του, είναι αλήθεια. Για τους γονείς, δεν έχω πληροφόρηση...

Επειδή μαντεύω τις ενστάσεις του αναγνώστη, σπεύδω να διευκρινίσω πως δεν θεωρώ, φυσικά, τη ροκ (ή οποιαδήποτε άλλη) μουσική υπεύθυνη για τις προσωπικές επιλογές ζωής του κάθε ανθρώπου. Στο κάτω-κάτω, θα πουν κάποιοι, όποιος δεν αντέχει ας μην την ακούει! Η ζωή αυτή είναι σχεδιασμένη για τους δυνατούς, για όσους διαθέτουν αντιστάσεις. Οι άλλοι ας μείνουν κλεισμένοι με ασφάλεια στο καβούκι τους, ακούγοντας Σοπέν ή Τσαϊκόφσκι!

Σκέφτομαι όμως πως – κι ας μου λύσει κάποιος τούτη μου την απορία – οι «ροκάδες» που θα υπερασπιστούν το είδος με το παραπάνω επιχείρημα, σε μεγάλο ποσοστό δηλώνουν πολιτικά «προοδευτικοί». Και, όπως έχω ακούσει και διαβάσει, ο προοδευτικός χώρος είναι ανάχωμα στη σκληρή δαρβινική ιδεολογία του λεγόμενου «φιλελευθερισμού». Μεριμνά πρωτίστως για τον αδύνατο, αυτόν που δεν τα καταφέρνει πάντα...

Έτσι, μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση ιδεών και εννοιών, γίνομαι κι εγώ κάποιες φορές αντιδραστικός:

Άσε να μη βρίσκω άκρη,
δε γουστάρω να τη βρω!

Aixmi.gr

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Ο πρωτάρης και η κάρτα!


Λίγο μετά την επιβολή των capital controls – ευγενές κληροδότημα της τυχοδιωκτικής πολιτικής ενός νάρκισσου μοτοσικλετιστή (και, στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του, υπουργού) με τεχνητώς ανορθόγραφο όνομα – επισκέφθηκα τον φίλο Γιάννη Λ. (με δύο «ν» αυτός!), υψηλόβαθμο στέλεχος σε μεγάλη τράπεζα. Τον ρώτησα πώς θα τα βγάλουμε πέρα με τους περιορισμούς στα μετρητά, τη στιγμή που οι ανάγκες της ζωής είναι πάντα πιεστικές.

Χαμογέλασε και μου είπε: «Δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα, αν σκεφτείς ότι με την κάρτα του μπορεί κάποιος να πληρώνει τα πάντα. Όμως, για κοίτα πόσοι επιμένουν ακόμα να συναλλάσσονται με μετρητά! Και μετά γκρινιάζουν ότι δεν τους φτάνουν...»

Δεν το ομολόγησα τότε στο Γιάννη πως ανήκω κι εγώ στους «κολλημένους» που δυσκολεύονται να συμφιλιωθούν με το πλαστικό χρήμα. Έλα όμως που η πραγματικότητα δεν λαμβάνει πάντα υπόψη τις ιδιορρυθμίες του καθενός μας... Το περασμένο σαββατοκύριακο, λοιπόν, βρέθηκα με ελάχιστα μετρητά στην τσέπη και χωρίς ιδιαίτερη διάθεση να τρέχω στα ATM της περιοχής μου. Έτσι, καθώς φεύγαμε για βόλτα και φαγητό, έβαλα περήφανα για πρώτη φορά τη χρεωστική κάρτα στο πορτοφόλι μου, σαν μαθητής του Δημοτικού που βάζει στη σάκα το καινούργιο αναγνωστικό την πρώτη μέρα του σχολείου!

Καταλήξαμε σε μια ψησταριά σε κεντρική λεωφόρο κάποιου δήμου στην περιφέρεια της Αθήνας. Προσέξτε, δεν μιλώ για μια μικρή καντίνα που πουλά τυρόπιτες σε ένα στενό κι απόμερο δρομάκι, αλλά για ένα μαγαζί που σφύζει από ζωή καθημερινά και νιώθεις τυχερός αν βρεις τραπέζι!

Ο λογαριασμός δεν ήταν κάποιο υπέρογκο ποσό, ούτε όμως κι ευκαταφρόνητος. Καθώς τα μετρητά μου ήταν... μετρημένα, ρώτησα πού θα έπρεπε να κατευθυνθώ για να πληρώσω με την κάρτα μου. Ο σερβιτόρος με κοίταξε λες και ήμουν εξωγήινος που ζητούσε σε σκυλάδικο να του παίξουν την Ενάτη του Μπετόβεν: «Δεν έχουμε μηχάνημα για κάρτες εδώ, κύριε. Μόνο με μετρητά!» Ευτυχώς είχα τόσα στην τσέπη ώστε να μην εκτεθώ. Αντιστέκομαι στον πειρασμό να διευκρινίσω αν μου δόθηκε ή όχι απόδειξη, όπως κι αν ο ίδιος είχα καν τη διάθεση να τη ζητήσω...

Την άλλη μέρα ανάφερα το περιστατικό στη φίλη και νομικό Ελένη Α., η οποία μου φώτισε μια άλλη πλευρά του ζητήματος:

«Για το ειδικό μηχάνημα για κάρτες, έχω να σου πω ότι δεν είναι προς το παρόν υποχρεωτικό. Επιχειρήσεις με εξαιρετικά χαμηλές τιμές δεν το προτιμούν, επειδή δεν έχουν το περιθώριο απώλειας του ποσοστού που παρακρατείται στη συναλλαγή με τις τράπεζες. Οι επιχειρήσεις αυτές, όσο περιθώριο είχαν το εξάντλησαν χαμηλώνοντας τις τιμές για να κρατήσουν ή για να προσελκύσουν πελάτες λόγω της οικονομικής τιμής του προϊόντος ή αγαθού που εμπορεύονται.

Σαν Έλληνες πρέπει να κατανοούμε την ευρηματικότητα που έχουμε στους τρόπους επιβίωσης και πρέπει να συνεργαζόμαστε όσο μπορούμε ενάντια στον εκάστοτε κοινό μας δυνάστη! Από την πλευρά μου δεν κακολογώ ούτε αντιτίθεμαι σ' αυτούς τους επιχειρηματίες. Το αντίθετο μάλιστα, αντιτίθεμαι στο πλαστικό χρήμα επί του οποίου κάποιοι άλλοι έχουν πάντα μερίδιο, και μάλιστα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό.»

Στην αντίπερα όχθη, τώρα, ο φίλος μου ο Γιάννης ο τραπεζικός πιστεύει πάντα πως η χώρα αυτή πρέπει οριστικά να γυρίσει σελίδα στο ζήτημα των συναλλαγών, και για το λόγο αυτό χρειάζεται να αποκτήσουν οι πολίτες την απαραίτητη «κουλτούρα» χρήσης πλαστικού χρήματος.

Την ίδια στιγμή, σαστισμένοι κι ανήμποροι να χαράξουν πολιτική, οι ίδιοι αυτοί πολίτες αγωνιούν για το ύψος του αφορολόγητου, ακούγοντας να τους λένε συνεχώς ότι εντός ολίγου θα μετρούν μόνο οι ηλεκτρονικές πληρωμές. Χωρίς, εν τούτοις, κι αυτές να είναι στην πράξη πάντα εφικτές.

Εν τω μεταξύ, η Πολιτεία βεβαιώνει(;) ότι από την αρχή της νέας χρονιάς θα μπει μια τάξη και θα θεσπιστούν οριστικοί κανόνες σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές. Μόνο που, φοβάμαι, σ’ αυτή τη χώρα και για τα περισσότερα από τα σημαντικά ζητήματα, η «νέα χρονιά» συνήθως αργεί να έρθει. Αν έρθει ποτέ...

Aixmi.gr

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Άξιζε απόλυτα την ήττα από τον ΟΣΦΠ η ΑΕΚ!


...Και την άξιζε (αναφέρομαι στον τίτλο του σημειώματος) όχι μόνο, ή όχι τόσο, επειδή δεν έπαιξε μπάλα, ούτε επειδή ο προπονητής έκανε τραγικά λάθη. Την άξιζε για ένα λόγο πολύ πιο σοβαρό και θεμελιώδη: Επειδή αυτή είναι πάντα η μοίρα του συμπλεγματικού όταν αντιμετωπίζει αυτόν που θεωρεί ως υπέρτερο!

Παραθέτω αποσπάσματα από δύο παλιότερα άρθρα στο Aixmi.gr:

Τα τελευταία 20 χρόνια, ο Πειραϊκός σύλλογος προβάλλει στη συνείδηση του μέσου Αεκτζή ως η ενσάρκωση του απόλυτου κακού. Υπήρξαν εποχές όπου ο βαθμός οπαδικής γνησιότητας στην ΑΕΚ μετριόταν με το μέγεθος του αντι-ολυμπιακού αισθήματος! Η ψύχωση αυτή οδήγησε σε ακρότητες που μόνο η επιστήμη θα μπορούσε να ερμηνεύσει. (...) Αυτό, όμως, που προκαλεί αληθινή θλίψη και αδικεί την ίδια την ιστορία της ΑΕΚ είναι το ολοφάνερο σύμπλεγμα κατωτερότητας που χτίστηκε σιγά-σιγά στις συνειδήσεις των φιλάθλων της απέναντι στον Ολυμπιακό. Φτάσαμε, μάλιστα, στις εσχατιές της ποδοσφαιρικής αναξιοπρέπειας πανηγυρίζοντας τις αποτυχίες των Πειραιωτών σαν «δικούς μας» θριάμβους, όταν είχαμε πια προ πολλού λησμονήσει τη γεύση μιας αυθεντικά δικής μας νίκης! (...) Η ΑΕΚ είναι πολύ μεγάλη για να ετεροκαθορίζεται με βάση μια αρνητική ιδιότητα, ως «αντι-Ολυμπιακός»! Αν πάρουμε πρωτάθλημα, θα χαρούμε γιατί βγήκαμε πρώτοι, όχι γιατί ξεπεράσαμε τον Ολυμπιακό. Κι αν τον κερδίσουμε σε ένα ματς, θα χαρούμε απλά και μόνο για τη νίκη σε ένα ντέρμπι, όχι με εκείνη την άγρια χαρά κάποιου που, διακατεχόμενος από σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι σε έναν αντίπαλο, βλέπει τη νίκη αυτή σαν εκδίκηση. Αν, πάλι, χάσουμε, δεν βλέπω το λόγο να πέσουν οι οπαδοί σε μαζική κατάθλιψη! Μια ήττα σαν όλες τις άλλες θα είναι…

(http://www.aixmi.gr/index.php/as-stamatisei-o-eterokathorismos-stin-aek/)

Ο προσκείμενος στην ΑΕΚ ακραία οπαδικός τύπος, ελεγχόμενος πάντοτε από τα ίδια πρόσωπα, έχει κατά την τελευταία εικοσαετία καλλιεργήσει στους φίλους της ποδοσφαιρικής ομάδας ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στο σύλλογο του Ολυμπιακού. Προωθεί, δηλαδή, συστηματικά την εικόνα μιας «πτωχής πλην τιμίας ΑΕΚ» που πολεμά με άνισους όρους έναν «διεφθαρμένο» αλλά (κι αυτό είναι το σημαντικό) πανίσχυρο και, εν τέλει, ανίκητο αντίπαλο! Η αντι-ολυμπιακή ψύχωση η οποία έχει, έτσι, αναπτυχθεί στον δεκτικό στις επιρροές οπαδό της Ένωσης, έχει οδηγήσει τον τελευταίο σε αισθήματα εχθροπάθειας όμοια με αυτά ενός κατακτημένου λαού απέναντι στους κατακτητές του, τους οποίους φθονεί μεν αλλά κατά βάθος θα επιθυμούσε να βρίσκεται στη θέση τους. Και το μόνο που μένει να δίνει χαρά στους «υποτελείς» – αφού εκ των πραγμάτων δεν έχουν δικούς τους θριάμβους να επιδείξουν – είναι οι περιστασιακές ήττες των «εχθρών» τους. Η άγρια ικανοποίηση ενός συμπλεγματικού μπροστά στη θέα της αποτυχίας εκείνου τον οποίο, σωστά ή όχι, θεωρεί ως υπέρτερο. Οδηγούμαστε, έτσι, σε έναν επικίνδυνο (μερικό, έστω) ετεροκαθορισμό της ΑΕΚ, βάσει του οποίου τα επιτεύγματα του συλλόγου προσμετρούνται σε συνάρτηση και με τις αποτυχίες του μισητού αντιπάλου. Οι ήττες του Πειραϊκού συλλόγου κατάντησαν να γιορτάζονται σαν νίκες της ΑΕΚ! Την πλέον ταπεινωτική έκφανση αυτής της νοοτροπίας αντίκρισα διαβάζοντας ένα πρόσφατο άρθρο γραμμένο από τον «αρχιερέα» του οπαδικού τύπου στο χώρο της ΑΕΚ. Παραμονές κρίσιμου διεθνούς αγώνα της ομάδας, το άρθρο επιδιδόταν σε πανηγυρισμούς για μια προηγηθείσα ήττα του Ολυμπιακού, διατυπώνοντας απροκάλυπτα την εκτίμηση ότι η ήττα αυτή ήταν ακόμα σημαντικότερη κι από μια ενδεχόμενη νίκη της ΑΕΚ στο παιχνίδι που εκκρεμούσε! Κι αν κρίνω από τα σχόλια που συνόδευαν το άρθρο, αρκετοί οπαδοί της ΑΕΚ (ευτυχώς διέκρινα και εξαιρέσεις) αισθάνθηκαν ιδιαίτερα υπερήφανοι μετά το πέρας της ανάγνωσης…

(http://www.aixmi.gr/index.php/den-tairiazei-tetoia-dimosiografia-stin/)

Επί μέρες πριν το (κατ' όνομα) ντέρμπι, κάτι λιγότερο από τις μισές αναρτήσεις στο οπαδικό site aek365.gr αφορούσαν όχι τα ίδια τα θέματα της ΑΕΚ, αλλά την άγρια χαρά ενός Αεκτζή οπαδού για μια-δυο προηγηθείσες ήττες του Ολυμπιακού. Λες και η δική μας η ομάδα πετούσε από νίκη σε νίκη! Συμπεριφορά που θυμίζει τις χαιρεκακίες παρατημένης αρραβωνιαστικιάς κάθε φορά που μαθαίνει ότι ο "πρώην" της τσακώθηκε με την "νυν" του!

Τέτοιες αρρωστημένες νοοτροπίες προσβάλλουν τους φίλους της ΑΕΚ (πλην ανεγκέφαλων, τους οποίους μάλλον επιθυμεί να σαγηνεύσει το εν λόγω site) και δημιουργούν κλίμα ηττοπάθειας στην ίδια την ομάδα. Αλλά και γεμίζουν τους παίκτες με αχρείαστο και, εν τέλει, καταστροφικό άγχος, αφού ο φανατισμένος όχλος απαιτεί, πλέον, από αυτούς να νικήσουν τον μισητό εχθρό, ανάγοντας τη νίκη σε ζήτημα τιμής και προβάλλοντας την ήττα ως αληθινή ατίμωση!

Για όλα αυτά, κατηγορώ ανοιχτά τον δημοσιογράφο ΚΩΣΤΑ ΚΕΤΣΕΤΖΟΓΛΟΥ και το περί αυτόν δημοσιογραφικό ιερατείο, τόσο για τη διατήρηση ενός νοσηρού οπαδισμού στο χώρο της ΑΕΚ, όσο και, ειδικότερα, για την υποδαύλιση και συντήρηση ενός εξευτελιστικού αντι-Ολυμπιακού συμπλέγματος στον κόσμο της, που μικραίνει το ανάστημα του συλλόγου και προσβάλλει την ιστορία του!

Κ.Π.